Legislator Case Law & Legislation
1647/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of contractor's claim regarding unilateral modification of construction cost estimates.

Case Number 1647/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the contractor's appeal against the First Instance Court's dismissal of their claim regarding unilateral modifications to construction cost estimates. The contractor argued that the lower court erred in accepting the administration's retrospective changes to work classifications and payment terms without proper procedural safeguards. The court found that the lower court violated specific statutory provisions governing the modification of estimates and the timeline for their approval, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(7) and 8 of Law 1418/1984; Articles 38 and 40 of Decree-Law 609/1985: The administration's unilateral modification of work classifications and associated remuneration without adhering to statutory timelines and procedural requirements constitutes a violation of substantive law justifying an appeal.

Keywords

AI generated
unilateral modification construction estimates administrative procedure contractor rights retroactive changes cost certification legal violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 5(7) and 8 of Law 1418/1984
Articles 38 and 40 of Decree-Law 609/1985
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1647 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1647/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας εργοληπτικών επιχειρήσεων με την επωνυμία "Κοινοπραξία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε.-ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φιλιώ Μεντή.

Της αναιρεσιβλήτου: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μυτιλήνης (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.), Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με έδρα την Μυτιλήνη Νομού Λέσβου, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κόρακα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2003 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου.

Εκδόθηκε η με αριθμό 284/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 8/5/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Περαιτέρω, το άρθρο 38 του π.δ. 609/1985 (ΦΕΚ Α' 223) ορίζει τα εξής: "1. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών. Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας.

Τα επιμετρητικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντα κι εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο. 2. Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα.

Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι'αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών.

Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.

Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας και ο ανάδοχος αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο δικαίωμα της ένστασης.

'Οταν πρόκειται για εργασίες που η ποσοτική τους επαλήθευση δεν θα είναι δυνατή στην τελική μορφή του έργου, όπως εργασίες που πρόκειται να επικαλυφθούν από άλλες και να μην είναι τελικά εμφανείς ο χαρακτηρισμός της σκληρότητας εδαφών, ποσότητες που παραλαμβάνονται με ζύγιση ή άλλα παρόμοια, ο ανάδοχος υποχρεούται να καλέσει τον επιβλέποντα να προβούν από κοινού στην καταμέτρηση, χαρακτηρισμό ή ζύγιση και να συντάξουν πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, πρωτόκολλο χαρακτηρισμού Εκσκαφών ή πρωτόκολλο ζυγίσεως αντίστοιχα. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί σε σοβαρές περιπτώσεις να ορίσει επιτροπή για την παραλαβή των εργασιών και τη σύνταξη των πιο πάνω πρωτοκόλλων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης και η προϊσταμένη αρχή να παραγγείλει τη συγκρότηση τέτοιων επιτροπών.

Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων. Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας.

Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις, ούτε παρέχει το δικαίωμα σ' αυτόν να υποβάλλει νέες. Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία η γι' αυτές που τυχόν επιβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο πριν από τον έλεγχο της υπηρεσίας.

Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται από τον ανάδοχο. Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση".

Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω π.δ/γμα ορίζει στο άρθρο 40 τα εξής: "1. 2. Μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλόμενων σ' αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν. Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών.

Κατ' αρχήν απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί. 3. 4. 5. 6. Οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και για την πληρωμή συνοδεύονται μόνο από ανακεφαλαιωτικό συνοπτικό πίνακα των εργασιών που εκτελέσθηκαν από την αρχή του έργου, Από κάθε νεότερο λογαριασμό αφαιρούνται τα ποσά που πληρώθηκαν με τους προηγούμενους λογαριασμούς. 7.

Οι λογαριασμοί υποβάλλονται σία Διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/84. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η Διευθύνουσα υπηρεσία με διαταγή της προς τον ανάδοχο επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο επιβλέπων υπογραφεί το λογαριασμό βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία. Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. ... 8.

Τέλος, ο ν. 4418/1984 (ΦΕΚ Α' 23), ορίζει στο άρθρο 5, (όπως τούτο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο) και πριν από την αναρρίθμηση των παραγρ. 7 έως 11 με το άρθρ. 1 του Ν. 2940/2001 ότι 7. Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών. 8. (όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2229/1994, ΦΕΚ Α' 138).

Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.

Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, που εφαρμόζονται και στα έργα που εκτελούνται από τις Δημοτικές και Κοινοτικές Επιχειρήσεις (άρθ. 1 και 11 παρ.5 του π.δ/τος 171/1987 προκύπτουν τα εξής: Με το αφορόν τις επιμετρήσεις άρθρο 38 του π.δ/τος 609/1985 δεν τάσσεται προθεσμία στην Διευθύνουσα Υπηρεσία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων, όπως αντιθέτως τάσσεται για τον έλεγχο και την έγκριση της τελικής επιμετρήσεως.

Εφόσον, όμως η πληρωμή του αναδόχου -η καθυστέρηση της οποίας πέραν του διμήνου επιφέρει υπέρ αυτού τις συνέπειες της παρ.8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία.

Για το λόγο αυτό, και προς τον σκοπό να επιλύονται οριστικώς και επικαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεως του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δυο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μη επικρατεί αβεβαιότης- πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων- η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός ευλόγου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση.

Συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει, ούτε κατά το στάδιο ελέγχου της τελικής επιμετρήσεως, με την οποία απλώς ανακεφαλαιώνονται οι ποσότητες των τμηματικών επιμετρήσεων, όπως ρητώς ορίζει η παρ. 4 του άρθρου 38 του π.δ. 609/1985 στο εδάφιο α', ούτε με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής.

Η διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 53 του π.δ. 609/1985, που ορίζει ότι η αρμόδια για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής του έργου επιτροπή "ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται", δεν έχει την έννοια ότι με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής μπορούν να αμφισβητηθούν εργασίες που περιελήφθησαν σε τμηματικές επιμετρήσεις οι οποίες είτε εγκρίθηκαν ρητώς είτε θεωρούνται ως σιωπηρώς εγκριθείσες λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή τους προς έγκριση στην Διευθύνουσα Υπηρεσία.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 40 παρ.7 του Π.Δ. 609/1985 και 5 παρ.8 του Ν.1418/1984, προκύπτει ότι η ρητή εμπρόθεσμη (εντός της αποκλειστικής προθεσμίας τους ενός μηνός) έγκριση των τμηματικών λογαριασμών-πιστοποιήσεων του έργου και των επιμετρητικών στοιχείων που τις συνοδεύουν αλλά και η αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση του λογαριασμού με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός, συνεπάγονται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο, χωρίς να μπορεί η διευθύνουσα υπηρεσία με μεταγενέστερη πράξη της να προβεί σε περικοπές και μειώσεις κονδυλίων εκτελεσθεισών εργασιών των πιστοποιήσεων.

Τέλος όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων 5 παρ.7 και 8 του Ν.1418/1984, 38 και 40 παρ. 6 του ΠΔ 609/1985, καθένας από τους πίνακες που καταρτίζονται κατά τη διάρκεια του έργου έστω και με την έννοια του ανακεφαλαιωτικού είναι αυτοτελής, ως προς το είδος και ποσό των περιλαμβανόμενων σ'αυτό εργασιών και την αξία τους, με την έννοια ότι εφ' όσον δεν αμφισβητηθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο προσηκόντως ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών αρχών και του δικαστηρίου, το περιεχόμενό του, οριστικοποιείται, οι δε απαιτήσεις που προέρχονται απ'αυτόν δεν μπορούν να προσβληθούν με αφορμή την κατάρτιση και τον έλεγχο μεταγενέστερου πίνακα, αφού τα δεδομένα αυτά διαμορφωθέντα με την ανεπιφύλακτη συναίνεση αμφοτέρων των μερών, ανάγονται πλέον στο συμβατικό μέρος της κατά τις διατάξεις του Ν.1418/1985 και του ΠΔ 609/1985 καταρτιζόμενης εργολαβικής σχέσης, και αποτελούν εκ των πραγμάτων στοιχείων καθοριστικά της περαιτέρω συναλλακτικής σχέσης και συμπεριφοράς καθενός των συμβαλλομένων, κατά τη διαχρονική εξέλιξη της σχέσης και μέχρι την ολοκλήρωσή της.

Εν όψει δε αυτών, η μονομερής από τον κύριο του έργου ή την διευθύνουσα υπηρεσία, μεταβολή των δεδομένων κονδυλίων προγενέστερων ανακεφαλαιωτικων πινάκων του έργου, που καταρτίσθηκαν εγκρίθηκαν, και οριστικοποιήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα σε σχέση με προγενέστερες τμηματικές εκτελεσθείσες πιστοποιήσεις, δεν είναι επιτρεπτή ούτε κατά τον πραγματοποιούμενο μεταγενέστερο τελικό έλεγχο, εάν η μεταβολή αυτή και η ανατροπή του οριστικοποιημένου ανακεφαλαιωτικού πίνακα και της συναφούς πιστοποίησης εργασιών και εντολής πληρωμής, οφείλεται αποκλειστικά σε μεταβολή των απόψεων της υπηρεσίας αυτής ως προς τη νομιμότητα των κονδυλίων των οποίων επιχειρείται η μεταβολή μεταγενέστερα, αφού στην περίπτωση αυτή, λόγω της πιο πάνω ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι γενικές αρχές για την ανάκληση από τη διοίκηση παράνομων πράξεών της, ούτε οι διατάξεις για την ακύρωση δήλωσης λόγω ουσιώδης πλάνης του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1272/2003).

Τα προαναφερθέντα δεν αναιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 38, 40 παρ.6, 8, 43, 54 και 55 του ΠΔ 609/1985. Στη περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που έκρινε επί προσφυγής της αναιρεσείουσας Κοινοπραξίας, η οποία αφού ισχυρίζεται, ότι έχει συνάψει με την καθής εργολαβική σύμβαση για την κατασκευή του περιγραφόμενου δημοτικού έργου (κατασκευή δικτύων ομβρίων, ύδρευσης κλπ Μυτιλήνης), ζητεί να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες α) οι αναφερόμενες στην προσφυγή ποσοτήτων εργασιών, διορθώσεις προσθήκες κλπ, που έγιναν από τη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία στα 1ο, 2ο , 3ο, 5ο, 7ο, 8ο, 9ο, 19ο, 21ο. 25ο, 26ο, και 28ο Πρωτόκολλα παραλαβής Αφανών Εργασιών, β) η 55α/6/27-7-2002 απόφαση του ΔΣ της καθής, με την οποία παορρίφθηκε η σχετική από 31-5-2002 ένστασή της και γ)η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου της σχετικής, επίσης, 23/24-10-2002 αίτησης θεραπείας δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την από 8-4-1998 εργολαβική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η καθής ανέθεσε στην προσφεύγουσα και η τελευταία ανέλαβε να εκτελέσει το δημοτικό έργο "Κατασκευή δικτύων ομβρίων - ακαθάρτων και ύδρευσης κεντρικού και βόρειου τμήματος, πόλης Μυτιλήνης - Περιοχή Γ'", προϋπολογισμού δαπάνης. 2.070.295.417 δραχμών, στην οποία περιλαμβάνονται για απρόβλεπτα 170.941.823 δραχμές, όχι όμως η πρόβλεψη αναθεώρησης και ο Φ.Π.Α.

Το έργο αυτό, όπως συνομολογείται κι από τις δύο πλευρές, έχει περατωθεί από 31.12.2001. Κατά την εκτέλεση του η προσφεύγουσα άνοιγε τρία κατά κανόνα ορύγματα στους δρόμους της συγκεκριμένης περιοχής, τα οποία ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους και από τα οποία το ένα προοριζόταν για το δίκτυο ύδρευσης, το δεύτερο για το δίκτυο αποχέτευσης και το τρίτο για το δίκτυο ομβρίων.

Σύμφωνα με το σχετικό περιγραφικό τιμολόγιο και τις τεχνικές προδιαγραφές του έργου, οι χωματουργικές εργασίες, που ενδιαφέρουν εδώ, ήταν α) Εκσκαφές σκαμμάτων αγωγών για κατοικημένες περιοχές (ΑΤΙ), β)Εκσκαφές σκαμμάτων αγωγών ύδρευσης (ΑΤ1α), γ) Εκσκαφές θεμελίων τεχνικών έργων (ΑΤ2), δ) αποκομιδή προϊόντων εκσκαφής (ΑΤ3), ε) Επίχωση κάθε είδους ορυγμάτων με θραυστό υλικό λατομείου σε κατοικημένες περιοχές (ΑΤ4) και στ) Εγκιβωτισμός σωλήνων με άμμο λατομείου (ΑΤ5).

Η επίχωση των προαναφερόμενων ορυγμάτων μέχρι το χείλος τους, δηλαδή 50 εκατοστά κάτω από τη στάθμη του. οδοστρώματος, αποζημιώθηκε κανονικά με βάση τις τιμές των ΑΤ4 και ΑΤ5. Πάνω από το χείλος των ορυγμάτων και σε πάχος 50 εκατοστών η προσφεύγουσα κατασκεύασε το κατάστρωμα της οδού, το οποίο αποτελείται από υπόβαση και βάση από θραυστό υλικό λατομείου, συνολικού πάχους 40 εκ., και δύο στρώσεις ασφαλτοτάπητα, συνολικού πάχους 10 εκατοστών (βλ.

τις τυπικές διατομές σκαμμάτων). Πριν ωστόσο από την οριστική επίχωση και αποκατάσταση του οδοστρώματος, η προσφεύγουσα προέβαινε σε προσωρινή επίχωση των επιμέρους τμημάτων του έργου, στα οποία είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες τοποθέτησης των αγωγών. Η προσωρινή αυτή επίχωση, πάχους 50 εκ. περίπου (από το χείλος των ορυγμάτων μέχρι τη στάθμη του οδοστρώματος) αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της προσφεύγουσας, διότι το έργο εκτελέστηκε σε κατοικημένες περιοχές και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του και μέχρι την οριστική αποκατάσταση του οδοστρώματος έπρεπε να εξυπηρετούνται οι παρόδιοι Ιδιόκτητες και οι ένοικοι των γειτονικών κατοικιών ως προς την κυκλοφορία και την ύδρευση και αποχέτευση των ακαθάρτων και ομβρίων από τα υφιστάμενα μέχρι τότε δίκτυα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 17 της Ειδικής Συγγραφής υποχρεώσεων, η προσφεύγουσα όφειλε να κλιμακώνει τις χωματουργικές εργασίες και την όλη κατασκευή του έργου με τέτοιο τρόπο, ώστε να περιορίζεται κατά το δυνατόν η παρακώλυση ή και η διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων, να εξασφαλίζει με δική της δαπάνη την προσπέλαση των οικιών, καταστημάτων κλπ από τους πεζούς και να διανοίγει, διαμορφώνει και συντηρεί με τα απαιτούμενα έργα τις οδούς προσπέλασης, χωρίς να δικαιούται ιδιαίτερη αποζημίωση για τις δαπάνες αυτές.

Επομένως, όπως βάσιμα προβάλλεται από την καθής, εφόσον η εν λόγω προσωρινή επίχωση ενέπιπτε στις συμβατικές υποχρεώσεις της · προσφεύγουσας, νομίμως περικόπηκε από τη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία, συνολική ποσότητα 2.040,06 κ.μ. της εργασίας αυτής, που είχε περιληφθεί στα αναφερόμενα στην ένδικη προσφυγή ΠΠΑΕ.

Ο αντίθετος ισχυρισμός της προσφεύγουσας, στον οποίο θεμελιώνεται κατά το ένα σκέλος η προσφυγή, ότι δηλαδή η εν λόγω εργασία πρέπει να αποζημιωθεί σύμφωνα με το ΑΤ4 (επίχωση κάθε είδους ορυγμάτων με θραυστό υλικό λατομείου) δεν ευσταθεί και για τον πρόσθετο λόγο ότι - καθώς πιθανολογήθηκε - η προσωρινή επίχωση γινόταν με μίγμα προϊόντων εκσκαφής και επαναχρησιμοποιημένων υλικών, ενώ τα υλικά της οριστικής αποκατάστασης του οδοστρώματος έχουν τις προδιαγραφές του ΑΤ60 (αργό υλικό τα πρώτα 20 εκ., υπόβαση 20 εκ.

από αργό υλικό άλλης κοκκομετρίας και 10 εκ. ασφαλτικές στρώσεις) και υπόκεινται σε εργαστηριακές εξετάσεις, ώστε να προκύπτει ότι το οδόστρωμα έχει την κανονική πυκνότητα, για να αντέχει την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 19 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων), τέτοιες δε εξετάσεις, καθώς άλλωστε συνομολογείται (βλ.

σελ. 24η της προσφυγής), δεν έγιναν για τα υλικά της προσωρινής επίχωσης. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η προσφεύγουσα προέβαινε στην κατασκευή και οριστική αποκατάσταση του οδοστρώματος, αφού ολοκλήρωνε τις εργασίες τοποθέτησης και σύνδεσης των αγωγών των δικτύων στα επιμέρους τμήματα του έργου για το σκοπό δε αυτόν ανέσκαπτε ξανά την αναφερόμενη πιο πάνω προσωρινή επίχωση του οδοστρώματος, πάχους 50 εκ.

Η εργασία αυτή της επανεκσκαφής δεν προβλέπεται στην επίδικη σύμβαση ή στο προαναφερόμενο περιγραφικό τιμολόγιο. Για το λόγο αυτόν η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία, αφού περιέκοψε τη σχετική ποσότητα εργασιών από τον 32ο λογαριασμό, και τα επίμαχα εδώ ΠΠΑΕ (19.745 και 10.984 κμ αντίστοιχα), στον οποίο και στα οποία η προσφεύγουσα την είχε περιλάβει ως εργασία του ΑΤ1, τη χαρακτήρισε νέα εργασία ("εκσκαφή για διαμόρφωση σκάφης οδοποιΐας") προσθέτοντας αυτήν στους 32ο και 33ο λογαριασμούς ως "ημιτελή εργασία δρόμων" με προσωρινή τιμή μονάδας 1.000 δραχμές ανά κ.μ., την περιέλαβε δε στον 4ο ΑΠΕ και με το 3ο ΠΚΤΜΝΕ την αποτίμησε οριστικά με τιμή μονάδας 970 δραχμές το κ.μ.

σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 3 περιπτ. α' και γ' π.δ. 609/1985. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε με την από 23-10-2002 ένστασή της ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής (Δ.Σ. της καθής) και με τη σχετική από 23-10-2002 αίτηση θεραπείας, την οποία άσκησε ενώπιον του Γ.Γ. της Περιφέρειας Β. Αιγαίου κατά της 55α/2002 (απορριπτικής της παραπάνω ένστασης) απόφασης της Προϊσταμένης Αρχής, επαναλαμβάνει δε και με την ένδικη προσφυγή, ότι η προαναφερόμενη περικοπή εργασιών και της αντίστοιχης αποζημίωσης είναι αντισυμβατική και μη νόμιμη, διότι:

α) η επίμαχη εργασία είναι ακριβώς η εργασία που περιγράφεται στο ΑΤ1, β)αφού η εργασία αυτή είχε εκτελεστεί και πιστοποιηθεί σε όλους (μετά τον 9ο ) λογαριασμούς - πιστοποιήσεις σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο, είχε περιληφθεί στους τρεις Α.Π.Ε., που είχαν συνταχθεί και εγκριθεί μέχρι τότε, είχε αποζημιωθεί σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο και είχε συνεπώς η καθής αποδεχθεί την ακολουθούμενη μέχρι τότε πρακτική, συνομολογήθηκαν για το θέμα αυτό νέες μεταξύ τους συμβάσεις, που δεσμεύουν απολύτως την καθής, γ)η τιμολόγηση της εν λόγω εργασίας έγινε μετά την εκτέλεσή της και κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 3 π.

δ/τος 609/1985, δ)τα ΠΠΑΕ "πρέπει να θεωρούνται εγκεκριμένα" λόγω παρόδου της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 38 παρ. 2 π.δ. 609/1985 και ε)δεν είχε δικαίωμα η καθής, επειδή μετέβαλε άποψη, να περικόψει την υπόψη εργασία, σε κάθε δε περίπτωση η αναθεώρηση της στάσεώς της αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ.

Οι ισχυρισμοί ωστόσο αυτοί, στους οποίους θεμελιώνεται κατά το άλλο της σκέλος η προσφυγή, είναι αβάσιμοι. Και τούτο για τους εξής κυρίως λόγους: Α)Από την αντιπαραβολή και σύγκριση των επιμέρους στοιχείων που συγκροτούν την επίμαχη εργασία της επανεκσκαφής αφενός και την εργασία του ΑΤ1 (εκσκαφές σκαμμάτων αγωγών σε κατοικημένες περιοχές) αφετέρου γίνεται φανερό ότι η επανεκσκαφή δεν εμπίπτει στο ΑΤ1, αφού 1)δεν πρόκειται για εκσκαφή σκάμματος αγωγών, δεδομένου ότι, όπως ήδη παρατηρήθηκε, η όλη εργασία τοποθέτησης και σύνδεσης των αγωγών των επιμέρους δικτύων είχε ήδη ολοκληρωθεί και απέμενε μόνο η αποκατάσταση του οδοστρώματος, 2) εκτελέστηκε σε μικρό βάθος (50 εκ.), σε ικανό πλάτος (διότι η διάνοιξη τριών σκαμμάτων καταλάμβανε ουσιαστικά όλο το πλάτος του οδοστρώματος) και σε γαιώδη μόνο (κατά κανόνα) εδάφη, ενώ η εργασία ΑΤ1 εκτελέστηκε σε πολύ μεγαλύτερα βάθη (4-6 μ.), σε μικρότερο κατά κανόνα πλάτος (3-5 μ.) και σε διαφόρων ειδών εδάφη (γαιώδη, ημιβραχώδη, βραχώδη) και 3) δεν απαιτήθηκε γι' αυτήν, σε αντίθεση με την εργασία του ΑΤ1, άντληση υπογείων υδάτων, κατασκευή στρώσης στραγγιστηρίου, αντιστηρίξεις με ξυλοζεύγματα ή ολισθαίνουσες σιδερένιες πλάκες κλπ.

Β) Εξάλλου, όπως προβάλλεται από την καθής και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις και ιδίως από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, η προσφεύγουσα, ενώ κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου όφειλε να υποβάλλει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία στο τέλος κάθε μήνα αναλυτικές επιμετρήσεις για τις εργασίες που εκτελέστηκαν τον προηγούμενο μήνα (άρθρα 38 παρ. 2 και 40 πφ. 2 π.δ/τος 609/1985), υπέβαλλε συστηματικά;

προσωρινές μόνο επιμετρήσεις, τις οποίες συνέτασσε μονομερώς και οι οποίες αφορούσαν κυρίως τα μήκη των δικτύων και των παροχών και δεν συνοδεύονταν από τα αναγκαία επιμετρικά στοιχεία (μικροτομές και εργαστηριακές δοκιμές), όλα δε τα ΠΠΑΕ και τις αντίστοιχες αναλυτικές επιμετρήσεις τα υπέβαλε από 10 Σεπτεμβρίου έως 20 Νοεμβρίου 2001, δηλαδή μετά τον 31° λογαριασμό και σε χρόνο που το έργο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και απλώς είχε χορηγηθεί από την καθής η τελευταία παράταση για την εκτέλεση ορισμένων εργασιών.

Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι, όπως περαιτέρω προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, οι αναλυτικές επιμετρήσεις, εκτός του, ότι υποβλήθηκαν με καθυστέρηση πολλών μηνών, ήταν αρχικά ελλείπεις (δεν συνοδεύονταν από τις αναγκαίες οριζοντιογραφίες, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών δοκιμών κλπ), πράγμα που επισήμανε η Διευθύνουσα Υπηρεσία στην προσφεύγουσα και έτσι η τελευταία τις συμπλήρωσε μετά την περάτωση του έργου.

Εξαιτίας της παραπάνω καθυστερημένης υποβολής των ΠΠΑΕ και των αναλυτικών επιμετρήσεων, καθυστέρησε αναγκαίως και ο τμηματικός από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία έλεγχος των επιμέρους εργασιών και συνεπώς νομίμως έγινε από την τελευταία η περικοπή, των επίμαχων ποσοτήτων και ο χαρακτηρισμός και η τιμολόγηση της επανεκσκαφής ως νέας εργασίας κατά το στάδιο της υποβολής των 32ου και 33ου λογαριασμών.

Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί η συμπεριφορά της καθής ως αντισυμβατική ή μη σύννομη ή ότι δεν είναι νόμιμος ο χαρακτηρισμός της επίμαχης εργασίας ως νέας και η τιμολόγησή της μετά την εκτέλεση της, αφού εξαιτίας ακριβώς της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς της προσφεύγουσας ήταν αντικειμενικά ανέφικτος ο έλεγχος των εργασιών, η περικοπή της επίμαχης εργασίας και ο χαρακτηρισμός της ή τιμολόγησή της ως νέας σε προγενέστερο χρόνο.

Η κρίση τούτη ενισχύεται άλλωστε και από τα ακόλουθα περιστατικά: 1) Όπως ήδη σημειώθηκε στη νομική σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων 38 και 43 π.δ. 609/1985 αποτελούν κανόνες δημόσιας τάξεως και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή τους με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων, 2) Όλες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή, (άρθρο 40 παρ. 8 π.δ. 609/1985) και δεν αποτελεί συνακόλουθα μεταβολή προηγούμενης άποψης της καθής, το γεγονός ότι προέβη στην περικοπή της επίμαχης εργασίας, μολονότι είχε αυτή αποζημιωθεί ως εργασία του ΑΤ1 προσωρινά και πριν από τη διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων.

Γ) Η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 38 παρ. 4 π.δ. 609/1985 αφορά την "τελική επιμέτρηση"που υποβάλει ο ανάδοχος μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου και όχι τις επιμέρους επιμετρήσεις, οι οποίες προβλέπονται από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Δ) Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, ούτε στους ορισμούς των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται η συμπεριφορά της καθής.

Αντίθετα, πιθανολογείται ότι η συμπεριφορά της προσφεύγουσας δεν είναι σύννομη, αφού αυτή επιδιώκει να πληρωθεί με την υψηλή τιμή του ΑΤ1 (4.700 δραχμές το κμ). για εργασία που προφανώς δεν εμπίπτει στο άρθρο αυτό, εκμεταλλευόμενη προς τούτο αφενός την (εξαιτίας της δικής της υπαίτιας καθυστέρησης ως προς την υποβολή των αναλυτικών επιμετρήσεων) καθυστερημένη από την καθής περικοπή των επίμαχων εργασιών και αφετέρου την (για δική της διευκόλυνση) τμηματική πληρωμή των εν λόγω εργασιών, μολονότι δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως απ' αυτήν αναλυτικές επιμετρήσεις και δεν είχε γίνει ο κατά νόμο και τη σύμβαση έλεγχος από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία".

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή της αναιρεσείουσας με την οποία προέβαλε ότι : 1) όχι νόμιμα η Τεχνική Υπηρεσία και το Διοικητικό Συμβούλιο της καθ'ής η προσφυγή περιέκοψε από τα με αριθμό 1, 2, 3, 5, 7, 8, 9, 19, 21, 25, 26, 28 Π.Π.Α.Ε. (Πρωτόκολλα Παραλαβής Αφανών Εργασιών) μέρος της ποσότητας των εκτελεσθεισών εργασιών και αντίστοιχα μέρος της αμοιβής της που είχε εγκριθεί οριστικά με τους υπ'αριθ. 1ο, 2ο και 3ο Α.Π.Ε.

και κυρίως με τις υπ'αριθ. 9-31 τροποποιήσεις (λογαριασμούς) και είχε πληρωθεί με τις αντίστοιχες εντολές πληρωμής, με αποτέλεσμα να ανατραπούν μεμονωμένα ανεπίτρεπτα εκ των υστέρων τα συμβατικών δεδομένα των προηγουμένων ανακεφαλαιωτικών πινάκων και των αντίστοιχων πιστοποιήσεων, όπως και των μετρήσεων που τις συνόδευαν, λόγω της μεταβολής των απόψεων της καθ'ής ως προς το χαρακτήρα και το είδος των εκτελεσθεισών εργασιών, που έπρεπε να αμειφθούν κατ'άλλο τρόπο, και 2) ότι όχι νόμιμα η καθ'ής τροποποίησε τα πιο πάνω ένδικα Π.Π.Α.Α.

μετά την άκαρπη παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από την υποβολή τους σ'αυτήν και την σιωπηρή έγκρισή τους. Στήριξε δε το Εφετείο την απορριπτική του κρίση στο γεγονός: 1) ότι η διευθύνουσα υπηρεσία του ένδικου έργου διόρθωσε επιτρεπτά την "παράλειψη" που είχε μεσολαβήσει κατά τη σύνταξη και έγκριση των 1ου, 2ου και 3ου Α.Π.Ε.

και των αντίστοιχων 9-31 πιστοποιήσεων (λογαριασμούς), στις οποίες οι εκ των υστέρων χαρακτηρισθείσες ως νέες εργασίες (εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών) και οι εργασίες επίχωσης κάθε είδους με θραυστό υλικό λατομείου, σε κατοικημένες περιοχές λόγω καθυστερήσεων από αρχαιολογικές έρευνες, αποζημιώθηκαν με τις συμβατικές τιμές μονάδος ΑΤ1 και ΑΤ4, και κρίθηκε μετά τις διορθώσεις-περικοπές ότι οι μεν εργασίες επίχωσης δεν αμείβονται ιδιαιτέρως, οι δε εργασίες εκσκαφής αμείβονται με τις τιμές που αναφέρονται σε νέες εργασίες, με βάση τα στοιχεία κόστους, ύστερα από αναγωγή στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης (β'Τρίμηνο του 1997), και 2) ότι η διευθύνουσα το έργο υπηρεσία είχε το δικαίωμα μονομερώς να τροποποιεί το χαρακτηρισμό εκ των υστέρων των πιο πάνω εργασιών και την αμοιβή τους που αναφέρονται ανακεφαλαιωτικά στις προαναφερόμενες προηγούμενες πιστοποιήσεις και στα ένδικα Π.Π.Α.Α και μέχρι την τελική πιστοποίηση, χωρίς να δεσμεύεται ούτε από το τρίμηνο της αυτοδίκαιης έγκριση των ενδίκων Π.Π.Α.Α.

από της υποβολής τους, που αφορά (κατά τις παραδοχές του Εφετείου) μόνο την τελική επιμέτρηση και όχι και τις προηγούμενες επί μέρους. Εν όψει δε της τελευταίας αυτής παραδοχής του το Εφετείο αρκέστηκε μόνο στον προσδιορισμό του χρόνου υποβολής των ένδικων επιμετρήσεων, χωρίς να προσδιορίσει περαιτέρω το χρόνο της τελικής διόρθωσης από τον οποίο εξαρτάται ο χρόνος της αυτοδίκαιης έγκρισης (σιωπηρής) των επιμετρήσεων.

Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, εφ' όσον δέχεται παράλληλα και ότι τα δεδομένα των 1ου, 2ου και 3ου Α.Π.Ε. και των με αριθμό 9 έως 31 πιστοποιήσεων ανατράπηκαν παραδεκτά εκ των υστέρων μονομερώς με τις προσβαλλόμενες περικοπές γιατί είχαν καταρτισθεί εγκριθεί και εκτελεσθεί με τη μη προβλεπόμενη όμως, επιφύλαξη της προσωπικότητας στο σύνολό τους, που δεν δέχεται παράλληλα και ότι είχε διατυπωθεί ρητά στα έγγραφα που εκ των υστέρων τροποποιήθηκαν και είχε γίνει αποδεκτή και από τα δύο διάδικα μέρη, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.7 και 8 του Ν.1418/1984 και 38 και 40 του Π.Δ/τος 609/1985 και πρέπει να αναιρεθεί κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 284/2004 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Πενταμελούς Σύνθεσης).

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ