Supreme Court partially allowed appeal on interpretation of will; remanded case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a will's validity. The appellant argued the lower court failed to properly interpret the ambiguous testamentary declaration, citing specific documents and admissions. The court found the lower court had considered all evidence but erred in its interpretation, thus remanding the case for retrial while awarding partial costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code: An appeal is admissible if the court of first instance violated interpretative rules of legal acts, including when it accepts ambiguity without applying the relevant rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1647 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1647/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σκούρα.
Του αναιρεσίβλητου: Ιδρύματος με την επωνυμία "Αναργύρειος και Κοργιαλλένειος Σχολή Σπετσών ΑΚΣΣ", Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6755/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/4/2006 αίτησή του και τους από 17/2/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 12/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατ΄αμφότερα τα μέρη του, τρίτου και τετάρτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, όπως ο τρίτος συμπληρώθηκε με τον έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παράβαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς ή, μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε αμέσως την ύπαρξη ασάφειας (αμφιβολίας) στη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων περί συνάψεως μεταξύ αυτών της επικαλούμενης συμβάσεως έμμισθης εντολής για άσκηση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο αγωγής περί προστασίας της νομής του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου επί του αναφερόμενου ακινήτου, εντούτοις δεν προσέφυγε στη συνέχεια στους κανόνες αυτούς για την ερμηνεία της εν λόγω δικαιοπραξίας.
Πράγματι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα έγγραφη εντολή, που χορηγήθηκε σ' αυτόν με το υπ' αριθ. .... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, δεν συνιστά ρητή και σαφή εντολή προς άσκηση αγωγής περί προστασίας της νομής επί ολοκλήρου του δασοκτήματος του αναιρεσιβλήτου.
Αντίθετα, από το συνδυασμό του πληρεξουσίου αυτού και των αναφερομένων εγγράφων συνάγεται ότι η χορηγηθείσα με το εν λόγω πληρεξούσιο εντολή προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο αφορούσε στην άσκηση αγωγής προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου επί της εκχερσωθείσης εκτάσεως των 250 Μ2 του ως άνω δασοκτήματος σε βάρος του Χ1 ο οποίος προέβη στην εκχέρσωση αυτή και όχι ολοκλήρου του δασοκτήματος.
Τούτο δε, διότι η χορηγηθείσα με το άνω πληρεξούσιο εντολή προς τον αναιρεσείοντα δεν ήταν σαφής, αλλά παρέπεμπε στα πραγματικά περιστατικά της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με βάση τα οποία θα συντασσόταν η αγωγή νομής, τα δε πραγματικά περιστατικά της εν λόγω αιτήσεως αφορούσαν στις διαταρακτικές της νομής ενέργειες του Χ1 και δη στην εκχέρσωση τμήματος του ακινήτου, εκτάσεως 250 Μ2, που έγινε τον Απρίλιο 2001, καθώς και στην απόπειρα δενδροφυτεύσεως κατεστραμμένων από εμπρησμό άλλων εκτάσεων του δασοκτήματος, η οποία όμως ενέργεια αποτράπηκε τελικά από το αναιρεσίβλητο με το υπ' αριθ. ....
έγγραφό του. Το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο έχει και η προαναφερόμενη αγωγή νομής, για την άσκηση της οποίας ζητείται η ένδικη αμοιβή των 2.748.806,50 ευρώ. Το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., καθόσον η δήλωση βουλήσεως του αναιρεσιβλήτου, που διαλαμβάνεται στο άνω πληρεξούσιο συμβόλαιο, είναι σαφής και συγκεκριμένη , αφού λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του παραπεμπόμενου σ' αυτή εγγράφου, ήτοι της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, η οποία είχε προηγουμένως κατατεθεί αρμοδίως, το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του συνεκτίμησε το περιεχόμενο αμφοτέρων των εγγράφων αυτών και των αναφερομένων σ΄ αυτή λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της εν λόγω δηλώσεως βουλήσεως, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η εντολή αυτή αφορά στην άσκηση αγωγής προστασίας της νομής επί του τμήματος των 250 Μ2 του ως άνω δασοκτήματος, ενώ η αναφερόμενη στην ίδια απόφαση ασάφεια της χορηγηθείσης στον αναιρεσείοντα με το ανωτέρω συμβόλαιο εντολής έχει την έννοια ότι η εν λόγω δήλωση βουλήσεως του αναιρεσιβλήτου δεν είναι από μόνη της σαφής, αλλά μόνο σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ως άνω αιτήσεως.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1,102 και 107 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, το οποίο συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του αυτού Κώδικα, ότι το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξογκωμένο, γεγονός που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το εν λόγω αίτημα, αλλά με βάση το ποσό, το οποίο έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελή εξακρίβωση των πραγμάτων.
Ο αντίδικος του ενισταμένου (ενάγων δικηγόρος) μπορεί, κατ' αντένσταση προς απόκρουση της ως άνω ενστάσεως, να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Από τη διατύπωση του άρθρου 102 του ανωτέρω Κώδικα, το οποίο στοιχειοθετεί την αντένσταση αυτή, συνάγεται ότι για να ευσταθήσει η εξαίρεση από τον κανόνα, που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη (σύμφωνα με τον οποίο η αμοιβή του δικηγόρου δεν μπορεί να υπολογισθεί με βάση το προφανώς εξογκωμένο αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το πόσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, αν ο δικηγόρος εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα), επιβάλλεται να είχε αποστερηθεί ο δικηγόρος κατά το χρόνο συντάξεως της αγωγής της δυνατότητας να προβεί στην εξακρίβωση αυτή και να προσδιορίσει το αληθές (μη προφανώς εξογκωμένο) αίτημά της δια της υπαγορεύσεως του αιτήματος (που κρίθηκε προφανώς εξογκωμένο) με την έγγραφη εντολή του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία κατ' ανάγκη πρέπει να προϋπάρχει της συντάξεως της αγωγής, αφού ο νόμος αξιώνει "συμμόρφωση" προς αυτή του εντολοδόχου δικηγόρου.
Συνεπώς, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της άνω αντενστάσεως η έγκριση εκ των υστέρων από μέρους του εντολέα του περιεχομένου της αγωγής, αφού η αντίθετη άποψη θα καθιστούσε κενή περιεχομένου την περικοπή του άρθρου 102 του ως άνω Κώδικα ("εκτός εάν δια τον καθορισμόν του αιτήματος της αγωγής συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του"), δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση με την παροχή της κατά νόμον αναγκαίας έγγραφης πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο (άρθρ. 94 επ.
Κ.Πολ.Δ.) να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής παρέχεται σιωπηρή έγκριση του περιεχομένου της (Α.Π. 59/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 238 Α.Κ.
και 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του περί εγκρίσεως από μέρους του αναιρεσιβλήτου του περιεχομένου της ως άνω αγωγής προστασίας της νομής αυτού επί ολοκλήρου του αναφερομένου δασοκτήματός του. Πράγματι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί εγκρίσεως του περιεχομένου της εν λόγω αγωγής μετά την άσκησή της με την καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 4.000 ευρώ έναντι της αμοιβής του και εκείνου των 349,60 ευρώ για τις δαπάνες ασκήσεως της αγωγής αυτής, δεν ασκεί νόμιμη επίδραση για τους αναφερόμενους και στη μείζονα σκέψη της παρούσας λόγους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, κατά τον οποίο το αναιρεσίβλητο ενέκρινε την άσκηση της αγωγής περί προστασίας της νομής του επί ολοκλήρου του δασοκτήματος αυτού και με τα υπ' αριθμ. 526/7-5-2003, 286/20-2-2002 έγγραφά του προς αυτόν, καθώς και με το υπ' αριθ. 1709/4-3-2003 έγγραφό προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, όπου συνομολογεί την οφειλή του περί αμοιβής αυτού, αλλ' αμφισβητεί το ύψος της.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του δέχθηκε στη συνέχεια ότι η εντολή, που χορηγήθηκε με το υπ' αριθ. ......
πληρεξούσιο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργ. Στεφανάκου προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, αφορούσε στην άσκηση αγωγής περί προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου επί της εκχερσωθείσης εκτάσεως των 250 Μ2 του ως άνω δασοκτήματος αυτού σε βάρος του Χ1, ο οποίος προέβη στην εν λόγω εκχέρσωση και εντεύθεν, έκρινε ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με το οποίο αξίωνε ο αναιρεσείων την αμοιβή του με βάση την αξία ολοκλήρου του δασοκτήματος, ήταν προφανώς εξογκωμένο, γεγονός που μπορούσε να γίνει ευχερώς αντιληπτό απ' αυτόν, αν εξήταζε επιμελέστερα τα πράγματα.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, δέχθηκε τούτο την αγωγή αυτή του αναιρεσείοντος κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αφ' ενός μεν δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 102 του Κώδικα περί δικηγόρων, αφ' ετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ως άνω διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παροχής προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο εντολής προς άσκηση αγωγής περί προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου επί της εκχερσωθείσης μόνο εκτάσεως των 250 Μ2 του εν λόγω δασοκτήματος αυτού.
Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1, αντίστοιχα, Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, κατά δε το άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα, που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, μεταξύ των οποίων η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων, σύμφωνα με τις διατιμήσεις, που ισχύουν.
Συνεπώς, ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής των δικηγόρων, για τον καθορισμό των οφειλόμενων από τον ηττώμενο διάδικο, δικαστικών εξόδων, κρίσιμες είναι οι διατάξεις των άρθρων 98 έως 166 και 178 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων". Μεταξύ των διατάξεων αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 102 του εν λόγω Κώδικα, κατά την οποία, αν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξογκωμένο και μπορούσε να γίνει αυτό αντιληπτό από το δικηγόρο, το ελάχιστο όριο της αμοιβής κανονίζεται με βάση το ποσό, το οποίο έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, αν ο δικηγόρος εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου, ανεξάρτητα αν αυτός υπείχε νόμιμη υποχρέωση προς απόκρουση του εξογκωμένου αιτήματος, διότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος επιβάλλει να μη καταβληθεί και σ' αυτόν αμοιβή δυσανάλογη προς την πραγματική αξία του αντικειμένου της δίκης.
Συνακόλουθα εφαρμόζεται και για τον καθορισμό των επιδικαστέων στον άνω διάδικο δικαστικών εξόδων, ο οποίος βάσει της εν λόγω διάταξης υποχρεούται τη καταβολή προς το δικηγόρο του αμοιβής σύμφωνα με το πραγματικό μέγεθος του αντικειμένου της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την απόρριψη κατ' ουσία της εφέσεως του αναιρεσείοντος καταδίκασε αυτόν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), που ανέρχεται στο ποσό των 54.976 ευρώ (2.748.806,50 x 2%).
Όμως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η δικαστική αυτή δαπάνη προσδιορίστηκε με βάση το αίτημα της ένδικης αγωγής, το οποίο συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, ανερχόμενη στο ποσό των 2.748.806,50 ευρώ. Ο αναιρεσείων υπολόγισε την αμοιβή του αυτή με βάση την αξία ολόκληρου του ως άνω δασοκτήματος (9.380 στρέμματα), την οποία προσδιόρισε ο ίδιος στην αγωγή του στο ποσό των 14.673,50 ευρώ κατά στέμμα.
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το εν λόγω αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξογκωμένο, γεγονός το οποίο ο αναιρεσείων δικηγόρος μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί, αν εξήταζε επιμελέστερα τα πράγματα. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπολογισθεί με βάση την αξία του πραγματικού αντικειμένου της δίκης, δηλαδή με βάση την αξία της εκτάσεως των 250 Μ2 του δασοκτήματος, ως προς την οποία δεν διατυπώθηκε παράπονο με την έφεση και η οποία, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 12.000 ευρώ κατά στέμμα και σε 12 ευρώ κατά Μ2.
Με βάση την εν λόγω αξία του πραγματικού αντικειμένου της δίκης έπρεπε να υπολογισθεί και η αμοιβή του δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, αφού επιβάλλεται να καταβληθεί και σ' αυτόν αμοιβή, η οποία να μην είναι δυσανάλογη με την πραγματική αξία του αντικειμένου της δίκης. Έτσι το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, του οποίου δικαιολογητική βάση είναι η αρχή του νομίμου δικαστή, για μη προσήκουσα σύνθεση δικαστηρίου κατά παράβαση των διατάξεων του Οργανισμού Δικαστηρίων και του Κ.Πολ.Δ.
ως προς τη σύνθεση αυτού και αναπλήρωση των μελών του που κωλύονται και για τη συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου δικαστή, του οποίου είχε γίνει δεκτή αίτηση εξαιρέσεως ή είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών συγκροτήθηκε νομίμως σε τριμελή σύνθεση από τους Δικαστές Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνο Γαζετά, Εφέτη και Ευαγγελία Ορφανού, Εφέτη - Εισηγήτρια (άρθρ. 4 παρ. 1δ του Ν. 1756/1988 "περί του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών"), η δε παρουσία στην έδρα όλων των Δικαστών, που υπηρετούν στο οικείο Τμήμα του Εφετείου, αποτελεί συνήθη τακτική των Δικαστηρίων και δεν έχει την έννοια ότι κατά την εκδίκαση εκάστης υποθέσεως μετέχουν στη σύνθεση αυτού όλοι οι Δικαστές, παρά μόνο εκείνοι που αναφέρονται στη σχετική απόφαση.
Επίσης, η Εφέτης Ευαγγελία Ορφανού νομίμως μετέσχε στη σύνθεση αυτού, αφού, όπως δέχεται ο αναιρεσείων, δεν είχε γίνει δεκτή αίτηση εξαιρέσεως αυτής. Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ..... πληρεξουσίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργ.
Στεφανάκου και της από 5-6-2001 (αριθ. καταθ. 23/2001) αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, που υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπετσών κατά του Χ1, με το να δεχθεί ότι η χορηγηθείσα με το εν λόγω πληρεξούσιο προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο αφορούσε στην άσκηση αγωγής περί προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου επί της εκχερσωθείσης εκτάσεως των 250 Μ2 του ως άνω δασοκτήματος σε βάρος του Χ1, ο οποίος προέβη στην εκχέρσωση αυτή, αφού η εντολή αυτή δεν ήταν σαφής, αλλά παρέπεμπε στα πραγματικά περιστατικά της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με βάση τα οποία θα συντασσόταν η αγωγή νομής, που αφορούσαν στις διαταρακτικές της νομής ενέργειες του Χ1 και συγκεκριμένα, στην εκχέρσωση του ως άνω τμήματος του δασοκτήματος, που έγινε τον Απρίλιο του 2001, ενώ το αληθές περιεχόμενο αυτών είναι ότι η εντολή αυτή αφορούσε στην άσκηση από μέρους του αναιρεσείοντος αγωγής περί προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου επί του συνόλου της εκτάσεως του ανωτέρω δασοκτήματος.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μετά από ορθή ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου τους κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, η δε κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα και εξώδικες ομολογίες του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθ. 3645/2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, β) το υπ' αριθ. 37/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Πειραιώς, γ) το υπ' αριθ. 146/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, δ) το υπ' αριθ. 339/2-6-1998 έγγραφο του Δασάρχη Πόρου, ε) το υπ' αριθ. 850/20-2-2001 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου, στ) το υπ' αριθ. 141/21-5-2001 έγγραφο της Στ΄ τακτικής Ανακρίτριας Πλημ/κων Πειραιώς, ζ) την υπ' αριθ. 3542/31-8-2000 πρόσκληση του Δημάρχου Σπετσών, η) τη χωρίς ημερομηνία πρόσκληση του αυτού Δημάρχου, θ) την υπ' αριθ. 4/2001 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, ι) το υπ' αριθ. 44/6-6-2001 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου, ια) το υπ' αριθ. 47/8-6-2001 έγγραφο του αναιρεσείοντος, ιβ) την αίτηση του αναιρεσιβλήτου περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, ιγ) το έγγραφο σημείωμα του αναιρεσιβλήτου, ιδ) το έγγραφο σημείωμα του Δημάρχου Σπετσών, ιε) το έγγραφο σημείωμα του Δημοσίου, ιστ) τις υπ' αριθ. 161, 162/27-6-2001 ένορκες βεβαιώσεις, ιζ) τα υπ' αριθ. 7/2001 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Σπετσών, ιη) την υπ' αριθ. 7/2001 απόφαση του αυτού Ειρηνοδικείου, ιθ) το υπ' αριθ. 94/23-7-2001 έγγραφο του αναιρεσείοντος, κ) την υπ' αριθ. 4/23-7-2001 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής του αναιρεσιβλήτου, κα) τον πρόλογο του βιβλίου του .....
με τον τίτλο "Ο εθνικός ευεργέτης ..... - Η ζωή και το έργο του", εκδ. 2001, κβ) την υπ' αριθ. 147/2004 απόφαση (και πρακτικά) του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, κγ) την από 6-9-2004 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της δικηγόρου Μαρίας Καλλιμάνη, όπου υφίσταται εξώδικη ομολογία αυτού για την αμοιβή του αναιρεσείοντος, κδ) το υπ' αριθ. 1/3-9-2001 έγγραφο της εκτελεστικής επιτροπής του αναιρεσιβλήτου, όπου υφίσταται εξώδικη ομολογία αυτού για την αμοιβή του αναιρεσείοντος, κε) το υπ' αριθ. 112/3-9-2001 έγγραφο του αναιρεσείοντος, καθώς και τα υπ' αριθ. 156/22-10-2001, 222/14-12-2001 έγγραφα αυτού από τα οποία προκύπτει ότι το αντικείμενο της αγωγής περί νομής του αναιρεσιβλήτου κατά του Δημάρχου Σπετσών αφορούσε ολόκληρο το ανωτέρω δασόκτημα αυτού.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και τις αναφερόμενες "ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν. Ιωνίας και τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι με επίκληση", σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται σαφής μνεία ότι η χορηγηθείσα στον αναιρεσείοντα δικηγόρο με το ως άνω πληρεξούσιο συμβόλαιο εντολή αφορούσε στην άσκηση αγωγής περί προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου επί της εκχερσωθείσης εκτάσεως των 250 Μ2 και όχι ολοκλήρου του ως άνω δασοκτήματος - συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και εξώδικες ομολογίες του αναιρεσιβλήτου, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Άρα, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδικασθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί σε και μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, των υπολοίπων συμψηφιζομένων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αμφοτέρων των διαδίκων (176,178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 6755/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ