Legislator Case Law & Legislation
1646/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce property division, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1646/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding marital property division. The appellant argued that the lower court improperly assessed the evidentiary weight of notarized certificates and failed to recognize her contribution to the husband's assets. The court ruled that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence and that the appellant's legal grounds for appeal were inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, para. 12; Art. 561, para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged violation of rules regarding the evidentiary weight of notarized certificates is inadmissible, as the lower court's free evaluation of evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
marital property division notarized certificates evidentiary weight free evaluation of evidence appeal inadmissibility divorce proceedings asset contribution

Cited Legislation

AI generated
Art. 559, para. 12 of the Code of Civil Procedure
Art. 561, para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 340 of the Code of Civil Procedure
Art. 495, para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1646 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1646/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, ... Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Ν. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ... Μαυροματίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Ξανθόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28718/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2041/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1636/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2041/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 267/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9/4/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης ...ς Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 16/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την από 23-6-2006 (με αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 29603/2006) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη, ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σύζυγό της βρίσκεται σε διάσταση για χρόνο μεγαλύτερο της τριετίας, ότι ενώ κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου τους ο τελευταίος δεν διέθετε κανένα περιουσιακό στοιχείο, κατά την διάρκεια τους γάμου τους απέκτησε και κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο διέθετε τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, 2.450.000 ευρώ, ότι στην κτήση και επαύξηση της περιουσίας αυτής του αντιδίκου της συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 50%, ζήτησε, κυρίως, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αντιδίκου της να της αποδώσει κατά κυριότητα τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, άλλως, να αναγνωρισθεί, ότι αυτός της οφείλει νομιμοτόκως το ποσό των 1.225.250 ευρώ, άλλως, να υποχρεωθεί, με βάση τον κατά νόμο τεκμαρτό υπολογισμό, να της αποδώσει κατά κυριότητα τα επίσης στην αγωγή αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, άλλως να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει νομιμοτόκως το ποσό των 813.833 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής το ανωτέρω δικαστήριο αρχικώς εξέδωσε την υπ' αριθμ. 27655/2008 μη οριστική και ακολούθως την υπ' αριθμ. 28718/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατ' αυτής της αποφάσεως, η ενάγουσα, άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 12-11-2010 (υπ' αύξ.

αριθ. εκθ. καταθ. 4414/23-11-2010) έφεσή της και τους από 18-12-2013 (υπ' αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 615/2011) προσθέτους λόγους αυτής, ζητώντας της εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής της. Επί της εφέσεως αυτής και των προσθέτων λόγων της, το ως άνω Εφετείο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, την υπ' αριθμ. 2041/2011 απόφασή του, με την οποίαν απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, τόσον ως προς τους κυρίους, όσον και ως προς τους προσθέτους λόγους της.

Την απόφαση αυτή του Εφετείου η ενάγουσα προσέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου με την από αίτησή 27-12-2011, ζητώντας την αναίρεσή της. Ο Άρειος Πάγος, κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11(β) ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 1636/2013 απόφασή του, αναίρεσε εν όλω την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Ακολούθως, το τελευταίο (Εφετείο Θεσσαλονίκης) δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 267/2015 απόφασή του, με την οποίαν απέρριψε και πάλι κατ' ουσίαν την έφεση και τους προσθέτους λόγους της. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του ανωτέρω Εφετείου η ενάγουσα άσκησε την κρινομένη από 9-4-2015 αίτηση, με την οποίαν ζητεί την αναίρεση της.

Επομένως και δεδομένου ότι έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 270 παρ. 2 εδ.

α' και β', 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά τους ν.2915/2001 και 3994/2011, συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, όταν δικάζει μετ' αναίρεση την υπόθεση ως δικαστήριο της παραπομπής, κατατίθενται κατά το άρθρο 524 παρ. 2 εδ.

β' και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζητήσεως.

Συνεπώς, μέχρι τότε μπορούν να προσκομίζονται και οι επικαλούμενες με τις προτάσεις ένορκες βεβαιώσεις, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρα 524 παρ.2 (β) σε συνδ.

με 237 παρ. 3 εδ. γ και 591 παρ. 1εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ.

την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ/τος 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση της προσαγωγής των αποδεικτικών μέσων. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν των προσκομιζομένων από το διάδικο αποδεικτικών μέσων έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη αποδεικτικών μέσων, που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.

Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 165/2016, 967/2012, 1058/2011, 839/2010).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 2120/18-9-2014, 2121/18-9-2014 και 2122/18-9-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης αντιστοίχως των Α.

Τ., Χ. Φ. και Κ. Γ., τις οποίες με επίκληση προσκόμισε ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος, παρ' όλο που δεν προκύπτει ότι η υπ' αυτού προσαγωγή και η επίκληση αυτών έγινε πριν την εικοστή ημέρα από την συζήτηση, ή, εν πάση περιπτώσει έως το πέρας το συζητήσεως στο ακροατήριο του Εφετείου με τις προτάσεις ή μετά τη συζήτηση με καταχώρηση, που να προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεώς του, δεδομένου ότι στις από 16-9-2014 προτάσεις του, που κατέθεσε μετά των σχετικών αποδεικτικών μέσων την 18-9-2014, επικαλείται μεν ότι προσκομίζει τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, οι ως άνω αριθμοί όμως αυτών είναι γραμμένοι δια χειρός χωρίς να βεβαιώνεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (αναιρεσιβλήτου) και τον αρμόδιο υπάλληλο του Εφετείου τόσον η εγγραφή τους, όσον και ο αληθής χρόνος της προσαγωγής τους, με συνέπεια εκ τούτων να αποδεικνύεται μετά βεβαιότητος, ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν προσήχθησαν εντός της νομίμου προθεσμίας και τούτο να καθιστά μη νόμιμη την επίκλησή τους.

Υπ' αυτό και μόνον το περιεχόμενο και χωρίς την περαιτέρω από την αναιρεσείουσα επίκληση, ότι προέβαλε το απαράδεκτο αυτό στο δικαστήριο της ουσίας με προσθήκη των προτάσεών της (τουθ' όπερ άλλωστε ούτε από την επισκόπηση των προτάσεών της αυτών προκύπτει) ή ότι υφίσταται λόγος, για τον οποίον, ενδεχομένως, δεν μπορούσε να προταθεί, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εκ τούτου απαράδεκτος και απορριπτέος.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 222/2008, 70/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1874/2008, 105/2005, 953/2005, 864/2003, 911/2002), εφ' όσον βεβαίως προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1728/2014, 798/2010, 1072-3/2005, 22/2005).

Εξ άλλου, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως, που καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του δικαστηρίου εσφαλμένη εκτίμηση των, μη αποτελούντων αποδεικτικά έγγραφα, διαδικαστικών εγγράφων, ούτε με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εισάγεται νέος, ειδικός λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 390/2004).

Στην έκταση όμως, που σε διαδικαστικά έγγραφα αποτυπώνονται και μη διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι, π.χ. στα πρακτικά της ιδίας ή άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων ή των διαδίκων και τρίτων, οι καταθέσεις μαρτύρων, στην έκθεση ή στο πρακτικό το πόρισμα αυτοψίας κλπ, δεν μπορούν τα διαδικαστικά αυτά έγγραφα να εκτιμηθούν, κατά την ανωτέρω διάταξη, από τον Άρειο Πάγο.

Σημειωτέον ότι δεν αποκλείεται η συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων και κατ' αυτή την έννοια η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δικαστικής αποφάσεως, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς συναγωγή απ' αυτή δικαστικών τεκμηρίων, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπό το πρόσχημα του ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων, δεν επιτρέπεται ο Άρειος Πάγος να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων από την προσβαλλομένη απόφαση, παρά μόνον στην έρευνα αν η αποδιδομένη στα διαδικαστικά έγγραφα εσφαλμένη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας οδηγεί σε πλημμέλεια, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν, ως δικαστήριο της παραπομπής, Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, προκειμένου να αχθεί στην κατ' ουσίαν απόρριψη της από 12-11-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 4414/23-11-2010) εφέσεως της αναιρεσειούσης και επίσης των από 18-2-2011 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2-1-2014) προσθέτων λόγων αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 28718/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 23-6-2006 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 29603/28-6-2006) αγωγή της ιδίας (αναιρεσειούσης) κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν (αγωγή) ζητούσε, να αναγνωρισθεί η συμμετοχή της, ως συζύγου του, στην επαύξηση της εκτιθέμενης στην αγωγή περιουσίας του τελευταίου, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τις υπ' αριθμ. 1043, 1044, 1045/2008, 1076, 1077, 1078/2008 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, τις υπ' αριθμ. 2120, 2121 και 2122/18-9-2014 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με επιμέλεια του εναγομένου, μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας, τις οποίες προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και επικαλείται ο εναγόμενος και από όλα γενικώς τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:.." Επομένως, από το ανωτέρω, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, προκύπτει αδιστάκτως και μετά βεβαιότητος, ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη της μάρτυρος της αναιρεσειούσης Α.

Δ., στην οποίαν ρητώς αναφέρθηκε και τις υπ' αριθμ. 1043, 1044, 1045/2008, 1076, 1077, 1078/2008 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με επιμέλεια της ενάγουσας, τις οποίες, ως αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, με επίκληση προσκόμισε ενώπιόν του με τις κατατεθείσες προτάσεις της η τελευταία.

Σημειωτέον ενταύθα, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου από 10-1-2014 προτάσεις της, ως εκ της επισκοπήσεως αυτών προκύπτει, εκ, προδήλου, παραδρομής επικαλέσθηκε ότι προσκομίζει, πλέον των ανωτέρω, και την υπ' αριθμ. 1079/1978 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης (βλ.

σελ. 49 αριθ. 19 αυτών), τουθ' όπερ και εν προκειμένω επαναλαμβάνει με την αίτηση αναιρέσεως, η δε παραδρομή αυτή προκύπτει εκ του ότι η αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις, δεν εκθέτει από ποιόν εδόθη και ποιο είναι το περιεχόμενό της, συναγομένου εκ τούτου ότι είναι αυτή (εν λόγω ένορκη βεβαίωση) ανύπαρκτη.

Μάλιστα το Εφετείο έκανε ρητή αναφορά και στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις και τις συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τις λοιπές προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, έστω και αν θεώρησε ότι ούτε εξ αυτών αποδεικνύεται η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης ότι συνέβαλε, ως σύζυγός του, στη επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, οι εκ του αριθ. 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την ανωτέρω επ' ακροατηρίου του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατάθεση της μάρτυρός της Α.

Δ. και επίσης τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις που αυτή (αναιρεσείουσα) νομίμως και παραδεκτώς προσεκόμισε ενώπιον του είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο αυτός, ως άνω, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όπως είναι και εκείνες που αφορούν ειδικώς την από το δικαστήριο λήψη υπ' όψη των προσαγομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, ως εν προκειμένω.

Επίσης, κατά το αυτό μέρος τους οι αυτοί ως άνω δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι δεν αναφέρονται στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, δηλαδή στη συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, αλλά στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από την προσβαλλόμενη απόφαση.- Περαιτέρω, από το όλο, ως άνω, περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει αδιστάκτως ότι το δικάσαν Εφετείο, όπως διαβεβαιώνει, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα με επίκληση προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και επομένως και τα προς απόδειξη των ισχυρισμών της, με επίκληση προσαχθέντα από την αναιρεσείουσα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα ως προς τις αναφερόμενες σ' αυτά μη διαδικαστικές πράξεις και ειδικότερα:

α) την υπ' αριθμ. 8149/23-2-1995 αίτηση της Μ. Μ., αδελφής του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποίαν ζητούσε την συντηρητική κατάσχεση του συζύγου της Ε. Μ. και της επ' αυτής (ως άνω αιτήσεως) υποβληθείσες την 8-5-1995 προτάσεις της τελευταίας, ως προς τα υπό της μάρτυρος αυτής εκτιθέμενα περιστατικά, β) την υπ' αριθμ. 4260/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς την περιεχομένη στα πρακτικά αυτής κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου (Μ.

Μ.), γ) τα υπ' αριθμ. 2725/2005 πρακτικά της δίκης του διαζυγίου της, ως προς την περιεχομένη σε αυτά κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου Κ. Π. και δ) την υπ' αριθμ. 4260/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς την περιεχομένη στα πρακτικά της απολογία της κατηγορουμένης και μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου στις μεταξύ αυτής (αναιρεσειούσης) και του τελευταίου δίκες διατροφής και διαζυγίου, Κ.

Π., τα οποία όμως (διαδικαστικά αυτά έγγραφα), συμφώνως προς τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις δεν μπορούν, ως προς το ανωτέρω μόνον επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα μη διαδικαστικό περιεχόμενό τους, να εκτιμηθούν, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, ούτε και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Συμφώνως δε προς τα σχετικώς προαναφερθέντα δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση και των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθ. 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι αβάσιμοι.- Πλέον τούτων από το επικαλούμενο και εκτιθέμενο από την αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο και λαμβανόμενο υπ' όψη κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1327/3006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν λύθηκε τελεσιδίκως ο γάμος αυτής με τον αναιρεσίβλητο κατά παραδοχή της περί διαζυγίου αγωγής της (αναιρεσειούσης) κατ' αυτού και απόρριψη κατ' ουσίαν της αγωγής διαζυγίου του τελευταίου κατ' αυτής, ότι (επί λέξει): "....η έγγαμη συμβίωση των διάδικων στην αρχή υπήρξε αρμονική.

Όμως με την πάροδο του χρόνου, επήλθε ψυχική απομάκρυνση των συζυγών. Για την δημιουργία αυτής της κατάστασης συνετέλεσε ο ίδιος ο εναγών, ο οποίος διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής υποδημάτων και στην προσπάθεια του να εδραιωθεί στην αγορά και να επεκτείνει την δραστηριότητα της επιχείρησης του, σχεδόν επί καθημερινής βάσεως, από της 7 πμ μέχρι της 12 το βράδυ, απασχολούνταν στην ανωτέρω επιχείρηση του ,με αποτέλεσμα να μη διαθέτει επαρκή χρόνο για την σύζυγο και τα τέκνα του Μολονότι η σύζυγος του ήταν νεαρά εναπόθεσε στους ωμούς της όλο το βάρος της φροντίδας της οικογένειας και καθώς ήταν βίαιος και αυταρχικός χαρακτήρας, όταν αυτή παραπονιόταν γι αυτό, έφθασε στο σημείο να χειροδικεί εις βάρος της, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με τον πιο πάνω δάσκαλο οδήγησης.

Ο δεύτερος μάρτυρας δεν γνωρίζει τίποτα σχετικά ο ίδιος και τα όσα άλλα καταθέτει ,που αναφέρονται στην ζωή της ενάγουσας (διασκεδάσεις, παρέες, ξενύχτια ,μεθύσια κλπ) τα πληροφορείται από τον ενάγοντα, ο οποίος δήθεν του έλεγε τα παράπονα του. Όμως, αν πράγματι συνέβαιναν όλα αυτά ,το λογικό θα ήταν, ο ενάγοντας, εν όψει και του ανωτέρω χαρακτήρα του, να είχε διώξει από την συζυγική οικία την σύζυγο του και να μην ανεχόταν την κατάσταση αυτή, ούτε για ένα μικρό χρονικό διάστημα και ακόμη να μη την δέχονταν να εργασθεί στην βιοτεχνία τον μετά το περιστατικό της 27ης Σεπτεμβρίου 2001

μετά από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν γεννάται υπέρ του ενάγοντος συζύγου δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την διάταξη του αρθ. 1439 παρ. 1 διότι τα κλονιστικά γεγονότα συνδέονται αποκλειστικώς με το πρόσωπο αυτού και από αυτά επήλθε τόσο ισχυρός κλονισμός στην έγγαμη συμβίωση των διάδικων ,ώστε βάσιμα η, υπό τις παραπάνω συνθήκες, εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως είναι αφόρητη για την ενάγουσα επομένως πρέπει να γίνει δέκτη η έφεση της ενάγουσας και να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος....", δεν μπορεί να συναχθεί ως, μη ληφθέν υπ' όψη από το δικάσαν δικαστήριο, δικαστικό τεκμήριο, ότι η αναιρεσείουσα καθ' όλο το διάστημα της εγγάμου συμβιώσεώς της με τον αναιρεσίβλητο συνεισέφερε, όχι περιστασιακά, όπως το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, στις ανάγκες της οικογενείας τους πλέον του μέτρου της εκπληρώσεως της εκ τούτου υποχρεώσεώς της και συνέβαλε έτσι στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω δικαστική απόφαση προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου συνεισφοράς της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Οι αυτές δ' αμέσως ανωτέρω αιτιάσεις, προβαλλόμενες υπό την επίφαση της μη λήψεως υπ' όψη από το δικάσαν δικαστήριο των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ανάγεται στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από την προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Έτι περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το σχετικό μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση, ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του την με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ομολογία του, η οποία, όπως εν συνεχεία ισχυρίζεται, συνάγεται από την υπ' αυτού επίκληση και επομένως συνομολόγησή του ως αληθούς, του κατατεθέντος ενώπιον του εκδόσαντος την υπ' αριθμ. 4260/2008 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από την Μ.

Μ., αδελφή και μάρτυρα του (αναιρεσιβλήτου), ότι κατά το έτος 2000, που επί δέκα πέντε ημέρες νοσηλεύθηκε στο ΑΧΕΠΑ, το "μαγαζί" το κρατούσε η αναιρεσείουσα, περιστατικό και από το οποίο συνάγεται ότι συνέβαλε ως σύζυγός του στην ισχυριζόμενη υπ' αυτής επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου. Ως δε προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου κατατεθεισών από 16-9-2014 προτάσεών του ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε αιτιολογημένα γενικώς και ειδικώς τους αγωγικούς πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι συνέβαλε κατά την διάρκεια της εγγάμου μετ' αυτού συμβιώσεως στην επαύξηση της περιγραφομένης στην αγωγή της περιουσίας του.

Προς επιστήριξη δε των αρνητικών ισχυρισμών του επικαλέσθηκε, εκτός άλλων και την μαρτυρική κατάθεση της αδελφής του Μ. (Μ.) Μ., στην δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίον εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4260/2008 αθωωτική αυτού (αναιρεσιβλήτου) και της Κ. Π. των κατηγοριών της ψευδορκίας, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, απόφαση, την οποίαν (ως άνω μαρτυρική κατάθεση) παρέθεσε, κατά τα υπ' αυτού εκτιθέμενα, αυτολεξεί, περιεχόμενο της οποίας αποτελεί και το ανωτέρω από την αναιρεσείουσα επικαλούμενο τμήμα της.

Εν όψει, όμως, της κατά τα προαναφερόμενα προβαλλομένης από τον αναιρεσίβλητο γενικής αρνήσεως των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσειούσης και του συνόλου των ισχυρισμών του, η συναγωγή ή η μη συναγωγή από το δικαστήριο ομολογίας των εν λόγω πραγματικών περιστατικών από τον αναιρεσίβλητο κατά το άρθρο 261 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 530/2015) και συνεπώς κατά το μέρος του αυτό ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.- Περαιτέρω, όπως προαναφέρεται, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339).

Οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες όπως ήδη ρητά ορίζεται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 του ν.3994/2011, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει στην απόφαση να διαλαμβάνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθεμίας από αυτές.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη.

Σε αυτή την περίπτωση, αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ώστε να μην παραμένει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σχετικό έγγραφο της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 807/2015, 800/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 694/2004 και 695/2004 ενόρκους βεβαιώσεις των Μ. Χ. και Κ. Ψ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, τις οποίες είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη του λυσιτελούς αγωγικού ισχυρισμού της ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν δοθεί για να χρησιμοποιηθούν στην μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου δίκη της διατροφής.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του διαβεβαιώνει, όπως προαναφέρεται, ότι έλαβε υπόψη του προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα με επίκληση προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, επομένως και τις ανωτέρω λαμβανόμενες υπόψη ως έγγραφα, αφού είχαν δοθεί για να χρησιμεύσουν σε άλλη δίκη, ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της στο δικαστήριο της ουσίας είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα.

Επομένως, αφού από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τις μνημονεύει ειδικώς και δεν τις αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, αφού προς τούτο δεν υπάρχει ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς από τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, τα αντίθετα ως άνω που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον προβαλλόμενο ανωτέρω έβδομο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Καθ' ο δε μέρος του, που με επίκληση της αναφερόμενης πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).- Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ).

Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία, είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 3/2016, 287/2011, 625/2011).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Οι ως άνω, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα παραβίαση κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 556/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 20-5-1984 στην .... Η ενάγουσα κατά την τέλεση του γάμου ήταν ηλικίας 17 ετών και ο εναγόμενος 33 ετών. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα τον ...

και τον ... που γεννήθηκαν στις 22-1-1988 και 27-8-1991, αντίστοιχα. Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος διατηρούσε βιοτεχνία κατασκευής υποδημάτων σε ημιυπόγειο βιοτεχνικό χώρο, σε οικοδομή επί της οδού ..., .... Η ενάγουσα, όντας ανήλικη, διέμενε με τους γονείς της σε μισθωμένο διαμέρισμα στη ίδια οικοδομή και δεν είχε καμία περιουσία.

Αμέσως μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα στην ίδια περιοχή. Η ενάγουσα διέκοψε τη φοίτησή της στο Λύκειο και άρχισε να ασχολείται περιστασιακά με βοηθητικές εργασίες στην ανωτέρω επιχείρηση του εναγομένου, μέσα στα πλαίσια της υποχρέωσής της να συνεισφέρει στις ανάγκες της οικογένειας ανάλογα με τις δυνάμεις της (Α.Κ. 1389), χωρίς η ως άνω συμβολή να υπερβαίνει το μέτρο της εκπλήρωσης της προαναφερόμενης υποχρέωσής της.

Μετά τη γέννηση του πρώτου τέκνου τους, η ενάγουσα έπαυσε να προσφέρει τις ως άνω υπηρεσίες της προς τον εναγόμενο, ο οποίος απασχολούνταν καθημερινά ακόμη και τα Σαββατοκύριακα στην ως άνω επιχείρησή του από τις 7.00 π.μ. έως τις 11.00 μ.μ., ενώ αντίθετα η ενάγουσα δεν ασχολούνταν επαρκώς ούτε και με τις οικιακές εργασίες, όπως η παρασκευή φαγητού, η καθαριότητα του συζυγικού οίκου, παραμελώντας ακόμη και την ανατροφή των ανηλίκων τέκνων της, στα οποία δεν προσέφερε επαρκώς τις προσωπικές περιποιήσεις και φροντίδες, όπως επίσης και στον σύζυγό της.

Αντίθετα, πραγματοποιούσε συχνά εξόδους με προσωπικούς της φίλους και φίλες, χωρίς τη συνοδεία του συζύγου της, ο οποίος ανάλωνε τον χρόνο του αποκλειστικά στην εργασία του προς αναβάθμιση της προαναφερόμενης επιχείρησης, στην οποία διαδέχθηκε τον πατέρα του, πριν από την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα.

Τον Σεπτέμβριο του έτους 2001 διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων και ανατέθηκε αποκλειστικά στον εναγόμενο η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των δύο ανήλικων τέκνων τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13576/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1327/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού.

Κατά τον χρόνο συμπλήρωσης τριετίας από την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων (Σεπτέμβριος 2004) και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε με τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, τα \οποία υπήρχαν κατά τον προαναφερόμενο χρόνο: 1) Ένα διαμέρισμα, 7ου ορόφου πολυόροφης οικοδομής, επί της ...

στην Α..., εμβαδού καθαρού 93,61 τ.μ., το οποίο ο εναγόμενος απέκτησε με το υπ' αριθμ. …/1-12-1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Μ. - Χ., το οποίο είχε πολυτελή κατασκευή και αποτέλεσε τη συζυγική στέγη, αξίας 250.000 ευρώ, 2) Το υπ' αριθμ. 390 κληροτεμάχιο, εμβαδού 13.500 τ.μ. στην περιφέρεια του αγροκτήματος Ν. ..., εντός ζώνης, που απέκτησε ο εναγόμενος με το υπ' αριθμ. ..10-4-1990 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης A.

Π., αξίας 430.000 ευρώ, 3) Ένα ισόγειο κατάστημα, οικοδομής επί ... εμβαδού 32,43 τ.μ., αξίας 155.000 ευρώ, που απέκτησε ο εναγόμενος με το υπ' αριθμ. …-4-1994 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Τ., 4) Ένα βιοτεχνικό χώρο, β' ορόφου οικοδομής επί της οδού ..., εμβαδού 712,33 τ.μ., με το υπ' αριθμ…/12-12-1994 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Π., αξίας 650.000 ευρώ και 5) 18 μηχανήματα κατάλληλα για μηχανολογικό εξοπλισμό και λειτουργία της βιοτεχνίας κατασκευής υποδημάτων του εναγομένου που αποκτήθηκαν σταδιακά από το έτος 1983 έως το έτος 1998, συνολικής αξίας 15.850 ευρώ. Στην ως άνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, η ενάγουσα δεν συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο, ασχολούμενη με τη διακόσμηση της πολυτελούς κατοικίας τους, που αποκτήθηκε το έτος 1989 αποκλειστικά με εισοδήματα του εναγομένου προερχόμενα από την πολύωρη απασχόλησή του στην επιχείρηση κατασκευής υποδημάτων, τις εξόδους της με προσωπικούς της φίλους, την πολύμηνη παραθέρισή της σε θέρετρα της Χαλκιδικής, κατά τους θερινούς μήνες και σε ταξίδια που πραγματοποιούσε με τον εναγόμενο, μετά από απαίτησή της, αρνούμενη ν' ασχοληθεί ακόμα και με στοιχειώδεις οικιακές εργασίες για την ομαλή λειτουργία του συζυγικού οίκου, αλλά και τη φροντίδα και ανατροφή των δύο ανήλικων τέκνων της.

Κατά το έτος 1994, ο εναγόμενος αγόρασε ισόγειο κατάστημα σε οικοδομή επί της ... ..., όπου δημιούργησε κατάστημα πώλησης υποδημάτων. Το εν λόγω κατάστημα λειτούργησε με την παροχή υπηρεσιών της αδελφής του εναγομένου και κατά την περίοδο ασθένειας αυτής, της ανηψιάς του τελευταίου, ενώ η ενάγουσα επισκέπτονταν αυτό κατά τις μεσημβρινές ώρες και ανάλωνε το χρόνο της με τη δημιουργία φιλικών σχέσεων με τους ιδιοκτήτες των παρακείμενων καταστημάτων.

Ισχυρίζεται βέβαια η ενάγουσα ότι παρείχε την εργασία της στο εν λόγω κατάστημα και ουδέποτε αδιαφόρησε για τα τέκνα της, μάλιστα δε προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού της προσκομίζει και τις προαναφερόμενες έξι ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αναφέρεται από τους εξετασθέντες μάρτυρες ότι αυτή πράγματι παρείχε την εργασία της σ' αυτό και δεν αδιαφόρησε για τα τέκνα της, όμως, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποδείχθηκε η παρουσία σ' αυτό μόνο της αδελφής του εναγομένου, η οποία παρείχε τις υπηρεσίες της αμειβόμενη προς αντιμετώπιση των οικονομικών της αναγκών την οποία παρουσία και εργασία της σ' αυτό δεν αρνούνται ούτε οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας και εν πάση περιπτώσει οι εν λόγω καταθέσεις δεν είναι ικανές να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι γίνεται προσπάθεια από αυτούς (μάρτυρες) να συμπορευθούν με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας.

Άλλωστε και η εξετασθείσα με επιμέλεια της ενάγουσας μάρτυρας, Α. Δ., αν και κατέθεσε αρχικά ότι η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά με πλήρες ωράριο στο κατάστημα της ..., ως πωλήτρια, γεγονός που το γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως μια και την έβλεπε να εργάζεται στο κατάστημα αυτό, εν συνεχεία κατέθεσε ότι το κατάστημα της ...

το έχει επισκεφθεί μόνο κατά την ημέρα των εγκαινίων, ενώ τον βιοτεχνικό χώρο ιδιοκτησίας του εναγομένου, στον οποίο επίσης κατέθεσε ότι εργαζόταν η ενάγουσα, δεν τον επισκέφθηκε ποτέ.

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν προσέφερε την προσωπική της εργασία στην επιχείρηση του εναγομένου ούτε είχε προσφορά εργασίας είτε στο συζυγικό οίκο είτε στην ανατροφή των τέκνων τους, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όπως άλλωστε έγινε δεκτό με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της αντιδικίας των διαδίκων αναφορικά με την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων των διαδίκων (βλ.

την με αριθμ. 13576/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την με αριθμ. 1076/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες ανατέθηκε η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων των διαδίκων στον εναγόμενο πατέρα τους) και συνεπώς δεν συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προέκυψε ότι η ενάγουσα δεν είχε καμμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ούτε παρέχοντας την προσωπική εργασία της στις ως άνω επιχειρήσεις αυτού (βιοτεχνία κατασκευής υποδημάτων και κατάστημα πώλησης αυτών) ούτε με την προσφορά των προσωπικών της περιποιήσεων και φροντίδων προς τον ίδιο, τα ανήλικα τέκνα τους, αλλά και την προσφορά υπηρεσιών για την φροντίδα και καθαριότητα του συζυγικού οίκου και μάλιστα πέραν της υποχρέωσης συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες.

Η ασχολία της με την επίπλωση και διακόσμηση της συζυγικής οικίας που αποκτήθηκε, ως προελέχθη το έτος 1989, εμπίπτει στην ως άνω υποχρέωσή της και έγινε προς εκπλήρωση των προσωπικών της φιλοδοξιών για πολυτελή διαβίωση." Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα όσον αφορά την συμμετοχή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στα αποκτήματα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για την θεμελίωση της οποίας επικαλείται: α) ότι παρ' ότι δέχεται ότι διέκοψε αυτή (αναιρεσείουσα) την φοίτησή της στο λύκειο και άρχισε να ασχολείται περιστασιακά με βοηθητικές εργασίες στην βιοτεχνία του αναιρεσιβλήτου (σελ. 8), αντιφατικώς εν συνεχεία δέχεται ότι δεν παρείχε την προσωπική της εργασία στην βιοτεχνία του αντιδίκου - συζύγου της (σελ. 14), β) ότι ενώ δέχεται ότι δεν ασχολείτο επαρκώς, χωρίς να διευκρινίζει την έννοια του όρου αυτού, ούτε με τις οικιακές εργασίες της, όπως παρασκευή φαγητού, καθαριότητα του συζυγικού οίκου (σελ. 8), ακολούθως αντιφατικώς δέχεται ότι ησχολείτο εκ πεποιθήσεως με την διακόσμηση της πολυτελούς κατοικίας τους και μάλιστα για την εκπλήρωση των προσωπικών φιλοδοξιών για πολυτελή διαβίωση (σελ. 14) και γ) ότι ενώ δέχεται ότι αρνείτο (η αναιρεσείουσα) να ασχοληθεί ακόμη και στοιχειώδεις οικιακές εργασίες για την ομαλή λειτουργία του συζυγικού οίκου και την φροντίδα και ανατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων τους (σελ. 11) ως και ότι δεν είχε προσφορά εργασίας είτε στον συζυγικό οίκο είτε στην ανατροφή των τέκνων τους (σελ. 13), αντιφατικώς δέχεται ότι δεν προσέφερε επαρκώς τις προσωπικές της φροντίδες και περιποιήσεις στον αναιρεσείοντα και τα τέκνα τους (σελ. 9).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος εν όψει των περαιτέρω, κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, αντιστοίχων προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ως άνω συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος δεν υπερέβαινε το μέτρο της, αναλόγως προς τις δυνάμεις της, εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, ότι η απασχόλησή της με τη διακόσμηση της πολυτελούς κατοικίας αυτής και της αναιρεσιβλήτου, που αποκτήθηκε το έτος 1989, εγένετο προς εκπλήρωση των προσωπικών της φιλοδοξιών για πολυτελή διαβίωση, κατά λογική αναγκαιότητα, επομένως, συναγομένης εκ τούτου της περαιτέρω παραδοχής ότι δεν εγένετο καθ' υπέρβαση της υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά της, αναλόγως προς τις δυνάμεις της, στα βάρη του γάμου, και ότι δεν προσέφερε, επίσης προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, τις προσωπικές της φροντίδες και περιποιήσεις στον αναιρεσείοντα και τα τέκνα τους, με συνέπεια με την υπ' αριθμ. 1076/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που επικύρωσε την υπ' αριθμ. 13576/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων αυτής και του αναιρεσιβλήτου στον τελευταίο.

Από δε τις παραδοχές αυτές και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι από την παραδοχή "ότι δεν ησχολείτο επαρκώς με τις οικιακές εργασίες, παρασκευή φαγητού, καθαριότητα συζυγικού οίκου και δεν προσέφερε επαρκώς της τις προσωπικές της φροντίδες και περιποιήσεις στον αναιρεσίβλητο και τα τέκνα τους", σαφώς συνάγεται η περαιτέρω παραδοχή ότι η συνεισφορά της αναιρεσείουσας στις οικογενειακές ανάγκες δεν υπερέβαινε κατά πάσα περίπτωση το μέτρο της προς συνεισφορά υποχρεώσεώς της ως συζύγου, ώστε κατά τούτο να συμβάλει στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, το δικάσαν Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα ως άνω αντίθετα, έκτος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τί προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιόν ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990, 451/2014).

Εφ' όσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, ούτε βέβαια ελέγχεται με τον λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της αποφάσεως, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1723/2014).

Με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αποδειχθέντα τον ισχυρισμό του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) ότι η ιδία (αναιρεσείουσα) δεν προσέφερε την προσωπική της εργασία στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου επί της ..., και απέρριψε τον ισχυρισμό της ιδίας ότι παρείχε την εργασία της στο κατάστημα αυτό συμβάλλοντας και κατά τον τρόπο αυτόν στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, παρά το αποδεικνυόμενο από την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρός της (αναιρεσειούσης) Α.

Δ., ότι η αναιρεσείουσα "από την Δευτέρα ως το Σάββατο εργαζόταν στο κατάστημα και μετά έφευγε στην Λαϊκή". Ενόψει όμως των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι (επί λέξει): "...η εξετασθείσα με επιμέλεια της ενάγουσας μάρτυρας, Α. Δ., αν και κατέθεσε αρχικά ότι η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά με πλήρες ωράριο στο κατάστημα της ..., ως πωλήτρια, γεγονός που το γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως μια και την έβλεπε να εργάζεται στο κατάστημα αυτό, εν συνεχεία κατέθεσε ότι το κατάστημα της ...

το έχει επισκεφθεί μόνο κατά την ημέρα των εγκαινίων, ενώ τον βιοτεχνικό χώρο ιδιοκτησίας του εναγομένου, στον οποίο επίσης κατέθεσε ότι εργαζόταν η ενάγουσα, δεν τον επισκέφθηκε ποτέ.", από τις οποίες προκύπτει αδιστάκτως, ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του και εξετίμησε την ανωτέρω κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος της αναιρεσειούσης με ρητή αναφορά σε αυτήν, σε συνδυασμό με τις λοιπές από τους διαδίκους επικαλεσθείσες και προσκομισθείσες αποδείξεις, κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, από τις οποίες και συνήγαγε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμά του, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η αυτή αιτίαση, ως προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αριθ. 8(β) ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσειούσης, ότι παρείχε την εργασία της στο κατάστημα αυτό συμβάλλοντας και κατά τον τρόπο αυτόν στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο τελευταίος, αυτός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτά, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει το δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 150/2013, ΑΠ 150/2003 ΑΠ 17/2003).

Περαιτέρω, με το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 339 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 36 του ν.3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις συμπεριελήφθησαν ως ισότιμο με τα άλλα αποδεικτικό μέσο και επομένως έχουν την αυτή, χωρίς διακρίσεις, αποδεικτική δύναμη με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, διατηρουμένων βεβαίως των πρoβλεπομένων ειδικών προθεσμιών για την λήψη τους.

Αποτελούν δε ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και πρέπει στην απόφαση να γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθεμίας από αυτές (ΑΠ 800/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικάσαν Εφετείου διαβεβαιώνει, ότι έλαβε υπ' όψη και συναξιολόγησε και συνεκτίμησε τις ανωτέρω υπ' αριθμ. 1043, 1044, 1045/2008, 1076, 1077, 1078/2008 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με επιμέλεια της ενάγουσας, τις οποίες, ως αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, με επίκληση προσκόμισε ενώπιόν του με τις κατατεθείσες προτάσεις της η τελευταία, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από αυτούς (διαδίκους) έγγραφα, αποδίδοντας σε αυτές (ως άνω ένορκες βεβαιώσεις) την αυτή δύναμη αποδείξεως και εκτιμώντας αυτές ελεύθερα, όπως έχει το δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), η δε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απόδοση από το Εφετείο στα λοιπά των ανωτέρω, της αυτής αποδεικτικής δυνάμεως με τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, αποδεικτικών μέσων, μεγαλύτερης βαρύτητος και αξιοπιστίας κατά την συγκριτική τους αξιολόγηση, δεν καθιδρύει τον εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα, με το δεύτερο μέρος του δευτέρου από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια, ότι το δικάσαν δικαστήριο παρεβίασε με την προσβαλλομένη απόφασή του, τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων, εκ του ότι δεν δέχθηκε κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων ως αποδεικνυόμενα τα ευνοϊκά για τους πραγματικούς ισχυρισμούς της (αναιρεσειούσης) περιστατικά, που οι ενόρκως βεβαιούντες στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις κατέθεσαν, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αβάσιμος δε και απορριπτέος είναι και ο λόγος αυτός αναιρέσεως.

Η αυτή αιτίαση, ως προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι, όπως προαναφέρεται, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν την αποδεικτική δύναμη των προσαγομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και των ενόρκων βεβαιώσεων, ως εν προκειμένω.

Κατά το αυτό δε μέρος του ο αυτός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν αναφέρεται στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, δηλαδή στη συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, αλλά στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος από την προσβαλλόμενη απόφαση.- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το βάσιμο αίτημα του τελευταίου που υπέβαλε με τις προτάσεις του.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-4-2015 αίτηση της Β. Ν. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ