Legislator Case Law & Legislation
1647/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to insufficient reasoning regarding facts affecting the case outcome.

Case Number 1647/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on an inheritance dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its ruling because its reasoning was insufficient and contradictory regarding the will's interpretation. The court held that the appeal failed because the lower court's evaluation of evidence and the will's ambiguity were matters of fact not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) K.Pol.D.; Art. 561(1) K.Pol.D.; An appeal is inadmissible for lack of legal basis if the lower court's reasoning fails to adequately address facts crucial to the outcome, whereas errors in evaluating evidence or interpreting ambiguous wills are not grounds for reversal.

Keywords

AI generated
lack of legal basis insufficient reasoning appellate review will interpretation evaluation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) K.Pol.D.
Art. 561(1) K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 24/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1647 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1647/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μητράγκα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2007 του Εφετείου Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 23-2-1998 απεβίωσε στη ... η αδελφή του πατέρα της ενάγουσας, θεία της και θεία του εναγομένου ΑΑ, κάτοικος όσο ζούσε ... . Αυτή κατέλιπε μεταξύ των άλλων περιουσιακών στοιχείων και ένα οικόπεδο με τα επ' αυτού κτίσματα, που κείται στο ...

στο Ο.Τ. με αριθμό ... επί της οδού ..., εμβαδού 348 τ. μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, συνορευόμενο με την οδό ..., με ιδιοκτησία ..., με την οδό ..., με την οδό ... και με ακίνητο ιδιοκτησίας ... (...) και με πεζόδρομο. Στο ακίνητο "αυτό υπάρχουν τα εξής κτίσματα: Μια παλαιά πλινθόκτιστη ισόγεια οικία, εμβαδού 107 τ.μ. με τους λοιπούς βοηθητικούς χώρους, ήτοι μιας παλαιάς λιθόκτιστης -ισόγειας αποθήκης εμβαδού 77,77 τ.μ.

και ένα υπόστεγο, εμβαδού 23,45 τ.μ. Την 23-2-1998, όπως αναφέρθηκε πέθανε η AA, κάτοικος όσο ζούσε ..., η οποία άφησε την ... διαθήκη της μία και μοναδική, που συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμυνταίου Αναστασίας Ραρρή-Ελευθεριάδου, η οποία διαθήκη δημοσιεύθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας με το 51/2-4-1998 πρακτικό δημοσίευσης.

Με την παραπάνω διαθήκη της αυτή κατέλιπε στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα, νομή, και κατοχή το επίδικο οικόπεδο με τα κτίσματά του, όπως παραπάνω, λόγω της ιδιαίτερης στοργής και αγάπης που έτρεφε προς αυτή που τη γηροκόμησε τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής της. Συγκεκριμένα στη διαθήκη της ανέφερε ότι: "στην ανεψιά μου Ψ αφήνω το οικόπεδό μου με το παλιό σπίτι, όσης έκτασης και αν είναι αυτό, που βρίσκεται στο ..., στην οδό ...

και συνορεύει με ακίνητα ... και ...". Στη συνέχεια η ενάγουσα με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Σακελλάρη και ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ανασελίτσας (Νεαπόλεως) Βοΐου Κοζάνης, αποδέχθηκε το ως άνω οικόπεδο με την επ'αυτού οικία και βοηθητικούς χώρους και μετέγραψε αυτή (πράξη) στον τόμο ... και αριθμό ...

στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας. Μάλιστα έχει υποβάλει στη ΔΟΥ ... την ... και με αριθμό φακέλλου ... συμπληρωματική δήλωση φόρου κληρονομίας, αντίγραφο της οποίας προσαρτάται στην ... πράξη και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο κληρονομίας για το επίδικο. Και ότι ο εναγόμενος αν και γνώριζε τον όρο της διαθήκης αυτής ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο το άφησε η κληρονομουμένη στην ενάγουσα, αυτός αποδέχθηκε μεταξύ των άλλων περιουσιακών στοιχείων που του άφησε η παραπάνω αποβιώσασα και το επίδικο ακίνητο.

Ειδικότερα σ' αυτόν η κληρονομουμένη άφησε με την παραπάνω διαθήκη της όλη την υπόλοιπη και μη κατονομαζόμενη περιουσία της, κινητή και ακίνητη, αστική και αγροτική οπουδήποτε και αν βρίσκεται, από οποιαδήποτε και οσαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και αν αποτελείται και από οποιαδήποτε αιτία και αν ανήκει σ' αυτή.

Από όλα αυτά προκύπτει ότι κυρία, νομέα και κάτοχο στο επίδικο η παραπάνω κληρονομουμένη άφησε την ενάγουσα και στην οποία έκτοτε από την αποδοχή της κληρονομίας της ανήκει σ' αυτή κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή. Την κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο τη στηρίζει στα παρακάτω στοιχεία: α) στην υπ' αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας της ενάγουσας από την οποία προκύπτει ότι αυτή αποδέχθηκε, ... οικόπεδο που βρίσκεται στο ΟΤ. 50Α επί της οδού Αγίου Γεωργίου, εμβαδού 348 τ.μ., όπως αυτό φαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α στο προσαρτόμενο στο παρόν τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ..., ... .

Επί του παραπάνω ακινήτου υπάρχουν αα) παλαιά λιθόκτιστη ισόγεια οικία 107 τ.μ., ββ) παλαιά λιθόκτιστη ισόγεια αποθήκη 77,77 τ.μ., και γγ) υπόστεγο εμβαδού 23,45 τ.μ., β) στην υπ' αριθμ. ... δήλωση, ορθή δήλωση αποδοχής κληρονομίας της ... πράξης της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας στην οποία επαναλαμβάνονται τα αναφερόμενα στην ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας, γ) από το κείμενο της ... δημόσιας διαθήκης της ως άνω κληρονομουμένης προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτή κατέλιπε στην ενάγουσα το οικόπεδο με το παλαιό σπίτι ... ενώ στον εναγόμενο αφήνει όλη την υπόλοιπη μη κατονομαζόμενη περιουσία της. Από τον όρο αυτό συνάγεται ότι το οικόπεδο που άφησε η κληρονομούμενη στην ενάγουσα, δεν είναι μη κατονομαζόμενη περιουσία για να αξιώνει ο εναγόμενος δικαίωμα σ' αυτή από τη διαθήκη αλλά κατονομαζόμενη και μάλιστα συγκεκριμένη ένα οικόπεδο ...

και όχι όλη την περιουσία, όπως αναφέρει για τον εναγόμενο. δ) την από 19-11-2002 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ... από την οποία προκύπτει ότι στο ακίνητο αυτό-οικόπεδο, εμβαδού 348 τ.μ., υπάρχει λιθόκτιστη κατοικία και δύο λιθόκτιστες αποθήκες, ε) στο από 20-9-1999 υπόμνημα ερμηνείας διαθήκης της ενάγουσας που απευθύνει προς τη ΔΟΥ ...

και στην οποία δηλώνει το επίδικο, στ) το από 19-11-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο οικόπεδο είναι αυτοτελές και δεν προέρχεται από συνένωση δύο οικοπέδων, η) την από 13-8-1998 τεχνική έκθεση του μηχανικού ... από την οποία προκύπτει ότι στο επίδικο οικόπεδο βρίσκονται και τα παραπάνω κτίσματα (παλιά οικία, υπόστεγο και αποθήκη).

Όλα αυτά οδηγούν το παρόν Δικαστήριο στην κρίση ότι το επίδικο οικόπεδο με τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα ανήκει στην ενάγουσα. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι πρόκειται περί δύο οικιών οι οποίες χωρίζονται με κτίσμα και περί δύο οικοπέδων ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού όπως και παραπάνω αναφέρθηκε σ' αυτόν ανήκει η μη κατονομαζόμενη περιουσία της κληρονομουμένης και όχι η κατονομαζόμενη ήτοι αυτή που κατέλιπε η παραπάνω στην ενάγουσα.

Η κρίση δε του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι με το από 5-2-2007 έγγραφο του κτηματολογικού γραφείου του ... φαίνεται ότι η ενάγουσα δήλωσε σ' αυτό ακίνητο από χρησικτησία 120 τ.μ. και όχι 438 τ.μ. που είναι το επίδικο, καθόσον από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει ότι αυτό που δήλωσε είναι το επίδικο.

Επίσης και από το από 22-3-2005 κατηγορητήριο, από το οποίο με το επισυναπτόμενο σ' αυτό απόσπασμα της 271/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (Φλώρινας προκύπτει ότι, η ενάγουσα και οι μάρτυρές της στην δίκη αυτή ... και ... κηρύχθηκαν ένοχοι για ψευδορκία, οι μάρτυρες και ηθική αυτουργία η ενάγουσα για περιστατικά τα οποία κατέθεσαν ήτοι σχετικά με την ύπαρξη τοιχίου και των δύο οικιών ή μιας.

Και αυτό γιατί, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε το επίδικο ακίνητο είναι ένα και μία η οικία και επομένως τα περιστατικά αυτά που κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί δεν είναι τόσο σημαντικά ώστε να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ως προς την ορθή κρίση του. Τέλος αξίζει να σημειωθεί οι παραπάνω καταδικασθέντες ... άσκησαν έφεση κατ' αυτής ..., η οποία εκκρεμεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ακολούθως, κατά παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη έφεση και δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελείται από ένα ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 348 τετρ. μέτρων, επί του οποίου υπάρχει μια οικία (παληά, πλινθόκτιστη, ισόγεια), εμβαδού 107 τετρ.

μέτρων με τους λοιπούς βοηθητικού χώρους, δηλαδή μια παληά λιθόκτιστη ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 77,77 τετρ. μέτρων και ένα υπόστεγο, εμβαδού 23,45 τετρ. μέτρων και ότι το εν λόγω ακίνητο οικόπεδο με οικία και λοιπούς βοηθητικούς χώρους καταλείφθηκε στην αναιρεσίβλητη με τη ... διαθήκη της θανούσας, θείας της ΑΑ, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το περιεχόμενό της, ενώ με την ίδια διαθήκη καταλείφθηκε στον αναιρεσίβλητο "όλη η υπόλοιπη μη κατονομαζόμενη περιουσία της, κινητή και ακίνητη, αστική και αγροτική οπουδήποτε και αν βρίσκεται, υπό οποιαδήποτε και οσαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και αν αποτελείται και από οποιαδήποτε αιτία και αν ανήκει σ' αυτή - διαθέτιδα-", χωρίς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ασκεί καμία έννομη επιρροή ή παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να κρίνει, αν η αποθήκη είναι κτίσμα παληότερο ή νεώτερο της κύριας οικίας ή αν η τελευταία είναι όντως αποθήκη ή αυτοτελής οικία, καθώς και η αναφορά της ίδιας απόφασης στην καταδίκη των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και της ίδιας για ψευδορκία και ηθική σ' αυτή αυτουργία, αντίστοιχα, ως προς τα γεγονότα που οι πρώτοι απ' αυτούς κατέθεσαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου "περί της ύπαρξης τοιχίου και δύο οικιών ή μιας", με τη 271/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας, εφόσον οι αποδιδόμενες πιο πάνω κατηγορίες θα επιλυθούν τελεσίδικα (ή και αμετάκλητα) από τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια, αφού η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν, εναπόκειται στην κυριαρχικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών.

Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνιση τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού, μολονότι διαπίστωσε έμμεσα, ότι η δημόσια διαθήκη της θανούσας, θείας των διαδίκων ΑΑ παρουσίαζε ασάφεια ως προς την αληθινή βούληση της διαθέτιδας, όσον αφορά την ταυτότητα του κληρονομιαίου ακινήτου-οικοπέδου με οικία-, που καταλείφθηκε στην αναιρεσίβλητη, δεν προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της εν λόγω διαθήκης ως προς την ανεύρεση της αληθινής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βούλησης της διαθέτιδας, αλλά στήριξε την κρίση του ως προς την ταυτότητα του πιο πάνω ακινήτου, μεταξύ άλλων και στο από 20-9-1999 υπόμνημα ερμηνείας διαθήκης, που η αναιρεσίβλητη απηύθυνε προς τη ΔΟΥ ... .

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στην κρίση, ότι το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο αποτελείται από ένα ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 348 τετρ. μέτρων με την πάνω σ' αυτό παληά πλινθόκτιστη ισόγεια οικία, εμβαδού 107 τετρ. μέτρων και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, δηλαδή μια παληά λιθόκτιστη ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 77,77 τετρ.

μέτρων και ένα υπόστεγο, εμβαδού 23,45 τετρ. μέτρων, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στο κείμενο της επίμαχης διαθήκης από το οποίο "προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτή -διαθέτις- κατέλιπε στην ενάγουσα το οικόπεδο με το παλαιό σπίτι ... ενώ στον εναγόμενο αφήνει όλη την υπόλοιπη μη κατονομαζόμενη περιουσία της. Από τον όρο αυτό συνάγεται ότι το οικόπεδο που άφησε η κληρονομούμενη στην ενάγουσα, δεν είναι μη κατονομαζόμενη περιουσία για να αξιώνει ο εναγόμενος δικαίωμα σ' αυτή από τη διαθήκη αλλά κατονομαζόμενη και μάλιστα συγκεκριμένη ένα οικόπεδο ...

και όχι όλη την περιουσία, όπως αναφέρει για τον εναγόμενο ...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν διέγνωσε, έστω και έμμεσα, ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την περιεχόμενη στην πιο πάνω δημόσια διαθήκη δήλωση της διαθέτιδας ως προς την εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης στο διεκδικούμενο κληρονομιαίο ακίνητο, ώστε να απαιτείται για την αποσαφήνισή της ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης της διαθέτιδας.

Ο εξεταζόμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 110/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσtηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ