Supreme Court partially allows appeal against second-instance decision in labor dispute regarding marriage allowance calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Single Court of Appeal's decision in a labor dispute. The court found the second-instance court erred by failing to consider a specific defense regarding the husband's profession that was validly raised before the appellate court. Consequently, the judgment was remanded for retrial by a different judge to address the legal issue properly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The second-instance court must examine all defenses validly raised before it, and a remand is required when a lower court fails to consider such arguments affecting the substantive outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1646 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1646/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων" (Ο.Α.Ε.Π.) και ήδη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Εξαγωγικών Πιστώσεων Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος του ανωτέρω νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Φωτεινής Μπρόφα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 12/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4127/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 23-11-2023 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9761/956/2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4127/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 12/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε συνεκδικάσει τις από 31-5-2021 και 29-12-2017 αγωγές της και τις είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435/1976 κυρώθηκε από τότε που τέθηκε σε ισχύ, την 13-2-1976, η παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ, σύμφωνα με την οποία: α) Στους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται, β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων, πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου, γ)..., δ) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον:
αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και ββ) το, με βάση αυτές, οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του, με βάση την παρούσα, διαμορφουμένου. Με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου ορίσθηκε, ότι η ως άνω κυρουμένη διάταξη μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά τη διαδικασία του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 2 του Ν. 1766/1988 κυρώθηκε η, από 26-1-1988, Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής: "1. Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις των άρθρων 4 και 6 της από 26-1-1988, Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "καθορισμός συνολικών γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων των μισθωτών όλης της χώρας και ρύθμιση άλλων θεμάτων", που δημοσιεύθηκε με την αριθ. 10855/88 απόφαση του Υπουργού Εργασίας στο ΦΕΚ 40 τεύχος Β' της 1-2-88".
Το άρθρο 4 της εν λόγω ΕΓΣΣΕ αναφέρει τα εξής: "1. Χορηγείται επίδομα γάμου με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις 10/1976, 9/1978, 100/1979 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και το άρθρο 5 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της 14-2-1984, όπως έχει τούτο ρυθμιστεί με τις διατάξεις του Ν. 1414/1984. 2. Σε όσες έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες δεν καταβάλλεται επίδομα γάμου με βάση τις παραπάνω διατάξεις, χορηγείται επίδομα γάμου επί του βασικού μισθού ή επί του βασικού ημερομισθίου τους από 1η Ιανουαρίου 1988 σε ποσοστό 5% και από 1η Ιανουαρίου 1989 σε ποσοστό 10% συνολικά".
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989 (ΦΕΚ Β' 213/1989) και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τόσο στον ιδιωτικό τομέα, όσο και στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' Ν. 1876/1990) "το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών". Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1849/1989 ορίσθηκε, ότι "το προβλεπόμενο από την ως άνω, από 10-3-1989, ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι από την δημοσίευση του παρόντος νόμου". Από τις διατάξεις αυτές της ΔΑ 10/1976, της από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του Ν. 1849/1989 προκύπτει ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας, καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται "επιδόματος γάμου" εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλες διατάξεις (ΟλΑΠ 8/2015, ΑΠ 812/2023).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι το επίδομα γάμου δικαιούνται και οι χήροι και οι διαζευγμένοι μισθωτοί, δίχως άλλη προϋπόθεση, από το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 1849/1989, ήτοι από 8.5.1989, και μάλιστα ανεξάρτητα εάν ο γάμος έχει λυθεί, εξαιτίας θανάτου συζύγου ή διαζυγίου, πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, καθ' όσον δεν γίνεται στην εν λόγω διάταξη οποιαδήποτε τέτοια διάκριση, και συνεπώς οι ως άνω μισθωτοί δικαιούνται του επιδόματος αυτού, αρκεί να το ζητούν ύστερα από την 8.5.1989 (ΑΠ 571/2021, 21/2000, 22/2000).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" ορίσθηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, καθώς και ότι με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων.
Σύμφωνα δε με την παρ. 29 του κεφαλαίου Ε' του ως άνω νόμου, τα διαρθρωτικά μέτρα για το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων περιλαμβάνουν: "Διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων και αναθεώρηση της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων. Οι αλλαγές θα ορίζουν ότι: (i) όλες οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να έχουν μια μέγιστη διάρκεια 3 ετών, (ii) οι συλλογικές συμβάσεις που υπάρχουν ήδη για 24 μήνες ή περισσότερο θα λήξουν όχι αργότερα από 1 έτος από την ψήφιση του νόμου, (iii) η περίοδος χάριτος μετά τη λήξη της σύμβασης μειώνεται από τους 6 στους 3 μήνες και (iv) σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας νέας συλλογικής σύμβασης μετά από προσπάθειες τριών μηνών, η αμοιβή θα επανέλθει στον βασικό μισθό συν τα παρακάτω γενικά επιδόματα (αρχαιότητας σε υπηρεσία, τέκνου, εκπαίδευσης και επικινδυνότητας).
Αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από όρους που καθορίζονται σε μια νέα συλλογική συμφωνία ή σε νέα ή ατομική σύμβαση. Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΑΠ 812/2023, ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".
Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-2-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013".
Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 1876/1990". Και στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν: α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίστηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.
Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) Ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".
Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.
Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του Ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".
Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 812/2023, 904/2020, 174/2019, 876/2018). Εξάλλου, με την, από 15-7-2010, ΕΓΣΣΕ, το άρθρο 10 της οποίας ορίζει ότι η ισχύς της αρχίζει την 1-1-2010 και λήγει την 31-12-2012, ειδικότερα δε, με το άρθρο 3 αυτής αναπροσαρμόστηκαν τα κατώτατα όρια αποδοχών, ενώ με το άρθρο 4 ορίστηκε ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από ΕΓΣΣΕ ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται επί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων, που διαμορφώθηκαν μετά την αύξηση του προηγούμενου άρθρου.
Βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η εν λόγω ΕΓΣΣΕ, η οποία στις 14-2-2012 βρισκόταν σε ισχύ περισσότερο από 24 μήνες, έληξε στις 14-2-2013, η δε μετενέργεια αυτής εκτεινόταν έως 14-5-2013, ήτοι επί ένα τρίμηνο από τη λήξη της, μετά την πάροδο του οποίου εξακολούθησαν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους αυτής αποκλειστικώς και μόνον εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, ενώ έπαυσε αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σ' αυτήν επίδομα, μεταξύ των οποίων και το επίδομα γάμου (ΑΠ 812/2023).
Λόγω, συνεπώς, της μετενέργειας της ως άνω ΕΓΣΣΕ, οι υπαγόμενοι στο ρυθμιστικό της πεδίο μισθωτοί δικαιούνται του επιδόματος γάμου για ολόκληρο το έτος 2012. Εξάλλου, με το ν.1796/1988 (ΦΕΚ 152Α'/11-7-1988), ιδρύθηκε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων" (Ο.Α.Ε.Π.), το οποίο, σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο τελούσε υπό την εποπτεία του Κράτους (ήδη, δυνάμει του Ν.4918/2022 (ΦΕΚ 68Α'/31-3-2022), στα δικαιώματά του υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Εξαγωγικών πιστώσεων Α.Ε.").
Το εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων του διεπόταν από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού του, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 70768/28-11-1994 (ΦΕΚ 897Β'/1-12-1994) των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Εθνικής Οικονομίας και τις ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των Υπαλλήλων των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων.
Με το άρθρο 3 παρ.2 της από 5-6-2007 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων" (Π.Κ. Υπ. Εργ. 50/8.6.07), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 8-6-2007 με την ΥΑ 11872/26.6.2007 (ΦΕΚ Β 1190/12.7.2007), προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, επίδομα γάμου για τους εργαζομένους του Οργανισμού, σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού τους.
Με την ακολουθήσασα, από 29-7-2009 Σ.Σ.Ε. (Π.Κ. Υπ. Εργ. 49/3.8.09), στο Κεφάλαιο 6 αυτής, με τίτλο "Τελικές διατάξεις", ορίστηκαν και τα ακόλουθα: 1. Όροι-ρυθµίσεις των προγενέστερων συλλογικών συµβάσεων/διαιτητικών αποφάσεων, i) των εργαζοµένων στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις θυγατρικών τραπεζών όλης της χώρας, ii) των υπαλλήλων των λοιπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων iii) των εργαζοµένων στις επιχειρήσεις µεσιτών ασφαλίσεων, εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρµόζονται κατά το µέτρο που δεν τροποποιούνται ή καταργούνται από την παρούσα. 2.
Ευνοϊκότεροι όροι και συνθήκες εργασίας, ρυθµίσεις, µισθολογικές και πάσης φύσεως θεσµικές ή λοιπές παροχές που έχουν θεσπιστεί µε διατάξεις νόµων, µε την ΕΓΣΣΕ, µε ατοµικές συµβάσεις, καθώς και µε διατάξεις Κανονισµών Εργασίας, Οργανισµών Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, Πρακτικών Συµφωνίας, αποφάσεων Δ.Σ.
Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Πράξεων ?ιοικήσεων τους ή έθιµο ή µε επιχειρησιακή πρακτική, δεν θίγονται από τη παρούσα, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρµόζονται. 3. Η παρούσα ΣΣΕ ετών 2009 - 2010 ισχύει από την 1.1.2009, εκτός των περιπτώσεων που ρητώς ορίζεται διαφορετικά στις επιµέρους διατάξεις της, αναθεώρηση της δεν µπορεί να γίνει πριν από την 31.12.2010, οι δε διατάξεις της δεσµεύουν τους συµβαλλόµενους για όλο το χρονικό διάστηµα και µέχρι την υπογραφή νέας ΣΣΕ." Με τη νέα αυτή ΣΣΕ, δεν προβλέφθηκε ρητά η καταβολή επιδόματος γάμου στους εργαζομένους που υπάγονται στο ρυθμιστικό της πεδίο, αλλά, αφ' ενός ορίστηκε ότι, όροι παλαιοτέρων ΣΣΕ που δεν καταργούνται ή άλλως ρυθμίζονται με αυτή, εξακολουθούν να ισχύουν, αφ' ετέρου, ρητά προβλέφθηκε ότι παροχές που έχουν θεσπιστεί με την ΕΓΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν και εφαρμόζονται.
Μετά την ως άνω ΣΣΕ, δεν υπήρξε άλλη συλλογική ρύθμιση για τους ως άνω εργαζομένους, μέχρι την έκδοση της Δ.Α. 7/2020 (14.10.2020), και συνεπώς στο μεσοδιάστημα εξακολουθούσαν να ισχύουν, σε σχέση με το επίδομα γάμου, οι όροι της από 5-6-2007 Σ.Σ.Ε. σε συνδυασμό με την από 15-7-2010, ΕΓΣΣΕ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2016, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 1527/2017).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, 381/2019, 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.4 και 6 του ν.3845/2010, 16 παρ.1 του Ν. 435/1976, παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ, 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ, 20 παρ.2 Ν. 1849/1989, σε σχέση με το αίτημά της περί καταβολής του επιδόματος γάμου έτους 2012.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την εν λόγω απόφασή του δέχθηκε, σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, μετά από ανάπτυξη των νομικών σκέψεών του, τα εξής: "...Η ενάγουσα είναι δικηγόρος Αθήνας......Στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας κατάρτισε με το εφεσίβλητο αρχικά στις 23-2-2001 άτυπη σύμβαση έμμισθης εντολής και στη συνέχεια την από 1-5-2008 σύμβαση έμμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας και κατόπιν της υπ' αριθμ. 453/18-4-2008 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εφεσιβλήτου προσλήφθηκε ως έμμισθη δικηγόρος με την εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών για αόριστο χρόνο και με πάγια μηνιαία αμοιβή...[.........] Μεταξύ των αγωγικών αιτημάτων περιλαμβανόταν και το αίτημα επιδίκασης στην εκκαλούσα από το εφεσίβλητο και επιδόματος γάμου έτους 2012, αίτημα το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.....[..........] Η εκκαλούσα, ούσα έγγαμη έλαβε διαζύγιο το έτος 1999, ενώ η συνεργασία της με το εφεσίβλητο ξεκίνησε το έτος 2001.
Γι' αυτόν τον λόγο και ορθά κρίνοντας............., η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε δεν δικαιούτο επίδομα γάμου........". Με τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.4 και 6 του ν.3845/2010, 16 παρ.1 του Ν. 435/1976, παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ, 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ, 20 παρ.2 Ν. 1849/1989, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα, ως διαζευγμένη υπάλληλος, δικαιούτο κατά το επίδικο έτος (2012) το επίδομα γάμου δίχως άλλη προϋπόθεση, όντος αδιαφόρου του γεγονότος ότι ο γάμος της είχε λυθεί πριν τη σύναψη της σύμβασης έμμισθης εντολής μετά του εναγομένου Οργανισμού.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
ΙΙΙ. Έννομη συνέπεια της υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής οφειλής, εκτός των άλλων, είναι και το, κατά το άρθρο 345 εδ. α' ΑΚ, δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, χωρίς να αποδείξει ζημία. Ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", η έλλειψη υπαιτιότητάς του, που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (ΑΠ 485/2020, 1951/2017, 1623/2014, 352/2011).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η συνέπειά της, όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους. Απαιτείται δε για την εύλογη αιτία της καθυστέρησης -η οποία αποτελεί έννοια νομική, ελεγκτή από τον 'Αρειο Πάγο- η συνδρομή περιστάσεων, που να δικαιολογούν την αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους (ΑΠ 129/2019).
Ειδικότερα, γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 696/2023, 61/2021, 1967/2017).
Εξάλλου, όταν η ένσταση του άρθρου 342 ΑΚ, στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, δεν καθιστούν τον οφειλέτη υπερήμερο, καταλύοντας έτσι την αγωγική αξίωση, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη δε υπόψη των περιστατικών αυτών, ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (356/2011).
Κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 194/2021).
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως, είτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είτε, για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να συντρέχουν οι τασσόμενες με το άρθρο 527 ΚΠολΔ προϋποθέσεις. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης (και) την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (559) συμπορεύεται με την τελευταία, στην περίπτωση που έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλεισθεί η παράλληλη εφαρμογή των δύο λόγων αναίρεσης, στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 554/2023, 622/2019, 394/2011).
Με τον δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες α) περί παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 655, 341 παρ.1 ΑΚ, άρθρ.10 της ΥΑ 19040/1981 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.1082/1980, 4 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ.3 του ΝΔ 4547/1966, με ψευδή ερμηνεία τους, διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημά της περί τοκοφορίας των αγωγικών απαιτήσεων από προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρόνο με την αιτιολογία ότι δεν προέκυπτε από τα έγγραφα δήλη ημέρα καταβολής για κάθε ένα εκ των κονδυλίων, ώστε να καταστεί το εναγόμενο υπερήμερο και να εκκινήσει η τοκοφορία τους, και περαιτέρω β) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένσταση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εκ του άρθρου 242 Α.Κ., η οποία δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού περιέχεται μεν στις κατατεθείσες ενώπιον αυτού προτάσεις της, δεν προτάθηκε όμως προφορικά στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, απορρίπτοντας (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής της, με τους οποίους παραπονείτο για την παραδοχή της εν λόγω ένστασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά τη μη παραδεκτή προβολή της.
Η ένσταση δε αυτή έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατόπιν αποδοχής της η αγωγή του κατά την κύρια βάση της απορρίφθηκε κατ` ουσίαν.
Σε σχέση με το παραπάνω θέμα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες πρόβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι δεν κατέστη υπερήμερη για την καθυστέρηση καταβολής των αγωγικών αξιώσεων, διότι συνέτρεχε δικαιολογημένη αμφιβολία της για την ύπαρξη του χρέους.
Από τα ταυτάριθμα με τη με αριθ. 12/2022 απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν προκύπτει ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη πρότεινε στο ακροατήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της τον παραπάνω ισχυρισμό, αφού αυτός δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 12/2022 απόφασή του, απέρριψε ως αόριστο το αίτημα περί τοκοφορίας των δύο αγωγών, με την αιτιολογία ότι δεν αναφερόταν σ' αυτές η δήλη ημέρα καταβολής εκάστης χρηματικής παροχής.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ασκηθείσας κατά της παραπάνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έφεσής της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε την μεταρρύθμισή της, για το λόγο ότι, για τις συγκεκριμένες αγωγικές αξιώσεις τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που μεταβιβάσθηκε σ` αυτό με την προαναφερόμενη έφεση, η εναγομένη - εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη, με τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις, προς απόκρουση των ως άνω λόγων έφεσης επικαλέσθηκε, ως εφεσίβλητη, ότι δεν κατέστη υπερήμερη για την καθυστέρηση καταβολής των αγωγικών αξιώσεων, διότι συνέτρεχε δικαιολογημένη αμφιβολία της για την ύπαρξη του χρέους, την οποία εξειδίκευσε με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να αποφανθεί περί της παραδεκτής προβολής του ως άνω ισχυρισμού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα:
"....Όπως προκύπτει από την από 01.05.2008 σύμβαση έμμισθης εντολής της εφεσιβλήτου, η αμοιβή καταβάλλεται κατά μήνα σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί ο εντολέας για το υπόλοιπο μόνιμα απασχολούμενο προσωπικό του. Από κανένα σημείο του αγωγικού της δικογράφου όμως, ούτε και από τα επαναπροσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα της εκκαλούσας δεν προκύπτει η δήλη ημέρα καταβολής για κάθε ένα εκ των κονδυλίων, κατά την οποία κατέστη το εφεσίβλητο υπερήμερο ώστε να εκκινήσει η τοκοφορία των αιτουμένων ποσών.
Αντιθέτως από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι μετά την επιβολή των μισθολογίων με τους διαδοχικούς νόμους (Ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011, 4093/2012 και 4354/2015), το εφεσίβλητο βρέθηκε στη δύσκολη θέση να πρέπει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τις σχετικές τροποποιήσεις στο προσωπικό του. Για το λόγο αυτό το έτος 2018, το Δ.Σ.
του εφεσιβλήτου, μετά και την άσκηση σε βάρος του εφεσιβλήτου πολλών αγωγών υπαλλήλων του και θέλοντας να εφαρμόσει ορθό το ενιαίο μισθολόγιο, είχε αναθέσει σε εξωτερικούς συνεργάτες τον επανέλεγχο της μισθολογικής και βαθμολογικής κατάταξης του προσωπικού του. Από το παραδοθέν έργο προέκυψε ότι το εφεσίβλητο είχε εφαρμόσει, όπως και πλείστα ακόμα ΝΠΙΔ, λανθασμένα τις διατάξεις του Ν. 4093/2012, συμμορφούμενο με σχετική εγκύκλιο του ΓΛΚ, με αποτέλεσμα να προβεί στην ονομαστική περικοπή ποσών μεγαλύτερων από όσα επέτρεπε ο νόμος.
Έτσι, εφαρμόζοντας το παραδοθέν έργο, προέβη στην ορθή μισθολογική και βαθμολογική κατάταξη του προσωπικού από το 2011 και εντεύθεν και στην εκκαθάριση της μισθοδοσίας για τα αντίστοιχα έτη. Η διαδικασία αυτή εφαρμόστηκε και για την εκκαλούσα. Ομοίως και η εκκαλούσα άλλωστε είχε διαφορετική άποψη για το ύψος των αιτούμενων κονδυλίων, αφού είχε καταθέσει κατά το εφεσιβλήτου την υπ' αρ. 614023/346/2017 αγωγή της από την οποία εν μέρει παραιτήθηκε, καθώς οι σχετικές αξιώσεις διορθώθηκαν και συμπεριλήφθηκαν στην υπ' αρ. 39804/78/2021 νεώτερη αγωγή της.
Άλλωστε το εφεσίβλητο κατά τη συνεκδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αγωγών της εκκαλούσας ως εναγόμενο στη δίκη εκείνη, είχε συνομολογήσει όλα τα υπόλοιπα αγωγικά κονδύλια τα οποία αιτείτο με τις αγωγές της η εκκαλούσα. Κατά συνέπεια και οι δεύτερος και τρίτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσας συνεκτιμώμενοι ως ένας λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".
Ωστόσο, δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα μη προταθέντα, αφού, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη πρόβαλε εκ νέου ως εφεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος, ανεξαρτήτως της απαράδεκτης προβολής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που πλήττεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και συντελεί στην απόκρουση αυτών και στη στήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης, προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ. Ενόψει δε, της παραδεκτής προβολής της ως άνω ένστασης εκ του άρθρου 242 ΑΚ εκ μέρους της εφεσίβλητης εναγομένης από το Εφετείο, που τη δέχθηκε κατ' ουσίαν -χωρίς η απόφασή του να πλήττεται σε σχέση με τις ως άνω παραδοχές της-, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ενώ κατόπιν τούτου, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του πρώτου σκέλους του ίδιου ως άνω λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων σε σχέση με τη δήλη ημέρα καταβολής των επιδίκων κονδυλίων.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο ως άνω κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 4127/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ