Legislator Case Law & Legislation
1646/2016 AI generated

1646/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1646/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136 - Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ι. Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1646/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κίνδυνος δε ανθρώπου υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, έστω και ενός μη κατά πρόσωπο προσδιορισμένου ανθρώπου. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ’ αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1646 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1646/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136 - Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ι. Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ραχιώτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 31, 33, 45, 54/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη, μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ.

β’ επήλθε θάνατος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση, απαιτείται, α)πρόκληση πυρκαγιάς με οποιονδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί φωτιά, οπωσδήποτε σημαντικής και ασυνήθους έκτασης, που έχει τάση εξάπλωσης και δεν μπορεί να κατασβηστεί εύκολα και β) δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο ξένων πραγμάτων ή σε άνθρωπο.

Κίνδυνος δε ανθρώπου υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, έστω και ενός μη κατά πρόσωπο προσδιορισμένου ανθρώπου. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ’ αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 ΚΠΔ. Ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής όμοια, πλην, όμως, ο δόλος χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτής, όταν ο δικαστής, χωρίς να την παρερμηνεύει, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, αλλά σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Υπάρχει τέτοια περίπτωση και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει, όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πιο πάνω περιστατικά ή, κατά την παράθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση είτε μεταξύ αυτών στην αιτιολογία που τα περιέχει είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, κατά τρόπο ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, του δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατά το είδος τους (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου), προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα κάτωθι κατά πιστή αντιγραφή: "Περαιτέρω την 5-8-2005 και περί ώρα 05.27 περιέβρεξε με βενζίνη το εμπρόσθιο μέρος του υπ’ αριθμ.κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν σταθμευμένο επί της οδού ..., κάτω από το οποίο είχε τοποθετήσει προηγουμένως και μια μικρή φιάλη πλήρη υγραερίου και ακολούθως έθεσε φωτιά με γυμνή φλόγα στο άνω εύφλεκτο υγρό με αποτέλεσμα η φωτιά να λάβει αμέσως έκταση πυρκαγιάς, η οποία μεταδόθηκε με ταχύτητα στα κατωτέρω σταθμευμένα Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητα και διαμερίσματα παρακειμένων οικοδομών. Από την πυρκαγιά που σβήστηκε από την πυροσβεστική προκλήθηκαν οι εξής ζημίες, όπως περισσότερο αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας και συγκεκριμένα: 1)καταστράφηκε ολοσχερώς το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Ι.Κ., 2)καταστράφηκε ολοσχερώς το ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Μ. Ζ. 3)καταστράφηκε ολοσχερώς το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Π.Α. 4)στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Κ.Α. καταστράφηκε ολοσχερώς το οπίσθιο μέρος του και η οπίσθια πινακίδα του με τον αριθμό κυκλοφορίας και 5)καταστράφηκε ολοσχερώς το ... δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του Δ.Π..

Επίσης από την εν λόγω πυρκαγιά προκλήθηκαν ζημίες, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας, στα παρακάτω διαμερίσματα γειτονικών οικοδομών. 1)στην πολυκατοικία στην οδό ... προκλήθηκαν οι εξής ζημίες, α)στο ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του Δ.Ρ., που ήταν μισθωμένο στην ... καταστράφηκαν:

το σύνθετο, δύο τηλ/σεις, βίντεο, DVD, στερεοφωνικό, καναπές, τραπέζι, κουρτίνες, παράθυρα, ενδύματα, έπιπλα, σόμπα, κρεβάτι - καναπές, δύο ανεμιστήρες, ολόκληρος ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, η πρόσοψη του διαμερίσματος, δύο μπαλκονόπορτες, τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, το δάπεδο της κρεβατοκάμαρας, η ηλεκτρολογική εγκατάσταση, στρεβλώθηκαν τα κάγκελα της προσόψεως, αλλοιώθηκαν οι θύρες του διαμερίσματος και ρυπάνθηκε αυτό εσωτερικώς και εξωτερικώς από τους καπνούς, β)στο ισόγειο διαμέρισμα ιδιοκτησίας Δ.Ρ., που ήταν κενό πραγμάτων και δεν κατοικείτο, καταστράφηκε ολοσχερώς η μπακονόπορτα, τα ρολά, τα κουφώματα της θύρας, η πρόσοψη με τα μάρμαρα και το διαχωριστικό των άνω διαμερισμάτων γ)στο ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Ε.Μ., που ήταν μισθωμένο στην Σ.Ι., καταστράφηκαν οι μπαλκονόπορτες, το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, στρεβλώθηκαν τα κάγκελα από το μπαλκόνι, έσπασε το διαχωριστικό τζάμι των διαμερισμάτων, καταστράφηκε το κλιματιστικό, τέσσερα χαλιά, κουρτίνες, το παράθυρο του υπνοδωματίου ενώ το διαμέρισμα ρυπάνθηκε από καπνούς εσωτερικώς και εξωτερικώς, δ)στο ημιυπόγειο το διαμέρισμα ιδιοκτησίας της Ε.

Μ., που ήταν μισθωμένο ως επαγγελματική στέγη στο ......έσπασαν τα τζάμια, υπέστησαν ζημιές τα μάρμαρα, στρεβλώθηκε η θύρα, καταστράφηκε ένας καναπές και ρυπάνθηκε ο εσωτερικός χώρος και η πρόσοψη ε)στο διαμέρισμα πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας του Γ.Κ., που ήταν μισθωμένο στην Μ.Τ. καταστράφηκε η τέντα, στρεβλώθηκαν τα κάγκελα, κατέστησαν ζημίες στα πλαστικά προστατευτικά και ρυπάνθηκαν τα παραθυρόφυλλα και όλη η πρόσοψη, ζ)στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας του Μ.Χ., καταστράφηκαν τέσσερα παραθυρόφυλλα, τα κάγκελα, το διαχωριστικό τζάμι, δύο μπαλκονόπορτες στρεβλώθηκε το δάπεδο του υπνοδωματίου και ρυπάνθηκε εξωτερικώς το διαμέρισμα, 2)στην πολυκατοικία στην οδό ...

προκλήθηκαν οι εξής ζημίες, ρυπάνθηκε η πρόσοψη της και έσπασε το τζάμι της κεντρικής εισόδου. Ακόμη α)στο ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του Π.Μ. που ήταν μισθωμένο στον Α.Γ., καταστράφηκε το παράθυρο και η εξωτερική κλιματιστική μονάδα και β)στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας Π.Μ., που ήταν μισθωμένο στην Ε.Μ., ρυπάνθηκε εξωτερικώς η πρόσοψη. 3)Στην πολυκατοικία στην οδό ...

προκλήθηκαν οι παρακάτω ζημιές: α)στο ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Δ.Β. που ήταν μισθωμένο στην Κ.Κ. έλιωσαν τα ρολά, έσπασαν τα τζάμια των θυρών του μπαλκονιού, καταστράφηκαν οι κουρτίνες και ρυπάνθηκε η πρόσοψη του διαμερίσματος και β)στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ιδιοκτησίας Χ.Α., έλιωσαν δύο ρολά και ρυπάνθηκε η πρόσοψη της πολυκατοικίας από τους καπνούς και 4)στην πολυκατοικία με είσοδο από την οδό ..., στο ισόγειο διαμέρισμα ιδιοκτησίας Μ.Γ.

καταστράφηκε το παραθυρόφυλλο και στρεβλώθηκαν τα αλουμίνια και η μπαλκονόπορτα. Εξ άλλου από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου ήταν αντικειμενικά δυνατό να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, όπως στα αυτοκίνητα, που ήταν σταθμευμένα σε μικρή απόσταση, στα διαμερίσματα παρακειμένων οικοδομών αλλά και κίνδυνος ανθρώπων και συγκεκριμένως για τους ενοίκους των ως άνω, διαμερισμάτων.

Συγκεκριμένη περίπτωση υφίστατο κίνδυνος ανθρώπου κατά το χρόνο της τελέσεως της ανωτέρω πράξεως του κατηγορουμένου δηλ. κατά τον χρόνο της εκ μέρους του προκλήσεως της πυρκαγιάς εφόσον ο τόπος που προκάλεσε την πυρκαγιά κατά τα προαναφερθέντα, είναι μία πυκνοκατοικημένη περιοχή του Πειραιώς, με πολυόροφες οικοδομές.

Ως εκ της εποχής (Θέρος) και της ώρας (5.20) το πρωί οι ένοικοι εκοιμούντο με ανοικτά τα παράθυρα και ο καπνός εισήλθε στα διαμερίσματα τους με συνέπεια μόλις τον αντελήφθησαν να αρχίσουν να κατεβαίνουν γρήγορα προς την έξοδο, προς αποφυγή του κινδύνου της ζωής τους, συνεπεία της ασφυξίας από τον καπνό, αλλά και των φλογών που ήσαν πλησίον των διαμερισμάτων τους, μεταφέροντας και τα άτομα τα οποία παρουσίαζαν δυσκολία στη μετακίνησή τους".

Ακολούθως δε κήρυξε κατά πλειοψηφία (4-3) ένοχο τον κατηγορούμενο για την ως άνω πράξη του αρθρ.264 περ.β’ ΠΚ περί του ότι στον Πειραιά και στην κάτωθι χρονολογία τέλεσε έγκλημα προβλεπόμενο και τιμωρούμενο δια προ....στερητικής της ελευθερίας ποινής. Ειδικότερον: Εν Πειραιεί κατά τον κατωτέρω χρόνο, επροξένησε πυρκαϊά δια της οποίας ηδύνατο να προκύψει κοινός κίνδυνος εις ξένα πράγματα αλλά και κίνδυνος δια άνθρωπο.

Πλέον συγκεκριμένα Α)Την 5-8-2005 και περί ώρα 05.27, περιέβρεξε με εύφλεκτο υγρό (βενζίνη) το εμπρόσθιο μέρος του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο ήτο σταθμευμένο επί της οδού ... (κάτωθι του οποίου είχε τοποθετήσει προηγουμένως και μία μικρή φιάλη πλήρη υγραερίου) και ακολούθως, έθεσε φωτιά με γυμνή φλόγα εις το άνω εύφλεκτο υγρό, με αποτέλεσμα η φωτιά να λάβει αμέσως έκταση πυρκαϊάς, η οποία μετεδόθη ταχύτατα εις τα κάτωθι σταθμευμένα ΙΧΕ αυτοκίνητα και διαμερίσματα παρακείμενων οικοδομών.

Εκ της πυρκαϊάς αυτής η οποία κατεσβέσθη υπό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, προκλήθησαν οι εξής ζημίαι 1) κατεστράφη ολοσχερώς το ως άνω Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI, ιδιοκτησίας Ι. Κ. του Δ., καθώς και η άδεια κυκλοφορίας του, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του, το τιμολόγιο αγοράς του και το σήμα τελών κυκλοφορίας, 2) κατεστράφη ολοσχερώς το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FABIA, ιδιοκτησίας Μ. Ζ. του Ε., καθώς και η άδεια κυκλοφορίας του, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του και άλλα σχετικά με αυτό έγγραφα, 3) κατεστράφη ολοσχερώς το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας PASSAT, ιδιοκτησίας του Π. Α. του Ν., καθώς και η άδεια κυκλοφορίας του, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του και το δίπλωμα οδηγήσεως του ιδιοκτήτη, 4) Εις το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ALPHA ROMEO, ιδιοκτησίας του Κ. Α. του Π., κατεστράφη ολοσχερώς το οπίσθιο μέρος του και η οπίσθια πινακίς του με τον αριθμό κυκλοφορίας του και 5) κατεστράφη ολοσχερώς το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, μάρκας ... αα, ιδιοκτησίας του Δ. Π. του Δ. και η πινακίς με τον αριθμό κυκλοφορίας του.

Επίσης, εκ της ανωτέρω πυρκαϊάς προκλήθησαν ζημίαι και εις τα κάτωθι διαμερίσματα παρακείμενων οικοδομών : 1) Εις πολυκατοικία όπου η είσοδος της ευρίσκεται εις την οδό ... αλλά η πρόσοψη των διαμερισμάτων είναι εις την πλευρά της οδού ... και ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία όπου διαμένει ο κατηγορούμενος προξενήθησαν οι κάτωθι ζημίαι:

α) εις το ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του Δ. Ρ. του Α. και ήτο μισθωμένο στην ... του ..., κατεστράφησαν ολοσχερώς σύνθετο έπιπλο, δύο (2) τηλεοράσεις, βίντεο, DVD, στερεοφωνικό, καναπές σαλονιού, τραπέζι σαλονιού, κουρτίνες, παράθυρα, ενδύματα, έπιπλα, σόμπα, κρεβάτι-καναπές, δύο ανεμιστήρες, όλος ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, ενώ κατεστράφη ολοσχερώς η πρόσοψις του διαμερίσματος, δύο (2) μπαλκονόπορτες μαζί με τα κουφώματα, τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, υπέστη ζημία το δάπεδο της κρεβατοκάμαρας, η ηλεκτρολογική εγκατάστασις αλλοιώθησαν και εστρεβλώθησαν τα κάγκελα της πρόσοψης, αλλοιώθησαν αι θύραι του διαμερίσματος και ερρυπάνθη αυτό εσωτερικώς και εξωτερικώς από τους καπνούς, β) εις το ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του Δ.

Ρ. του Α. και ήτο κενό πραγμάτων και δεν κατοικείτο, κατεστράφη ολοσχερώς η μπαλκονόπορτα, τα ρολά, τα κουφώματα της θύρας και το δάπεδο, ενώ το διαμέρισμα ερρυπάνθη εσωτερικώς από τους καπνούς και υπέστη ζημίας η πρόσοψης αυτού με τα μάρμαρα και κατεστράφησαν τα διαχωριστικά των άνω διαμερισμάτων, γ) εις το ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Ε.

Μ. του Ι. και ήτο μισθωμένο εις την Ε. Ι. του Γ., κατεστράφησαν μπαλκονόπορτες, το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, αλλοιώθησαν και εστρεβλώθησαν τα κάγκελα του μπαλκονιού, εθραύσθη η διαχωριστική ύαλος (τζάμι) των διαμερισμάτων, κατεστράφη το κλιματιστικό, τέσσερα (4) χαλιά, κουρτίνες, παράθυρο του υπνοδωματίου, ενώ το διαμέρισμα ερρυπάνθη από τους καπνούς εσωτερικώς και εξωτερικώς δ) το ημιυπόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Ε.

Μ. του Ι. και ήτο μισθωμένο στον Ι. Κ. του Δ., ο οποίος ελειτούργη εις αυτό επιχείρησιν με ταπετσαρίες και άλλα εύφλεκτα υλικά, εθραύσθησαν οι ύαλοι (τζάμια) υπέστησαν ζημία τα μάρμαρα, εστρεβλώθη η θύρα κατεστράφη εις καναπές εντός του καταστήματος και ερρυπάνθη εσωτερικώς όλος ο χώρος από τους καπνούς και εξωτερικώς η πρόσοψη, ε) εις το διαμέρισμα πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας του Γ.

Κ. και ήτο μισθωμένο εις την Μ. Τ. του Χ., κατεστράφη η τέντα του μπαλκονιού ερρυπάνθησαν και εστρεβλώθησαν τα κάγκελα, υπέστησαν ζημία πλαστικά προστατευτικά, ενώ ερρυπάνθησαν από τους καπνούς τα παραθυρόφυλλα και όλη η πρόσοψις του διαμερίσματος, ζ) εις το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας του Μ.

Χ. του Φ. και στο οποίο διέμενε αυτός κατεστράφησαν τέσσερα (4) παραθυρόφυλλα, τα κάγκελα με την διαχωριστική ύαλο (τζάμι) και δύο (2) μπαλκονόπορτες, εστρεβλώθη το δάπεδο του υπνοδωματίου, και από τους καπνούς ερρυπάνθη εξωτερικώς το διαμέρισμα, 2) εις την τετραώροφη πολυκατοικία η οποία έχει είσοδο εις την οδό ...

αριθμ…., προξενήθησαν αι κάτωθι ζημίαι : Ερρυπάνθη εξωτερικώς η πρόσοψις αυτής και εθραύσθη η ύαλος (τζάμι) της κεντρικής θύρας της εισόδου. Επίσης: α) εις το ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του Π. Μ. και ήτο μισθωμένο στον Α. Γ. του Α., κατεστράφη ολοσχερώς το παράθυρο και η εξωτερική κλιματιστική μονάδα και β) εις διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας του Π.

Μ. και ήτο μισθωμένο στην Ε. Μ. του Γ., ερρυπάνθη εξωτερικώς η πρόσοψις, 3) Εις την εξαώροφη πολυκατοικία, της οποίας η είσοδος της ευρίσκεται στην οδό ..., προξενήθησαν αι κάτωθι ζημία α) στο ισόγειο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Δ. Β. και ήτο μισθωμένο στην Κ. Κ., έλιωσαν τα ρολά, εθραύσθησαν οι ύαλοι (τζάμια) των θυρών του μπαλκονιού, κατεστράφησαν οι κουρτίνες και ερρυπάνθη η πρόσοψις του διαμερίσματος από τους καπνούς και β) στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας της Χ.

Α. του Δ. και στο οποίο διέμενε αυτή, έλιωσαν δύο παραθυρόφυλλα (ρολά) και ερρυπάνθη όλη η πρόσοψις της πολυκατοικίας από τους καπνούς και 4) Εις πολυκατοικία με είσοδο από την οδό ... αριθμ. … και στο ισόγειο διαμέρισμα αυτής, είναι ιδιοκτησίας της Μ. Γ. του Ι. όπου και διέμενε η τελευταία, κατεστράφη το παραθυρόφυλλο του παιδικού δωματίου και εστρεβλώθησαν τα αλουμίνια και η μπαλκονόπορτα.

Προσέτι, από την ως άνω πράξιν του κατηγορουμένου ήτο αντικειμενικώς δυνατό να πρόκυψη κοινός κίνδυνος εις ξένα πράγματα, όπως εις οχήματα, τα οποία ήταν σταθμευμένα εις μικράν απόστασιν και εις διαμερίσματα παρακειμένων οικοδομών αλλά και κίνδυνος δια ανθρώπους και συγκεκριμένως, δια τους ενοίκους των ως άνω διαμερισμάτων".

Με αυτές, σε συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16,17, 18, 26 παρ.1α’ , 27 παρ.1, 52, 53, 60, 63, 79 και 264 περ.β’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Συγκεκριμένα παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση. Δεν παρίσταται δε αναγκαία κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα από αυτά και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Με ιδιαίτερες δε σκέψεις και με λεπτομερειακή παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και την προσήκουσα κατά τούτο αιτιολογική επάρκεια θεμελιώνεται η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο όπως αναλυτικά εκτίθενται στις σελίδες 40 και 41 της προσβαλλόμενης. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο και ειδικά για την πληρότητα του στοιχείου του δόλου, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία γιατί ο δόλος ενυπάρχει στην θέληση του κατηγορουμένου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία υπερχειλούς δόλου, όπως ....μια επικαλείται ο αναιρεσείων, η δε αιτιολόγηση του δόλου εμπεριέχεται στην ως άνω αναφερθείσα κύρια αιτιολογία.

Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού, κρίνεται αβάσιμη, αφού, εκτός από το γεγονός ότι το διατακτικό αυτό περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, διαλαμβάνονται δε και πρόσθετες σκέψεις που αφορούν τη δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο καθώς και τη μορφή συρροής σε περίπτωση ύπαρξης κινδύνου για άνθρωπο και κοινού κινδύνου για ξένα πράγματα, όπως εν προκειμένω συμβαίνει.

Η επιμέρους αιτίαση περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ και ο συνακόλουθος εκ του στοιχείου Ε’ λόγος αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ) Περαιτέρω η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή την μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή την μείωση της ποινής.

Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπον ορισμένο δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για την θεμελίωση τους, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκότερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, άλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μειωμένου καταλογισμού, που προβλέπεται στο άρθρο 36 Π.Κ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ο αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε γραπτώς, δια του συνηγόρου του, τον, από το άρθρο 36 Π.Κ αυτοτελή ισχυρισμό τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά (σελ.7,8).

Το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό με την εξής κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: "Δεν αποδείχθηκε και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της, ως άνω, πράξης είχε μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό κατά την έννοια του άρθρου 36 Π.Κ. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα λάμβανε θεραπεία υποκαταστάσεως σε σταδιακά μειούμενες δόσεις, δηλ.

μεθαδόνη και stedon δεν τον καθιστά αυτομάτως μειωμένου καταλογισμού, ήτοι ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του γι’ αυτό.Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της, ως άνω, πράξης βρισκόταν σε κατάσταση στέρησης, διότι η θεραπεία υποκατάστασης που λάμβανε ήταν ικανή να υποκαταστήσει την ανάγκη του για λήψη ηρωίνης.

Το γεγονός δε ότι ο ίδιος κρίθηκε οριστικά ανίκανος για στράτευση το έτος 1998, ως πάσχων από χρήση ουσιών, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που διέπραξε την εν λόγω αξιόποινη πράξη είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, αφού ο ίδιος έμενε μόνος, αυτοσυντηρούμενος, χωρίς οποιαδήποτε τέτοια διατάραξη, οι γονείς του μάλιστα, οι οποίοι διέμεναν σε άλλη πολυκατοικία, πλησίον εκείνης που κατοικούσε, τον εμπιστεύονταν στην εκτέλεση ορισμένων εργασιών, αντιλαμβανόμενοι πλήρως ότι ουδεμία τέτοια διατάραξη παρουσιάζει ο κατηγορούμενος.

Να σημειωθεί επίσης ότι ο κατηγορούμενος τον ισχυρισμό περί ελαττωμένου καταλογισμού τον πρότεινε για πρώτη φορά ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΜΟΔ)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολόγησε πλήρως την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού. Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντα ότι δεν αξιολογήθηκε η μαρτυρική κατάθεση του ψυχίατρου Α.

Κ., παρίσταται αβάσιμη καθόσον το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ειδικότερης αναφοράς σε κάθε αποδεικτικό μέσο και στο τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, με την επίφαση δε της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εν προκειμένω, πλήττει την, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφ’ όσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του Π Κ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 295/2015 ΑΠ 305/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την με αριθμό 54/2015 απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, υπέβαλε επί λέξει "αίτημα χορήγησης αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, υπό τον όρο της επιμέλειας και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής όπως ορίζει το άρθρο 100 του Π.Κ.", επαναλαμβάνοντας το γράμμα του νόμου.

Το Δικαστήριο επί του αιτήματος αυτού περιέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση ναι μεν ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το από 6-2-2015 αντίγραφο του ποινικού του μητρώου έχει καταδικαστεί μόνον για την πράξη της παραβάσεως του ΚΟΚ (Ν.2696/1999), σε ποινή φυλακίσεως 30 ημερών, ήτοι συντρέχει περίπτωση του άρθρου 99 ΠΚ, όμως εν όψει της βαρύτητας της πράξεως του κατ......

και των περιστάσεων κάτω από τις οποίες η πράξη αυτή τελέστηκε, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της άνω ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Επομένως πρέπει να μην ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής κατ’ αρθρο 100 ΠΚ και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο".

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο διέλαβε, ως προς την μη αναστολή υπό επιτήρηση της ποινής που επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντα, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία, αφού μνημονεύει ειδικώς στοιχεία (πράξεις σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, κίνδυνος για την ζωή ανθρώπων και σημαντικές υλικές ζημίες) με βάση τα οποία έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει αυτόν από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, τα στοιχεία δε αυτά αναλύονται λεπτομερώς στο σκεπτικό και έτσι η μη επανάληψη αυτών συμπληρώνεται από το συνολικό περιεχόμενο της αποφάσεως.

Επί πλέον με βάση τα ανωτέρω περιστατικά και τους συλλογισμούς που εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 99 παρ.1 και 100 παρ.1 του ΠΚ τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, περιέλαβε δε την προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επίσης το Δικαστήριο με το να δεχθεί την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 Ε ΠΚ και να μη δεχθεί την αναστολή δεν περιέλαβε αντιφατική αιτιολογία καθόσον το άρθρο 84 ΠΚ αφορά λόγο μείωσης της ποινής, ενώ το άρθρο 99, 100 ΠΚ την αναστολή αυτή, που περιλαμβάνεται σε άλλο κεφάλαιο του ποινικού κώδικα και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αρ.510 παρ.1 στοιχ. ).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω απορριπτομένων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ.583 παρ.1. ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό πρωτοκόλου …/12-10-2015 αίτηση - δήλωσή του αναιρεσείοντα Γ. Τ. του Κ. και Κ. για αναίρεση της με αριθμό 31, 33, 45, 54/2015 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ