1646/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1646/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει αυτών, με την δεύτερη αγωγή ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων επτακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι έξη λεπτών (12.734,26), που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του πράγματι οφειλομένου σε αυτόν ποσού και του εσφαλμένως αιτηθέντος, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1646 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1646/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας της Ελλάδας", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ασημακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαιρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5/8/2009 και από 4/6/2011 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1629/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 324/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 17/6/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την πρώτη από 05.08.2009 αγωγή ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι την 01.08.1964 προσλήφθηκε από τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ότι λόγω αυτής της υπαλληλικής του ιδιότητας ήταν ταυτοχρόνως μέλος του εναγόμενου σωματείου, το οποίο χορηγεί επικουρική σύνταξη και εφάπαξ βοήθημα στα μέλη του.
Ότι η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τέσσερις (4) φορές. Ότι οι γενόμενες καταγγελίες κρίθηκαν άκυρες, με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται κάθε φορά η Τράπεζα να τον επαναπροσλαμβάνει. Ότι η δικαστική διαμάχη με την εργοδότριά του ξεκίνησε, όταν είχε ήδη συμπληρώσει δέκα (10) έτη υπηρεσίας, με αποτέλεσμα κατά το διάστημα των συνεχών απολύσεων και επαναπροσλήψεών του να του έχει καταβληθεί, ως εφάπαξ βοήθημα, το συνολικό ποσό των δεκαεπτά εκατομμυρίων εκατόν τριάντα χιλιάδων δραχμών (17.130.000 δρχ.) ή πενήντα χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ 150.271.00 €).
Ότι μετά από συμβιβασμό με την Τράπεζα, αυτή αναγνώρισε την ακυρότητα της απολύσεώς του και κατέβαλε μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2002 έως 31-12-2006, εκατόν σαράντα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων έντεκα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτά (148.911,38€). Ότι με την επαναπρόσληψή του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αναβίωσε η ιδιότητά του, ως μέλος του εναγομένου, με αποτέλεσμα να δικαιούται, κατά τις διατάξεις του καταστατικού ως εφάπαξ βοήθημα, το ποσό των σαράντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (48.490,69€), κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους στην αγωγή υπολογισμούς.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει σαράντα οκτώ χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (48.499,69) με το νόμιμο τόκο, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή. Με την δεύτερη από 04.06.2011 αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στην ως άνω πρώτη αγωγή του από παραδρομή λήφθηκαν υπόψη κατά τους υπολογισμούς του αιτούμενου εφάπαξ βοηθήματος οι μηνιαίοι μισθοί των ετών 2003-2004 αντί των ετών 2005 και 2006 με αποτέλεσμα η εφάπαξ παροχή που αξιώνεται με την πρώτη αγωγή να είναι μικρότερη αυτής που πράγματι δικαιούται.
Ενόψει αυτών, με την δεύτερη αγωγή ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων επτακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι έξη λεπτών (12.734,26), που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του πράγματι οφειλομένου σε αυτόν ποσού και του εσφαλμένως αιτηθέντος, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1629/2013 απόφασή του, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις ως άνω αγωγές, δέχθηκε αυτές εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα: α) το ποσό των 13.245,78 ευρώ για την πρώτη αγωγή και β) το ποσό των 3.478,50 ευρώ για τη δεύτερη, και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από 28.01.2009.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές εν μέρει οι αγωγές και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα 56.506,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τα οριζόμενα σ' αυτή. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε το εναγόμενο με την από 17.06.2016 αίτηση αναιρέσεως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τα άρθρα 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33 - 39 του Β.Δ. της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων", ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 12 εδάφιο β` του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκαν μετά την 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", κατά το άρθρο 4 του οποίου σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους.
Ετσι τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία. Κάθε δε μέλος του αλληλοβοηθητικού σωματείου, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του περίπτωση να λάβει βοήθημα από το ειδικό κεφάλαιο - λογαριασμό, που έχει συσταθεί από το σωματείο, στο οποίο μετέχει γι` αυτόν ακριβώς το σκοπό, έχει αγώγιμη αξίωση κατά του σωματείου ( ΑΠ 813/2011, ΑΠ 426/2010, 77/1989).
Σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 1 περ. α ν. 3863/2010 "Με την επιφύλαξη της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του ν. 3371/2005, οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι επικουρικής σύνταξης του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας της Ελλάδας, υπάγονται υποχρεωτικά, από την πρώτη του μεθεπομένου μήνα από το μήνα δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ).
Το χορηγούμενο σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Καταστατικού του ΤΑΠΓΤΕ εφάπαξ βοήθημα, διατηρείται και καταβάλλεται από το ΤΑΠΓΤΕ, το οποίο για το σκοπό αυτόν δεν διαλύεται ούτε θίγεται η περιουσία του". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 περ. α του άρθρου 14 του καταστατικού, την εφάπαξ παροχή δικαιούται κάθε ασφαλισμένος, που φεύγει από την υπηρεσία της Τράπεζας για οποιαδήποτε αιτία ή του απαγορεύεται από το νόμο η συμμετοχή του στο Ταμείο, εφόσον έχει συμπληρώσει δέκα (10) έτη πραγματικής συμμετοχής στο Ταμείο.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, "Ολόκληρη η εφάπαξ παροχή ισούται με το γινόμενο του συντάξιμου μισθού (μέσος μηνιαίος μισθός) επί το χρόνο ασφάλισης στο ταμείο (δηλαδή το χρόνο πραγματικής συμμετοχής στο Ταμείο και το χρόνο τυχόν εξαγοράς της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας), με τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 του δικαιούμενου.
Σαν μέσος μηνιαίος μισθός ορίζεται το πηλίκον του συνόλου των ασφαλιστικών αποδοχών των είκοσι τεσσάρων τελευταίων μηνών, δηλαδή 24 μηνιαίοι μισθοί πλέον Δ. Πάσχα, επιδόματος αδείας και Δ. Χριστουγέννων, δια του αριθμού 19". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ως μέσος μηνιαίος μισθός θεωρείται όχι ο πράγματι καταβαλλόμενος στον εργαζόμενο, καθώς σε αυτόν περιλαμβάνονται και πλήθος επιδομάτων, αλλά εκείνος με βάση τον οποίο υπολογίζονται οι εισφορές του μισθωτού προς το αστικό σωματείο, ενόψει και της πρόβλεψης του άρθρου 3 παρ. 1 του καταστατικού, που ρητώς προσδιορίζει τον υπολογισμό της μηνιαίας εισφοράς βάσει των "υποχρεωτικών αποδοχών", ήτοι του βασικού μισθού, των προσαυξήσεων-ΑΤΑ και των επιδομάτων μονίμου χαρακτήρα.
Ειδικότερα, ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος συνάγεται από την διάταξη της παρ.1 του άρθρου 14 του καταστατικού, που κάνει λόγο για "ασφαλιστικές αποδοχές". Η δε επεξήγηση που επιχειρείται στην αμέσως επόμενη διατύπωση "...ήτοι 24 μηνιαίοι μισθοί πλέον Δ. Πάσχα, επιδόματος αδείας και Δ. Χριστουγέννων...", σκοπό έχει να διακρίνει τους μηνιαίους μισθούς από τα δώρα των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του επιδόματος αδείας και να υποδείξει το συνυπολογισμό των τελευταίων.
Σημειώνεται δε ότι η άποψη ότι η εφάπαξ παροχή υπολογίζεται επί των πραγματικά καταβαλλομένων συνολικά αποδοχών θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα.
Δεν είναι εύλογο, ούτε και σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι μεν εισφορές του ασφαλισμένου προς το αλληλοβοηθητικό ταμείο να υπολογίζονται επί ορισμένων μόνο κεφαλαίων της αμοιβής του ("ασφαλιστικές αποδοχές" δηλαδή "υποχρεωτικές αποδοχές" πλέον Δώρο Πάσχα και Επίδομα Αδείας και Δώρο Χριστουγέννων), οι δε παροχές του αλληλοβοηθητικού ταμείου προς τον ασφαλισμένο να υπολογίζονται όχι στις ίδιες αυτές εισφορές του (ασφαλιστικές αποδοχές) αλλά σε άλλες πολύ υψηλότερες εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ κλπ) που προκύπτουν εκ του συνόλου των καταβαλλομένων ή και καταβλητέων αποδοχών του μισθωτού - ασφαλισμένου και εκ των οποίων δεν κρατείται ωστόσο εισφορά υπέρ Ταμείου Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας (ΤΑΠΓΓΕ) από τον εργοδότη.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Ο ενάγων και ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος, προσλήφθηκε το έτος 1964, από την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ιδιότητα του υπαλλήλου.
Λόγω της ιδιότητας του αυτής αποτέλεσε αυτοδικαίως μέλος του εναγομένου (εφεσίβλητου και εκκαλούντος) αλληλοβοηθητικού σωματείου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του καταστατικού αυτού, καθ' όλη δε τη διάρκεια της υττηρεσίας του γινόταν παρακράτηση από το μισθό του υπέρ του εναγομένου σε ποσοστό 7% επί των υποχρεωτικών αποδοχών του, ως τοιούτων νοουμένων, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 3 παρ. 1 του καταστατικού του, του βασικού μισθού, των προσαυξήσεων -ΑΤΑ και των επιδομάτων μονίμου χαρακτήρα, καθώς και επί των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας.
Από το έτος 1984 ξεκίνησε δικαστικός αγώνας μεταξύ του ενάγοντος και της εργοδότριάς του, καθώς η τελευταία κατήγγειλε τέσσερις [4] φορές τη σύμβαση του, ο δε ενάγων προσέφευγε στο αρμόδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) κάθε φορά, αιτούμενος την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, μετά δε την τελεσίδικη δικαίωσή του επανερχόταν στην υπηρεσία του.
Μετά από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα και, δυνάμει της υπ` αριθ. 2509/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα αντίδικα μέρη συμβιβάστηκαν και, καθώς ο ενάγων είχε συμπληρώσει τα προβλεπόμενα από το νόμο συντάξιμα έτη, αποχώρησε από την υπηρεσία. Κατά τους χρόνους που ο ενάγων αποχωρούσε από την υπηρεσία του δυνάμει των καταγγελιών της συμβάσεως εργασίας του, ελάμβανε τμήμα του δικαιούμενου εφ' άπαξ βοηθήματος, ενόψει του ότι η αντιδικία του με την Τράπεζα ήταν εκκρεμής.
Συγκεκριμένα, στις 23-2-1993 εισέπραξε 2.630.000 δραχμές που αντιστοιχεί στο ποσό των 7.718,27 ευρώ, στις 1-8-1995, το ποσό των 6.500.000 δραχμών που αντιστοιχεί στο ποσό των 19.075,57 ευρώ, στις 8-4-1998 ποσό 3.000.000 δραχμές που αντιστοιχεί στο ποσό των 8.804,11 ευρώ και στις 7-7-2000 ποσό 5.000.000 δραχμές που αντιστοιχεί στο ποσό των 14.673,51 ευρώ, συνολικά δε προεισέπραξε 17.130.000 δραχμές που αντιστοιχεί στο ποσό των 50.271,41 ευρώ.
Λόγω δε της συνταξιοδότησής του και της συνακόλουθης αποχώρησης από την υπηρεσία του, ο ενάγων αιτήθηκε, με την από 27-1-2009 επιστολή του, την καταβολή της αναλογούσας σε αυτόν επικουρικής σύνταξης, καθώς και του εφάπαξ βοηθήματος, ενόψει του ότι η εργοδότρια Τράπεζα, δυνάμει του επιτευχθέντος συμβιβασμού, αναγνώρισε ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας το χρονικό διάστημα από 01-01- 2002 έως 31-12-2006.
Το ποσό που δικαιούνταν ο ενάγων για την εφ' άπαξ παροχή, έπρεπε να υπολογιστεί, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Καταστατικού του εναγομένου, με βάση τον μέσο μηνιαίο συντάξιμο μισθό που προκύπτει από τις "ασφαλιστικές" αποδοχές του των 24 τελευταίων μηνιαίων μισθών πλέον επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας.
Ως ασφαλιστικές δε αποδοχές, νοούνται οι αποδοχές εκείνες, επί των οποίων καταβάλλονται οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές στα ταμεία ασφάλισης και επί των οποίων υπολογίζεται και η σύνταξη του μισθωτού. Οι αποδοχές αυτές, είναι διάφορες των "υποχρεωτικών αποδοχών" που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του Καταστατικού, επί των οποίων υπολογίζεται η μηνιαία εισφορά που παρακρατείται και είναι αποδοτέα στο εναγόμενο και οι οποίες αποτελούνται από το βασικό μισθό τις προσαυξήσεις-ΑΤΑ (όταν υπήρχε) και τα επιδόματα μονίμου χαρακτήρα και ενδεχομένως είναι μικρότερες κατά ποσό από τις ασφαλιστικές αποδοχές.
Με βάση δε τις τελευταίες αυτές (ασφαλιστικές) αποδοχές, για τις οποίες ασφαλιζόταν ο ενάγων στον κύριο ασφαλιστικό φορέα του (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αυτός έλαβε κατά το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει: α) Κατά το έτος 2005 ποσό [(2.140,50 ευρώ μηνιαίως X 12 μήνες=) 25.686 ευρώ + 1.286,74 ευρώ για δώρο Πάσχα + 1.070,25 ευρώ για επίδομα αδείας + 2.401,58 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων=] 30.444,57 ευρώ και β) Κατά το έτος 2006 ποσό [(2.226 ευρώ μηνιαίως X 12 μήνες=) 26.712 ευρώ + 1.336,85 ευρώ για δώρο Πάσχα + 1.113 ευρώ για επίδομα αδείας + 2.496,21 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων=] 26.712.
Οι ασφαλιστικές αυτές αποδοχές, προκύπτουν, τόσο από τις οικείες υποβληθείσες και κατατεθείσες νόμιμα στο ΙΚΑ βεβαιώσεις της εργοδότριας, όσο και από τις καταστάσεις εισφορών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας, που αυτή τηρούσε και διαβίβαζε προς το Ταμείο. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι, ενδεχόμενη παρακράτηση εκ μέρους του αναγομένου μικρότερου ποσού εισφορών από τις προσήκουσες, ακόμη και αν εχώρησε, δεν ασκεί ουσιαστική επιρροή στην παρούσα υπόθεση, καθ' όσον, ο υπολογισμός της εφ' άπαξ παροχής γίνεται με βάση την προμνησθείσα διάταξη του καταστατικού (14 παρ. 1), επί της οποίας βασίζεται και η οικεία αξίωση του ενάγοντος προς καταβολή του συνόλου αυτής (παροχής).
Με βάση τα ανωτέρω, η εφ' άπαξ παροχή του ενάγοντος, έπρεπε να ανέλθει σε (62.102,63 ευρώ οι ασφαλιστικές αποδοχές των 24 τελευταίων μηνών: 19 X 34,5 μήνες, όπως συνομολογείται=) 112.765,32 ευρώ, πλην ο ενάγων (επειδή προσέθεσε μικρότερα ποσά για επιδόματα δώρων εορτών/αδείας) προσδιορίζει αυτή, με τη δεύτερη αγωγή του, σε ποσό 111.496,41 ευρώ.
Το εναγόμενο, μετά την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του ενάγοντος για την καταβολή της παροχής, με απαντητική επιστολή του, του προσέφερε μόνον ποσό 4.153,69 ευρώ, αφού υπολόγισε το συνολικά οφειλόμενο ποσό της εφ' άπαξ παροχής σε 67.135,81 και ακολούθως αφαίρεσε από αυτή, αφ' ενός τα προκαταβληθέντα ποσά, ύψους, κατά τα ανωτέρω, 50.271,41 ευρώ, αφ' ετέρου τους τόκους προκαταβολών των ετών 1993, 1994 και 1995, ύψους 1.164,93 ευρώ για το 1993, 1.250,57 ευρώ για το έτος 1994, 1.134,40 ευρώ για το διάστημα από 1-1-95 έως 30-4-95 και συνολικά 3.549,90 ευρώ, και, τέλος, το ποσό των 1.168,17 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλομένου δανείου.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, ο ενάγων δεν δικαιούται το προσφερθέν σ' αυτόν ποσό, αλλά το ποσό των [111.496,41 ευρώ - 50.271,41 ευρώ - 3.549,90 ευρώ οι αναλογούντες τόκοι, εκπεστέοι κατ` άρθρο 15 παρ. 5 του Καταστατικού - 1.168,17 ευρώ που οφείλεται στο εναγόμενο ως υπόλοιπο δανείου, συμψηφιστέο με βάση το άρθρο 30 του Καταστατικού του=] 56.506,93 ευρώ, το οποίο ποσό όφειλε το εναγόμενο να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την 28-1-2009, ήτοι την επομένη της εγγράφου οχλήσεως του εναγομένου προς καταβολή του.
Λεκτέον, στο σημείο αυτό, ότι αφαιρούμενα ως άνω ποσά, προτείνονται παραδεκτά σε συμψηφισμό (ΑΚ 441-442) με την έφεση του εναγομένου ...καθ' όσον.....η πρόταση του συμψηφισμού είναι παραδεκτή σε κάθε στάση της δίκης, εφόσον οι ανταπαιτήσεις αποδεικνύονται άμεσα, όπως εν προκειμένω. Ειδικότερα, αφ' ενός το ποσό του δανείου αποδεικνύεται από τη σιωπηρή ομολογία του ενάγοντος (δια της παντελούς έλλειψης αντικρούσεως της εν λόγω αξίωσης του εναγομένου επί της ουσίας της), τα δε ποσά των τόκων των σταδιακώς καταβληθέντων από το εναγόμενο ποσών, προκύπτουν από απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, ενώ αυτοί (τόκοι) οφείλονται, ακόμη και αν τα επιμέρους ποσά δόθηκαν προς "εκκαθάριση" της εφ' άπαξ παροχής κάθε φορά και ενόψει της λύσεως (τότε) της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, καθ' όσον, αφότου ο τελευταίος επανήλθε στην εργασία του, ήταν αυτονόητο ότι τα κράτησε με τη μορφή της προκαταβολής έναντι του τελικώς δικαιουμένου από αυτόν ποσού, οφείλοντας έκτοτε τόκους υπερημερίας.
Μετά τα παραπάνω, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία: α) υπολόγισε τις αποδοχές του ενάγοντος, με βάση τις οποίες εξήγαγε το ύψος της εφ' άπαξ παροχής, σε μικρότερα ποσά από τα προαναφερθέντα στην οικεία θέση, και με βάση αυτή την κρίση της κατέληξε ότι το ύψος του καταβλητέου εφ' άπαξ ανερχόταν σε 66.995,70 ευρώ, ενώ θα έδει να δεχθεί ότι τούτο ανερχόταν σε 111.496,41 ευρώ, όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με την έφεση του και τον πρόσθετο λόγο αυτής, β) δεν αφαίρεσε από την εφ` άπαξ παροχή τους τόκους των καταβληθέντων στον ενάγοντα σταδιακώς ανωτέρω ποσών και το ποσό του ληφθέντος εκ μέρους του δανείου, ενώ θα έδει να προβεί στην ως άνω αφαίρεση, όπως βάσιμα παραπονείται το εναγόμενο με τον πρώτο λόγο της έφεσης του....".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε αμφότερες τις εφέσεις ως βάσιμες από ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση στη συνέχεια έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές, και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 56.506,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 28-1-2009.
Όπως προκύπτει από το ως άνω σκεπτικό το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ότι "Το ποσό που δικαιούνταν ο ενάγων για την εφ' άπαξ παροχή, έπρεπε να υπολογιστεί, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Καταστατικού του εναγομένου, με βάση τον μέσο μηνιαίο συντάξιμο μισθό που προκύπτει από τις "ασφαλιστικές" αποδοχές του των 24 τελευταίων μηνιαίων μισθών πλέον επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας.
Ως ασφαλιστικές δε αποδοχές, νοούνται οι αποδοχές εκείνες, επί των οποίων καταβάλλονται οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές στα ταμεία ασφάλισης και επί των οποίων υπολογίζεται και η σύνταξη του μισθωτού. Οι αποδοχές αυτές, είναι διάφορες των "υποχρεωτικών αποδοχών" που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του Καταστατικού, επί των οποίων υπολογίζεται η μηνιαία εισφορά που παρακρατείται και είναι αποδοτέα στο εναγόμενο και οι οποίες αποτελούνται από το βασικό μισθό τις προσαυξήσεις -ΑΤΑ (όταν υπήρχε) και τα επιδόματα μονίμου χαρακτήρα και ενδεχομένως είναι μικρότερες κατά ποσό από τις ασφαλιστικές αποδοχές".
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη έκρινε ότι η εφάπαξ παροχή υπολογίζεται βάσει των ασφαλιστικών αποδοχών και προσδιόρισε ως "ασφαλιστικές αποδοχές" τις συνολικές καταβαλλόμενες αποδοχές εκ της εργασίας του. Όμως, οι ασφαλιστικές αποδοχές δεν ταυτίζονται με τις συνολικές πραγματικά καταβαλλόμενες αποδοχές μισθωτού - ασφαλισμένου του, καθώς οι "ασφαλιστικές αποδοχές" κατά την έννοια του άρθρου 14 του Καταστατικού είναι οι εισφορές που υπολογίζονται επί των καταβαλλομένων υποχρεωτικών αποδοχών, όπου ως "υποχρεωτικές αποδοχές" ορίζονται: "βασικός μισθός / προσαύξηση - ΑΤΑ - επιδόματα μόνιμου χαρακτήρα" σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καταστατικού του) πλέον δηλ.
δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων, κατά το άρθρο 3 του Καταστατικού του. Επομένως, κατά την ορθή ερμηνεία των διατάξεων 3 και 14 του Καταστατικού οι "ασφαλιστικές αποδοχές" είναι οι υποχρεωτικές αποδοχές πλέον δηλ. δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων του Καταστατικού και επομένως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Επομένως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, o αναιρεσίβλητoς, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 324/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ