1647/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1647/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την § 3 του αυτού άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, ως και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ανατίθενται δια νόμου. Επομένως είναι ανεπίτρεπτη η δια νόμου υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, κάθε διάταξη νόμου με την οποία ορίζεται το αντίθετο αντίκειται στο Σύνταγμα και ως εκ τούτου δεν είναι εφαρμοστέα.
Full text
Απόφαση 1647 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1647/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Α.Ε" και έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου του πρώην υφισταμένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" "ΟΔΔΥ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κων/νο Αλεπάκο και Γεώργιο Αντωνόπουλο
Της αναιρεσίβλητης: Κοινοπραξίας εταιρειών με την επωνυμία "UNITASCO ΕΠΕ - SCRAPMOULD INTERNATIONAL UK Ltd", και έδρα την Κηφισιά Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κουκούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαϊου 1995 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως και την από 18 Δεκεμβρίου 1998 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Α) επί της πρώτης αγωγής: 7174/1996, 2848/2003 και 959/2004 του ιδίου δικαστηρίου και Β) επί της δεύτερης αγωγής: 7371/200 του ιδίου δικαστηρίου. Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών συνεκδίκασε τις παραπάνω αναφερόμενες αγωγές και εξέδωσε την 5051/2006 οριστική απόφασή του. Ακολούθως το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμό 6410/2007 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή της .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, το οποίο προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ554/2009, ΑΠ558/2008, ΑΠ2104/2007). Υπάρχει τέτοιου είδους πλημμέλεια και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως και σε περίπτωση αρνητικής υπερβάσεως δικαιοδοσίας (ΑΠ 1254 και 1255/2005). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα Δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικώς στη δικαιοδοσία τους εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ισχύ του Συντάγματος, της προθεσμίας αυτής δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου.
Κατά την § 3 του αυτού άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, ως και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ανατίθενται δια νόμου. Επομένως είναι ανεπίτρεπτη η δια νόμου υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, κάθε διάταξη νόμου με την οποία ορίζεται το αντίθετο αντίκειται στο Σύνταγμα και ως εκ τούτου δεν είναι εφαρμοστέα.
Ο Ν. 1406/1983, ο οποίος, σε εκτέλεση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής, υπήγαγε με το άρθρο 1 § 1, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, με το άρθρο 1 § 2 περ, ι' περιέλαβε σε αυτές αδιάστικτα τις διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή τις διαφορές που ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση διοικητικής συμβάσεως, καθώς και σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση, ανεξάρτητα μάλιστα από το πρόσωπο του εναγόμενου.
Ειδικώτερα διοικητική σύμβαση είναι η σύμβαση από την οποία δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας. Υφίσταται δε τέτοια σύμβαση, όταν α) ο ένας από τους συμβαλλόμενους είναι το Ελληνικό Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), β) το αντικείμενό της έχει σχέση με την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας ή την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού δηλ.
έχουν ως αντικείμενο την ικανοποίηση αναγκών της δημόσιας υπηρεσίας που αναφέρονται στην άσκηση δραστηριότητας γενικότερου δημοσίου συμφέροντος ή κοινής ωφέλειας και γ) η κατάρτιση και εκτέλεσή της διέπεται (κατά ένα μέρος τουλάχιστον) από τους κανόνες του διοικητικού δικαίου ή περιέχει όρους, οι οποίοι παρέχουν στο συμβαλλόμενο δημόσιο (η ΝΠΔΔ) τη δυνατότητα μονομερούς επέμβασης στις συμβατικές σχέσεις και έτσι δημιουργούν υπέρ αυτού υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου του και εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Οι παραπάνω προϋποθέσεις, για τα χαρακτηρισμό μίας σύμβασης ως διοικητικής, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά και επομένως αν ελλείπει μία από αυτές δεν μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί ως διοικητική. Αντίθετα υφίσταται ιδιωτική διαφορά (και σύμβαση ιδιωτικού δικαίου) , η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν το αντικείμενο της πηγάζει από έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αφορά αμφισβήτηση ή έριδα μεταξύ των διαδίκων ως προς την ύπαρξη ή την έκταση ή το περιεχόμενο μιας βιοτικής σχέσης, όπως είναι και οι συμβατικές σχέσεις, η σύσταση των οποίων είναι κατ' αρχήν αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης των μερών χωρίς να ασκεί επίδραση το γεγονός ότι το ένα από αυτά είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ (για όλα τα παραπάνω βλ.
ΑΕΔ 2 και 3/1993, ΑΕΔ 10/1993, ΣτΕ 1031/1995 Ολομ, ΣτΕ 1528/2004 Δνη 46, 1208, Ολ ΑΠ 28/1987). Με τις ίδιες προϋποθέσεις γεννώνται διοικητικές διαφορές και από πράξεις οργάνων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου στα οποία έχει από το νόμο ανατεθεί η άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθόσον αυτά, λειτουργούν ως ΝΠΔΔ (ΑΠ 123/2005 οπ παν.). Με το νόμο 251/1976 ανατέθηκαν στο Οργανισμό Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.), ο οποίος ήταν Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και ήδη έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία με το Π.Δ. 413/1998, η διαχείριση και εκποίηση "των πάσης φύσεως πλεοναζόντων κινητών πραγμάτων και παντός είδους τροχοφόρων του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθ. 2).
Κατά την ενάσκηση του έργου, αυτού ο Ο.Δ,Δ.Υ. θεωρείται εντολοδόχος του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. και ενεργεί αποκλειστικά για λογαριασμό τους. Ο οργανισμός κατά τη διεξαγωγή του άνω έργου που "εις ουδένα υπόκειται περιορισμό υφιστάμενου εκ των κειμένων διατάξεων περί προμηθειών και εκτελέσεως έργων, μισθώσεως και πωλήσεως και διαχειρίσεως ειδών, κτώμενος δυνάμει του παρόντος νόμου την δυνατότητα και ευχέρεια να ενεργεί με απόλυτον πρωτοβουλίαν, εφόσον κατά την κρίσιν της διοικήσεως αυτού εξυπηρετείται το συμφέρον των εντολέων του.".Εξάλλου με το άρθρο 40 του ν.1882/1990 θεσπίσθηκαν κίνητρα για την απόσυρση και καταστροφή επιβατικών αυτοκινήτων συμβατικής τεχνολογίας, ιδιωτικής χρήσης και την αντικατάστασή τους με άλλα, νέας αντιρρυπαντικής τεχνολογίας και με την 10300/26-7/14-8-1990/Υ.Α καθορίσθηκε η διαδικασία καταστροφής των αυτοκινήτων αυτών, από τον Ο.Δ.Δ.Υ.
με δικά του μέσα, σε δικούς του χώρους. Στη συνέχεια με το άρθρο 20 του ν. 1921/1991, οι διατάξεις του οποίου ίσχυσαν από 1-1-1991 έως 31-12-1992, θεσπίσθηκαν κίνητρα για την απόσυρση και καταστροφή επιβατικών και φορτηγών αυτοκινήτων συμβατικής τεχνολογίας ιδιωτικής χρήσης και την αντικατάστασή τους με άλλα, νέας (αντιρρυπαντικής) τεχνολογίας επιβατικά ή φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, ενώ με την υπ' αριθμό 86653/6673/3-1-1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίσθηκε η διαδικασία απόσυρσης και καταστροφής των αυτοκινήτων αυτών, ορίσθηκε δε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενδιαφερόμενος εμφανίζει και παραδίδει το προς καταστροφή όχημα αυτοδύναμα, χωρίς τη χρήση μεταφορικών μέσων, στις οικίες υπηρεσίες του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.) ο οποίος συντάσσει και του παραδίδει πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής και ότι η καταστροφή του αυτοκινήτου πραγματοποιείται μέσα σε μία εβδομάδα από την παράδοσή του (άρθρο 2 § § 1,3).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι σύμφωνα με το νόμο 251/1976 σκοπός του Ο.Δ.Δ.Υ. είναι η εκποίηση και διαχείριση των κινητών πραγμάτων που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων, που συνιστά επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία δεν δεσμεύεται από καμία διοικητική διαδικασία, καθοριζόμενη από διατάξεις δημοσίου δικαίου, αλλά διέπεται από κριτήρια ιδιωτικοοικονομικά και με γνώμονα την καλύτερη εξυπηρέτηση των εντολέων του.
Επομένως οι διαφορές που ανακύπτουν από τη σύμβαση εκποίησης, καθώς και από τις προηγούμενες ή επόμενες αυτής σχετικές πράξεις του Οργανισμού είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορές και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Όμως, από τις διατάξεις του ν. 1921/1991 και της 86653/6673/1991 κοινής Υπουργικής απόφασης, συνάγεται ότι στόχος της θέσπισης των ως άνω κινήτρων, για την απόσυρση και καταστροφή των αυτοκινήτων συμβατικής τεχνολογίας, ήταν η καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και η μείωση των δυσμενών εν γένει επιπτώσεων, τις οποίες προκαλεί στο περιβάλλον η κυκλοφορία μεγάλου αριθμού παλαιών αυτοκινήτων συμβατικής τεχνολογίας, με επιβλαβή αέρια.
Συνεπώς, τα μέτρα αυτά δεν αποβλέπουν στην οργάνωση και διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων, αλλά αποτελούν εκδηλώσεις κρατικού παρεμβατισμού για την επιδίωξη σκοπού που ανάγεται στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον, δηλαδή στην προστασία του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς εκπομπές των παλαιών αυτοκινήτων αλλά και στην προστασία των πολιτών από τα ανασφαλή παλαιά αυτοκίνητα, η πραγμάτωση του οποίου δημοσίου σκοπού ανατέθηκε στα όργανα του Ο.Δ.Δ.Υ. - Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την από 10-5-1995 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα κοινοπραξία, εκθέτει ότι με την υπ' αριθ. 7741/30-4-1991 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του εναγόμενου οργανισμού (Ο.Δ.Δ.Υ.), μετά από πλειοδοτικό κλειστό διαγωνισμό, τον οποίο προκήρυξε ο τελευταίος και στον οποίο ανακηρύχθηκε πλειοδότρια, αυτή (ενάγουσα), ανέλαβε την υποχρέωση, με τους όρους που αναφέρονται σε αυτή, να προβεί, με δικά της τεχνικά μέσα και εργατοτεχνικό προσωπικό στην καταστροφή των αποσυρόμενων από την κυκλοφορία αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας και τη μετατροπή των σιδήρων τους τμημάτων σε παλιοσίδερα, τα οποία θα περιέρχονταν στην κυριότητά της και ως τίμημα θα πλήρωνε το ποσό των 4,06 δρχ.
ανά χιλιόγραμμο. Ότι, ενώ η ίδια, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής εξεπλήρωσε όλες τις από τη σύμβαση υποχρεώσεις της, εξαιτίας της στην αγωγή περιγραφόμενης συμβατικής, παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του εναγόμενου (μη παράδοση του συμφωνημένου αριθμού αυτοκινήτων προς καταστροφή, μη παράδοση του υλικού καταστροφής εντός της συμφωνημένης, προθεσμίας κλπ.), που είχε σαν αποτέλεσμα να καθυστερήσει το έργο της καταστροφής των αυτοκινήτων και της αποκομιδής του υλικού που προέκυψε, αυτή υπέστη θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος) ζημία, συνολικού ύψους 5.807.508.000 δρχ., κατά τα στην αγωγή ειδικότερα εκτιθέμενα.
Πλην ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι η καθυστέρηση στην απόσυρση των αυτοκινήτων (καταστροφή, αποκομιδή υλικού, καταβολή τιμήματος αυτού) οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, τη χρέωσε με παράνομες και αχρεώστητες ποινικές ρήτρες, καθώς και με προσαυξήσεις εμπρόθεσμης καταβολής και ΦΠΑ επ' αυτών, συνολικού ύψους 4.154.775.000 δρχ., υπολογίζοντας μάλιστα την τιμή του πωλούμενου προς αυτήν υλικό, κατά παράβαση της σύμβασης, σε 5 δρχ.
ανά κιλό. Κατόπιν αυτών, δε, ζητεί να αναγνωρισθεί 1) ότι δεν οφείλεται στον εναγόμενο το αιτούμενο από αυτόν ποσό για ποινικές ρήτρες εμπρόθεσμης καταστροφής- παραλαβής υλικού αποσυρόμενων αυτοκινήτων καθώς και σε προσαυξήσεις και ο ΦΠΑ, 2) ότι η τιμή πωλήσεως του υλικού που προέκυψε από την καταστροφή των αυτοκινήτων ήταν και παρέμεινε η συμφωνημένη και 3) ότι ο εναγόμενος της οφείλει το ποσό των 5.807.508.000 δρχ., για θετική και αποθετική ζημία που υπέστη εξαιτίας της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προκύπτουν, κατά την ανέλεγκτη, ως ειςς πράγματα αναγόμενη, κρίση του, τα εξής: Ο εναγόμενος οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού, δυνάμει των προαναφερθεισών υπουργικών αποφάσεων, προκήρυξε δημόσιο κλειστό πλειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάθεση του έργου της καταστροφής των αποσυρόμενων αυτοκινήτων και την πώληση του υλικού που θα προερχόταν από την καταστροφή τους, στο οποίο αναδείχθηκε ως πλειοδότρια η ενάγουσα κοινοπραξία.
Έτσι στις 30-4-1991 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, με την οποία καθορίσθηκαν οι επί μέρους όροι της καταστροφής των αποσυρομένων αυτοκινήτων και της πωλήσεως του υλικού. Ειδικότερα η μεν ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργήσει, ενώπιον αρμόδιας επιτροπής του Δημοσίου, την καταστροφή των αυτοκινήτων με δικά της μέσα και προσωπικό και παντός είδους έξοδα, στους αποθηκευτικούς χώρους του Ο.Δ.Δ.Υ., ο β' εναγόμενος να πωλήσει στην ενάγουσα τα υλικά από την καταστροφή των αποσυρόμενων αυτοκινήτων, έναντι τιμήματος 4,60 δρχ.
ανά κιλό, για τις ποσότητες που θα συγκεντρώνονταν έως τη λήξη της σύμβασης που ορίσθηκε η 31-12-1991 και κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων η 31-10-1993. Επίσης συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα καθυστερούσε να εγκαταστήσει στους χώρους του εναγόμενου, τα μηχανήματα εντός της ορισθείσας ημερομηνίας ή τα μηχανήματα που θα εγκαθιστούσε δεν λειτουργούσαν ή δεν καταστρέφονταν ημερησίως ορισμένος αριθμός αυτοκινήτων, ο εναγόμενος θα είχε το δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτη μονομερώς την ενάγουσα (αρθ. 3), με κατάπτωση υπέρ του Ο.Δ.Δ.Υ.
της σχετικής εγγυητικής επιστολής που έχει κατατεθεί για την καλή εκτέλεση, εκ μέρους της αντισυμβαλλόμενης, της συμβάσεως. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που δεν καταστραφεί ημερησίως ο αριθμός των αυτοκινήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2. 10 της σύμβασης τότε η αντισυμβαλλόμενη κοινοπραξία (ενάγουσα) θα, επιβαρύνεται με ποινική ρήτρα εκ δρχ. 5000 ημερησίως για κάθε αυτοκίνητο και μέχρι πέντε (5) συνεχείς μέρες καθώς και αν δεν παραλαμβάνεται το υλικό μέσα σε τρεις (3) μέρες εργάσιμες από την ημέρα της καταστροφής τότε ή αντισυμβαλλόμενη είναι υποχρεωμένη να πληρώσει 50.000 δρχ.
για κάθε μέρα καθυστέρησης και μέχρι τρεις (3) ημέρες. Εάν δεν είναι συνεπής στις πιο πάνω προθεσμίες θα κηρύσσεται έκπτωτη, θα διακόπτεται η σύμβαση και η εγγύηση καλής εκτελέσεως θα καταπίπτει υπέρ του ΟΔΔΥ, ενώ ορίσθηκε παράλληλα ότι αν ο ΟΔΔΥ δεν ασκήσει οποιοδήποτε από τα δικαιώματά του ή ασκήσει κάποιο με καθυστέρηση, δεν θεωρείται ,ούτε εκπίπτει του δικαιώματός του (αρθ. 6).
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση το προεκτεθέν ιστορικό και αίτημα της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης (από την οποία προέκυψε η ένδικη διαφορά) η τελευταία φέρει χαρακτήρα μικτής σύμβασης που περιλαμβάνει το μεν σύμβαση έργου ως προς την υποχρέωση της ενάγουσας να καταστρέψει τα αποσυρόμενα αυτοκίνητα, για την οποία ως αμοιβή αποτελεί η αξία του μεταποιημένου σε παλιοσίδερα υλικού, που είναι εμπορεύσιμο, μειωμένου κατά το ποσό των 4.60 δρχ.
κατά κιλό, το δε πώλησης ως προς την υποχρέωση καταβολής του παραπάνω ποσού ανά κιλό υλικού, Η σύμβαση δε αυτή είναι ενιαία, χωρίς δυνατότητα αυτονόμησης και έρευνας, ξεχωριστά και αυτοτελώς του ενός ή του άλλου σκέλους της και ιδία της πώλησης, που είναι παρεπόμενη της σύμβασης του έργου καταστροφής, αφού προϋπόθεση πραγμάτωσης αυτής αποτελεί η προηγούμενη δυνατότητα και ανάληψη της υποχρέωσης καταστροφής των αποσυρόμενων αυτοκινήτων, από την οποία θα προκύψει το υλικό πώλησης, το οποίο δεν είναι καθορισμένο εξ αρχής, αλλά εξαρτάται από τη ροή της απόσυρσης (αρθ. 1 § 3 της σύμβασης).
Η εν λόγω σύμβαση καταρτίσθηκε στα πλαίσια πραγματοποίησης και εξυπηρέτησης δημοσίου σκοπού, αφού αποβλέπει, στην, δια της καταστροφής και ανακύκλωσης του υλικού της παλαιάς τεχνολογίας αυτοκινήτων, προστασία του περιβάλλοντος και των πολιτών γενικότερα, με ένα εκ των συμβαλλόμενων Ν.Π.Δ.Δ, όπως ήταν ο ΟΔΔΥ κατά την κατάρτισή της, το οποίο (ΝΠΔΔ), με βάση τους κανόνες που διέπουν τη σύμβαση (μεταξύ άλλων και ο Ν. 251/1976 και η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 86653/6673/3-1-91 Υπουργ.
Απόφαση κατ' άρθρο 8 της συμβ.) και τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης ενάγουσας - κοινοπραξίας, δεδομένου ότι ο ΟΔΔΥ επιφύλαξε δυνατότητα μονομερούς κήρυξης της αντισυμβαλλομένης ενάγουσας ως εκπτώτου και της μη απώλειας, εκ μέρους του, από τη μη άσκηση εμπροθέσμως οποιουδήποτε από τα δικαιώματά του, ενώ με βάση τις διατάξεις του αρθ. 3 § 2 του Ν. 251/1976, από τις οποίες διέπεται, μεταξύ άλλων, η σύμβαση, διατηρεί την ευχέρεια να ενεργεί με απόλυτη πρωτοβουλία, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του δημοσίου και τέλος έχει το δικαίωμα επιβολής μονομερώς σε βάρος της ενάγουσας των προσβαλλόμενων ποινικών ρητρών, οι οποίες κατ' ορθό χαρακτηρισμό αποτελούν διοικητικά πρόστιμα, αφού δεν καταλογίζονται σε κάλυψη οποιασδήποτε ζημίας, αλλά επιβάλλονται ως πρόστιμα.
Έτσι, με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τα στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα η σύμβαση αυτή είναι διοικητική και συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά που προέκυψε από και κατά την εκτέλεσή της υπόκειται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ύπαρξη δικαιοδοσίας του και αφού ερεύνησε την αγωγή την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει, στα πλαίσια της δυνατότητας του Εφετείου για αυτεπάγγελτη και χωρίς ειδικό παράπονο, εξέταση του παραδεκτού της αγωγής, να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, την οποία αφού εξαφάνισε απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της (άρθρα 1,2 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως ο έχων την έννοια αυτή πρώτος λόγος αναιρέσεως (και όχι αυτή της αντικαταστάσεως της αιτιολογίας της προσβαλλομένης, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ), εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεκτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008,ΑΠ109/2008,ΑΠ446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και την από 4-4-1991 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, δεν στήριξε σε αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του ούτε παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Α.Ε.",περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 6.410/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2011.-
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.-
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ