1647/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2179/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του επί της οποία εκδόθηκε η 239/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 400/21.12.2007 αιτήσεώς του. Η υπόθεση επαναφέρει προς νέα συζήτηση η καλούσα με την από 26.11.2009 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 400/21-12-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 2179/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1647/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τελευταία αυτή διάταξη (12 του ν. 2601) στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 §9 εδ, δ' του ν. 2789/2000, ορίζει μεταξύ άλλων: §2: Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο.
Full text
Απόφαση 1647 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1647/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ν.Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα νομίμως εκπροσωπουμένης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2179/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του επί της οποία εκδόθηκε η 239/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 400/21.12.2007 αιτήσεώς του. Η υπόθεση επαναφέρει προς νέα συζήτηση η καλούσα με την από 26.11.2009 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 400/21-12-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 2179/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 2019Δ/7-4-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας Η.Χ., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Δημητρίου Τσικρικά, η οποία επισπεύδει την κρινόμενη 400/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 2179/2-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της 26-11-2009 κλήσεως της αναιρεσίβλητης, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (1-11-2010), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (1-11-2010). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 §1, 242 §2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 §2 Κ.Πολ.Δ.
Με την κρινόμενη 400/21-12-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2179/2-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 211Μ/18-6-2003 ανακοπή εδιώκετο από τον ήδη αναιρεσείοντα η ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, την οποία επέσπευσε σε βάρος του η καθής και ήδη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με εκτελεστό τίτλο την 96/1992 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την από 24-3-2003 επιταγή προς εκτέλεσή της και την επακολουθήσασα αυτής 1302/3-6-2003 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Ά.Π.
του περιγραφομένου στην εν λόγω έκθεση ακινήτου του. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 170/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 25/27-1-2006 εφέσεως της καθής, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτήν αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2179/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1802/12-11-1986 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία "Θ.Σ.
ΚΑΙ ΑΦΟΙ ΑΕ" και της καθής η ανακοπή, ΕΤΕ και με τις επακολουθήσασες από 12.11.86, 31.1.1989, 28.2.1989, 11.4.1989, 28.2.1989, 19.5.1989, 30.6.1989, 12.7.1989, 17.7.1989, 31.7.1989, 4.8.1989, 10.10.1989, 10.11.1989, 7.12.1989, 21.12.1989, 4. 1.1990, 2.7.1990, 31.7.1990, 1.11.1990, 5.8.1991, 4.9.1991 πρόσθετες αυξητικές της αρχικής συμβάσεως πράξεις, η καθής τράπεζα χορήγησε στην πιστούχο εταιρία πίστωση μέχρι του ποσού των 700.300.000 δρχ, ο δε ανακόπτων μαζί με τους α] Π.Σ. [ήδη αποθανόντα} και β] Ε.Σ.
εγγυήθηκε την τήρηση των όρων της συμβάσεως και των προσθέτων πράξεων ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρία ως αυτοφειλέτης παραιτηθείς της ενστάσεως διζήσεως και όλων των λοιπών ενστάσεων του εγγυητή και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού.
Για την εξυπηρέτηση της εν λόγων συμβάσεως πιστώσεως τηρήθηκε από την καθής Τράπεζα ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε οριστικά, μετά την τελευταία αναγνώριση υπό της πιστούχου [15.12.1991], κατόπιν καταγγελίας της καθής την 2.3.1992. Το οριστικό κλείσιμο και το χρεωστικό κατάλοιπο εκ 682.968.780 δρχ εντόκως από 16.9.1991 γνωστοποίησε η καθής Τράπεζα στην πιστούχο και στους εγγυητές με την από 2.3.1992 επιστολή της [υπ' αριθμ. 1724, 1725, 1726 και 1727/23.3.1992 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εδέσσης Η.Χ.].
Το χρεωστικό υπόλοιπο μετέφερε αυθημερόν η καθής στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό καθυστερήσεως με τελικό χρεωστικό υπόλοιπο 660.685.960 δρχ. Ακολούθως η καθής ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 96/1992 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης με την οποία υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια εταιρία και oι εγγυητές [συμπεριλαμβανομένου και του ανακόπτοντος] να της καταβάλουν το ποσό των 660.685.960 δραχμών για κεφάλαιο απαιτήσεως μετά του τόκου υπερημερίας 16.9.1991.
Αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή της ως άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην πιστούχο και στον ανακόπτοντα δύο φορές ήτοι στις 10.6.1992 και 6.7.1992 [βλ προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως και το υπ' αριθμ. 2488/30.7.1992 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής]. Κατά συνέπεια η Διαταγή αυτή πληρωμής, εφόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ανακοπή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
Με βάση την απρόσβλητη πλέον διαταγή πληρωμής ως τίτλο εκτελεστό η καθής επέσπευσε κατά του ανακόπτοντος, λόγω του ότι εν των μεταξύ κηρύχτηκε σε πτώχευση η πιστούχος εταιρία με την υπ' αριθμ. 21/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, αναγκαστική εκτέλεση. Ειδικότερα προέβη αυτή σε επίδοση στον ανακόπτοντα εκ νέου στις 2.4.2003 της Διαταγής Πληρωμής με την από 24.3.2003 επιταγή προς πληρωμή και στην οποία περιλαμβανόταν δήλωση της καθής ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της πίστωσης για το οποίο εκδόθηκε η Διαταγή Πληρωμής υπολογιζόμενο χωρίς ανατοκισμό είχε ανέλθει στις 31.12.1999 στο ποσό των 1.545.000.000 δρχ.
Ακολούθως δυνάμει της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1302/3.6.2003 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Α.Π. δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής προέβη στην κατάσχεση της ακινήτου ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος [ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 4014 τμ της αγροτικής περιοχής ...
Μουδανιών Χαλκιδικής με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ορισμένου τμήματος] μαζί με την κτισμένη διώροφη οικοδομή, [η μετάβαση του ακινήτου είχε τελεσίδικα διαρρηχθεί ως καταδολιευτική] προκειμένου να ικανοποιηθεί μέρος της ως άνω απαιτήσεως της επισπεύδουσας ποσού 150.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων με την από 25.9.2001 αίτησή του προς την καθής Τράπεζα ζήτησε την υπαγωγή της οφειλής του στην ρύθμιση του άρθρου 30 του Ν.·· 2789/2000 και τον επανακαθορισμό αυτής ως και αντίγραφο του δανειακού λογαριασμού με την κίνηση μέχρι την 24.9.2001. Η καθής με την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση απέρριψε τα αιτήματά του αυτά, με την αιτιολογία ότι η οφειλή της, πιστούχου, για την οποία εγγυήθηκε ο ανακόπτων ως αυτοφειλέτης ανερχόμενη την 31.12.1999 υπερέβαινε το ποσό των 750.000.000 δραχμών και ως εκ τούτου δεν ενέπιπτε στην ρύθμιση οφειλών κατ' άρθρ. 30 του ως άνω νόμου.
Ο ανακόπτων με την ανακοπή του ισχυρίστηκε ότι η καθής Τράπεζα υπολογίσασα το ύψος της πιστώσεως με τρίμηνο ανατοκισμό και όχι με εξάμηνο ανατοκισμό, μη συννόμως δεν προέβη σε επανακαθορισμό της οφειλής της πιστούχου, για την οποία εγγυήθηκε αυτός, ακύρως δε επέσπευσε, με τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του πριν από την πλήρωση της αίρεσης του επανακαθορισμού της απαιτήσεως της, ο μη δε προηγούμενος ακριβής καθορισμός του ύψους της οφειλής του με βάση αναγνωριστική δικαστική απόφαση κατέστησε την απαίτηση της σε βάρος του αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη και συνεπώς ως ex lege απαίτηση υπό τον όρο.
Ο λόγος αυτός ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο εκτοκισμός των τόκων ανά τρίμηνο, του προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως πιστώσεως ανοιγέντος αλληλοχρέου λογαριασμού αποτέλεσε συνομολογηθέντα όρο της μεταξύ της πιστούχου εταιρίας, και της καθής συμβάσεως πιστώσεως [άρθρ 2 αυτής] την τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων.
Εξ άλλου οι διατάξεις του Ν. 2789/2000 με τον οποίο θεσπίστηκε ανώτατο όριο των απαιτήσεων των Τραπεζών από τόκους και ανατοκισμό από τραπεζικές πιστώσεις δεν επηρεάζουν, μεταξύ των άλλων και όσα κρίθηκαν με διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, καθώς η τελευταία προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματα της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ελέγχεται αβάσιμος διότι η καθής Τράπεζα ορθά δεν εφήρμοσε τις ρυθμίσεις του Ν. 2789/2000 ως προς την οφειλή του ανακόπτοντος ως εγγυητού, αφού αυτή εμπίπτει στις εξαιρέσεις που ο ίδιος ο Νόμος Θεσπίζει, καθόσον το ύψος της οφειλής του ανακόπτοντος είχε διαμορφωθεί στις 31.12.1999 με τους νομίμους τόκους υπερημερίας επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου με βάση την 96/1992 ως άνω Διαταγή Πληρωμής από 16.9.1991 έως 31.12.1999 στο ποσό των 1.445.000.000 δρχ χωρίς ανατοκισμό δηλαδή υπερέβαινε το ποσό των 750.000.000 δρχ.
κατά συνέπεια ως εκ του ύψους της οφειλής δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ρυθμίσεις του Ν. 2789/2000. Κατά τα λοιπά ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι η ρύθμιση του άρθρου 30 Ν. 2789/2000 και 42 Ν. 2912/2001 δεν κατέστησαν καθ' εαυτήν την απαίτηση της καθής αβέβαιη ή ανεκκαθάριστη υπό την έννοια των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται δε για το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής, η συγκοινοποίηση με την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση και αναγνωριστικής δικαστικής αποφάσεως για το κύρος ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης και των προσβαλλόμενων δια της ανακοπής πράξεων αυτής." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος.
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατ' άρθρο 30 §4 εδ. β' του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 Ι του ν. 2873/2000 και το άρθρο 42
ΙΙ του ν. 2912/2001, από της ισχύος αυτού (11.2.2000) τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν εργασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000. Με το άρθρο 47 Ι του ν. 2873/2000 η άνω χρονική διάρκεια παρατάθηκε έως την 31-3-2001 και με το άρθρο 42
ΙΙ του Ν. 2912/2001 έως την 31-12-2001. Εξάλλου, με το άρθρο 30 §9 εδ. δ' του ν. 2789/2000, το οποίο επαναδιατυπώθηκε με το άρθρο 39 §4 εδ. 1 του Ν.3259/2004, ορίζεται, ότι δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, απαιτήσεις εκ δανείων ή πιστώσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 750.000.000 δραχμές, όπως οι απαιτήσεις αυτές έχουν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με υπολογισμό της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 κατά τράπεζα, δηλαδή αφαιρουμένων των τόκων εξ ανατοκισμών.
Η τελευταία αυτή διάταξη (12 του ν. 2601) στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 §9 εδ, δ' του ν. 2789/2000, ορίζει μεταξύ άλλων: §2: Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο.
Για τα στεγαστικά δάνεια ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός μετά δωδεκάμηνο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ για τη χορήγηση πιστώσεων μέσω πιστωτικών δελτίων (καρτών) ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός από την πρώτη ανανέωσή της, §3: Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη ισχύος του ν. 1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νομού.
Τέλος, κατά το άρθρο 30 §8 του ν. 2789/2000 "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν, μεταξύ άλλων, και όσα κρίθηκαν οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην έννοια της "τελεσίδικης κρίσης" περιλαμβάνονται όσες απαιτήσεις κρίθηκαν είτε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση είτε με διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως και των δύο ανακοπών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 632 §1 και 633 §2 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι το ύψος της οφειλής του αναιρεσείοντος είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας από 16-9 έως 31-12-1999 επί του επιδικασθέντος με την έχουσα ισχύ δεδικασμένου 96/1992 διαταγή πληρωμής κεφαλαίου, στο ποσό του 1.445.000.000 δρχ., χωρίς ανατοκισμό, που αποκλείει την εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 2789/2000, ώστε να τίθεται θέμα, σε κάθε περίπτωση, μη εκκαθαρισμένου της απαιτήσεως κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 915, 916 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων απέρριψε την ανακοπή.
Κατά συνέπεια ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 400/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 2179/2-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ