Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper timing and lack of clarity in the contested argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiff and his wife against the Court of Appeals' decision. The appellants argued that the lower court violated substantive law and failed to consider their claim regarding inheritance shares, asserting they should not be liable for debts. The court rejected this appeal as inadmissible because the specific argument regarding inheritance shares was raised for the first time during the second trial session rather than the initial one, and it lacked the necessary clarity and supporting details.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 8, 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 1825, 1401, 1801, 1885, 453 of the Civil Code: An appeal argument is inadmissible if it was not properly raised during the first trial session or if it is vague and lacks sufficient elements for its foundation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1646 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1646/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλουσών: Εκπολιτιστικού Συλλόγου Μουσιωτίτσας Ιωαννίνων με την επωνυμία "Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΛΟΥΡΟΥ" (τέως η "ΕΝΩΣΙΣ") που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ε. Κ. του Γ. κατοίκου ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Έφη Χίου-Γιαννίκου.
Του αναιρεσιβλήτου-καθών η κλήση: 1. Κ. Θ. του Χ., κατοίκου ... , 2. Θ. Θ. του Χ., 3. Σ. Θ. του Χ. και 4. Μ. Θ. του Χ. και 5. Θ. Θ. του Χ., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κρυστάλλη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1993 αγωγή της αρχικής διαδίκου Β. Θ., της οποίας καθολικοί διάδοχοι είναι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/1994 μη οριστική, 376/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 334/1998, 164/2004 μη οριστικές και 148/2008 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 1-2-2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 267/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρουν ήδη οι καλούντες με την από 1-2-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 11-2-2011 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημία Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 Α.Κ., η οποία έχει εφαρμογή και επί γάμων τελεσθέντων καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων κτηθέντων πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι:
α) η λύση του γάμου, ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου, με οποιοδήποτε τρόπο, στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.
Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.
υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι, είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων δικαιούται το ποσοστό τούτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως της επικλήσεως και αποδείξεως τοιαύτης αυξήσεως της περιουσίας του ετέρου συζύγου.
Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ.
τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 438/2007, 1673/2011, 336/2010).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στον νόμο αγωγή (Ολ.Α.Π. 18/1998).
Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 536/2011, 705/2011, 604/2009, 669/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την επικουρική βάση της ενδίκου αγωγής, η οποία και μόνον κρίθηκε νόμιμη με την προσβαλλομένη απόφαση, η αρχικώς ενάγουσα και ήδη αποβιώσασα, Β. Θ., καθολικοί διάδοχοι της οποίας είναι οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσε ότι με τον εναγόμενο σύζυγό της Χ. Θ., που επίσης έχει ήδη αποβιώσει και καθολικοί του διάδοχοι τυγχάνουν οι νυν αναιρεσείοντες, είχε τελέσει, την 1-5-1949, νόμιμο γάμο και ότι η συμβίωσή των διεκόπη οριστικώς στις αρχές Αυγούστου του έτους 1981, ότι κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των ο εναγόμενος δεν είχε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, ενώ κατά τον χρόνο διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεώς των αυτός ήταν κύριος των αναλυτικώς αναφερομένων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων, συνολικής αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 128.158.500 δραχμών και ότι στην επελθούσα, κατά τα ανωτέρω, επαύξηση της περιουσίας του η ιδία συνέβαλε κατά ποσοστό 1/3 με την απασχόληση της καθ' όλη τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς των με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των πέντε τέκνων των, που γινόταν αποκλειστικώς απ' αυτήν, καθώς και με την επί 6-8 ώρες ημερησίως εργασία της σε αγροτικές εργασίες, στα αναφερόμενα εργοστάσια μαρμάρων και ως καθαρίστρια σε διάφορες οικοδομές.
Υπό το ως άνω συνοπτικώς παρατιθέμενο περιεχόμενό της η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της, όπως αυτά αναφέρονται στην προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται ότι η συμμετοχή της εναγούσης υπερέβαινε την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογενείας αναλόγως των δυνάμεών της, όπως αυτή (η συνεισφορά) προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1389 Α.Κ.
και τις συνθήκες ζωής των διαδίκων, ούτε να προσδιορίζονται οι οικογενειακές ανάγκες, οι δυνάμεις της και συνακολούθως η υποχρέωσή της για συνεισφορά σ' αυτές και να συγκρίνονται με την επίσης προσδιοριστέα συνολική συμβολή της, ώστε να προκύπτει διαφορά υπέρ της τελευταίας (συνολικής συμβολής). Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση νομική και ποσοτική αοριστία, διότι δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, και προσάπτουν αντιστοίχως στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες της κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1400 και 1389 Α.Κ.
μη απορρίψεως της αγωγής ως αορίστου, τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... ". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν αντιστοιχούν προς όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (πρβλ.
Ολ. ΑΠ 1/1999). Έτσι, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 13/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Η ενάγουσα Β. συζ. Χ. Θ. και ο εναγόμενος Χ. Κ. Θ. τέλεσαν μεταξύ τους πρώτο νόμιμο θρησκευτικό γάμο την 1-5-1949 στη ... . Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν πέντε τέκνα, Κ., Θ., Σ., Μ.
και Θ. (ήδη αναιρεσιβλήτους) ... Στην αρχή το ζεύγος έζησε στο παραπάνω χωριό και το έτος 1957 ο εναγόμενος μετανάστευσε για ένα περίπου έτος στο Βέλγιο, όπου εργάσθηκε ως ανθρακωρύχος. Επέστρεψε δε στην Ελλάδα, όπου εργάσθηκε σε διάφορες χειρωνακτικές, οικοδομικές και αγροτικές εργασίες, ενώ το έτος 1961 μετανάστευσε και πάλι στη Γερμανία, όπου παρέμεινε εργαζόμενος σε διάφορα εργοστάσια μέχρι το έτος 1979, κατά το οποίο επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα.
Από το έτος 1979 άρχισαν ... προστριβές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την οριστική διάσπαση του συζυγικού τους βίου, ... κατά τους θερινούς μήνες του έτους 1981 ... Κατά τη διάρκεια του γάμου των ... και πριν από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης τούτων ... ο εναγόμενος απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: 1) Με το υπ' αριθμ. ... /1958 συμβόλαιο ...
που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού-περιβολιού, έκτασης 10.115 τ.μ., ... στη θέση " ... " της κτηματικής περιφέρειας Καλοβάτου Άρτας. 2) Με την υπ' αριθμ. 122/1966 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στον εναγόμενο με αγορά το υπ' αριθμ. 317Α κληροτεμάχιο οριστικής διανομής του αγροκτήματος Μπλίσκας Άρτας, έκτασης 9.240 τ.μ.
Τα δύο παραπάνω ακίνητα αγόρασε ο εναγόμενος τόσο με χρήματα του κοινού συζυγικού οίκου των διαδίκων και της κοινής τους οικονομίας, όσο όμως και με χρήματα που είχε αποκτήσει από την πώληση κληρονομιαίων ακινήτων του πατέρα του της περιοχής Μουσιωτίτσας Ιωαννίνων. Η συνολική αξία των ακινήτων αυτών κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής (1993), που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για την αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων ...
ανέρχεται σε 5.057.500 δραχμές για το πρώτο και σε 9.240.000 δραχμές για το δεύτερο. Από την αξία αυτή μόνο 3.000.000 δραχμές κατέβαλε ο εναγόμενος από την κοινή οικονομία του συζυγικού οίκου των διαδίκων για το πρώτο και 5.000.000 δραχμές για το δεύτερο. Κατά τα υπόλοιπα τμήματα των 2.057.500 δραχμών ... και των 4.240.000 δραχμών ...
αντίστοιχα, τα ακίνητα αυτά αγοράσθηκαν από το τίμημα της πώλησης των παραπάνω κληρονομιαίων ακινήτων του πατέρα του. Περαιτέρω στο πρώτο από τα ως άνω ακίνητα ανήγειραν οι διάδικοι κατά τα έτη 1972-1973 διώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο επιφανείας 80 τ.μ. το καθένα διαμέρισμα.
Η συνολική αξία των δύο αυτών διαμερισμάτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής ανέρχεται σε 16.000.000 δραχμές ... Κατά το ποσοστό του ¼ ... η εν λόγω οικοδομή ολοκληρώθηκε μετά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων. Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αξία των αποκτημάτων, της επαύξησης δηλαδή της περιουσίας του εναγομένου, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 20.000.000 δραχμών ... 3) Με το υπ' αριθμ. ... /1974 συμβόλαιο ...
που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος απέκτησε με αγορά ένα οικόπεδο έκτασης 569,90 τ.μ. που βρίσκεται στα Ιωάννινα ... Κατά τα έτη 1979-1981 ανήγειραν οι διάδικοι στο εν λόγω οικόπεδο πολυώροφη οικοδομή ... Η συνολική αξία των ... διαμερισμάτων και αέρινης στήλης της οικοδομής ανερχόταν το έτος 1993 στο ποσό των 67.665.000 δραχμών ...
Είναι δε αυτονόητο ότι η αξία των διαμερισμάτων αυτών περιλαμβάνει και την αξία του οικοπέδου ... 4) Το έτος 1953 οι διάδικοι ανήγειραν ισόγεια οικία επιφανείας 80 τ.μ. περίπου ... σε οικόπεδο του εναγομένου που βρίσκεται στη ... και που κατείχε και νεμόταν ως κληρονόμος του πατέρα του. Την οικία αυτή χρησιμοποίησαν οι διάδικοι ως συζυγική τους στέγη, ενώ μετά την αναχώρηση του εναγομένου για τη Γερμανία διέμειναν σ' αυτή η ενάγουσα με τα τέκνα τους.
Η αξία της εν λόγω οικίας το έτος 1993 ανερχόταν στο ποσό των 6.400.000 δραχμών, χωρίς να υπολογίζεται και η αξία του οικοπέδου. Και 5) Το έτος 1979 ο εναγόμενος αγόρασε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ΟΡΕL ΚΑDΕΤΤ 1200 cc, αξίας ως μεταχειρισμένου το έτος 1993 1.000.000 δραχμών. Ύστερα από τα παραπάνω η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε ο εναγόμενος αφότου τελέσθηκε ο γάμος των διαδίκων (1-5-1949) μέχρι και το καλοκαίρι του 1984 που συμπληρώθηκε η τριετής διάσταση των συζυγικών σχέσεών τους, ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (1993) στο ποσό των 95.065.000 ...
Το ποσό αυτό ... συνιστά την επαύξηση της περιουσίας του αρχικού εναγομένου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1400 Α.Κ. Περαιτέρω η ... ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της συμβίωσης της με τον εναγόμενο σύζυγο της είχε αναλάβει τη φροντίδα και περιποίηση των προαναφερόμενων πέντε ανηλίκων τέκνων τους κατά τρόπο αποκλειστικό, έτσι ώστε ο σύζυγος της να είναι σε θέση να εργάζεται ως μετανάστης στο Βέλγιο και τη Γερμανία απερίσπαστα.
Η ενάγουσα, πέρα από την αναφερόμενη φροντίδα και γενικότερα επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους και τις εργασίες που συνεπάγονται στο σπίτι οι εν λόγω φροντίδες, απασχολούνταν σε αγροτικές εργασίες παραγωγής, καλαμποκιού κυρίως, στα χωράφια, εργαζόταν μεγάλα χρονικά διαστήματα κάθε χρόνο στα εργοστάσια μαρμάρων της περιοχής Ιωαννίνων των ...
αλλά και ως καθαρίστρια σε διάφορες οικοδομές στην πόλη των Ιωαννίνων. Με τις αναφερόμενες αυτές εργασίες και απασχολήσεις η ενάγουσα εξοικονομούσε τα απαραίτητα χρηματικά ποσά που απαιτούνταν για τη συντήρηση της πολυμελούς οικογένειας των διαδίκων ή τουλάχιστον εξοικονομούσε αυτά κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους.
Κατά συνέπεια ο εναγόμενος, όχι μόνο δεν απέδειξε την ένστασή του για μηδενική συμμετοχή της ενάγουσας συζύγου του αλλά αντίθετα αποδείχτηκε τέτοια συμμετοχή της ενάγουσας ... Έτσι, συμβολή της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου ... υπάρχει και πρέπει, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του εδ.β' της παρ.1 του άρθρου 1400 Α.Κ., να καθοριστεί στο 1/3 αυτής, δηλαδή στο ποσό των 31.688.333 δραχμών (95.065.000 Χ 1/3) ή στο ποσό των 92.996 ευρώ.
Πρέπει επίσης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η προς απόκρουση του τεκμηρίου αυτού ένσταση της εναγομένης πλευράς ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου συζύγου της κατά τα προαναφερόμενα. Κατά τη διάρκεια όμως της επιδικίας και μετά την άσκηση των εφέσεων η ...
ενάγουσα Β. συζ. Χ. Θ. απεβίωσε ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, τόσο από τα πέντε τέκνα της ..., όσο και από τον εναγόμενο σύζυγο της κατά το ποσοστό του 1/4 ..., εφόσον ο γάμος τους δεν είχε μέχρι τότε λυθεί. Επομένως η ένδικη-αγωγική αξίωση της αρχικής ενάγουσας κατά το ποσοστό του 1/4, ήτοι κατά το ποσό των 23.249 ευρώ (92.996 Χ 1/4) αποσβέστηκε λόγω σύγχυσης, αφού κατά την έννοια του άρθρου 453 Α.Κ.
οι ιδιότητες του οφειλέτη από τα αποκτήματα και του δανειστή από λόγο κληρονομιάς ενώθηκαν στο πρόσωπο του επιζώντος εναγομένου συζύγου. Το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό της αξίωσης των αποκτημάτων κατ' αποδοχή και σχετικού αιτήματος της πλευράς των υποχρέων που προβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις τους στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας αφού γεννήθηκε μετά την άσκηση της έφεσης τους ...
Έτσι το ποσό της ένδικης αξίωσης των αποκτημάτων της αρχικής ενάγουσας και ήδη των τέκνων της (αναιρεσιβλήτων) που υπεισήλθαν κατά τα ως άνω στη δικονομική της θέση ανέρχεται στο ποσό των 69.747 ευρώ (92.996 -23.249)". Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των 69.747 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1057, 1063, 1390 και 1400 Α.Κ., δεν εστέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των αποκτημάτων του εναγομένου από την τέλεση του μετά της εναγούσης γάμου του μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διαστάσεως αυτών και ως προς την συμβολή της εναγούσης στην επαύξηση της περιουσίας τούτου (εναγομένου).
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον η αγωγή ερευνήθηκε μόνον ως προς την κριθείσα νόμιμη επικουρική της βάση περί επιδικάσεως του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η παροχή των υπηρεσιών της εναγούσης υπερέβαινε την επιβαλλομένη από το άρθρο 1390 Α.Κ.
υποχρέωσή της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, ούτε να έχει γίνει αποτίμηση σε χρήμα των υπηρεσιών αυτών και των επί μέρους παροχών της εναγούσης που αποτελούσαν τη συμβολή της, ώστε να καθίσταται δυνατόν να προσδιορισθεί αν αυτές συνετέλεσαν εν μέρει, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ή όχι στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ενόψει και των οικογενειακών αναγκών αυτών.
Τέλος με την ρηθείσα παραδοχή της ότι "Το έτος 1953 οι διάδικοι ανήγειραν ισόγεια οικία επιφανείας 80 τ.μ. περίπου, αποτελούμενη από δύο κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους σε οικόπεδο του εναγομένου που βρίσκεται στη ... και που κατείχε και νεμόταν ως κληρονόμος του πατέρα του", η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι η εν λόγω οικία ανηγέρθη επί ξένου οικοπέδου αλλ' ότι η ανέγερσή της έγινε επί οικοπέδου του εναγομένου, τα δε περαιτέρω αναφερόμενα περί νομής και κατοχής τούτου ως κληρονόμου του πατρός του, αφορούν τον τρόπο κτήσεως εκ μέρους του συγκεκριμένου οικοπέδου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 1401 εδ. γ' Α.Κ. η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Εφ' όσον δηλαδή οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ολόκληρος ο χρόνος που απαιτείται για την παραγραφή της αξιώσεως και, ειδικώς για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, τα δύο έτη από την λύση ή την ακύρωση του γάμου (Α.Π. 1502/2009).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομα του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημοσία τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αντίστοιχες πλημμέλειες ότι παρεβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 255 και 257 Α.Κ.
και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου οψιγενή ένστασή των περί παραγραφής εν επιδικία της ενδίκου αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, κληρονόμων της αρχικώς εναγούσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 164/19-5-2004 αποφάσεως του Εφετείου, η οποία κατά τους αναιρεσείοντες αποτελεί την τελευταία διαδικαστική πράξη μετά την οποία άρχισε να τρέχει η παραγραφή εν επιδικία, αλλά και από τις από 18-2-2004 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων κατά την εφ' ης εξεδόθη η εν λόγω απόφαση συζήτηση, με την απόφαση αυτή ανεβλήθη (ανεστάλη) η συζήτηση της υποθέσεως μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης που είχε ανοιχθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητος της αναφερομένης σ' αυτήν διαθήκης του αρχικώς εναγομένου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων.
Επί της αγωγής αυτής, όπως εξέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι στις από 20-2-2008 έγγραφες προτάσεις των, κατά την συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τις από 20-2-2008 αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις των, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 360/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες την 16-1-2007 και κατέστη τελεσίδικη, επαναφέρθηκε δε η παρούσα υπόθεση για συζήτηση με την από 30-4-2007 κλήση των αναιρεσιβλήτων που αποτελεί την επομένη διαδικαστική πράξη.
Συνεπώς δεν είναι νόμιμη η επίκληση από τους αναιρεσείοντες της εν επιδικία παραγραφής, αφού (μετά από αίτηση των ιδίων) ανεστάλη η διαδικασία για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν συντρέχει δε λόγος δημοσίας τάξεως που να την δικαιολογεί. Αλλά και αν ήθελε κριθεί ως παραδεκτός ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το Εφετείο ως προς ζήτημα αυτό τα εξής: "Με τις από 20-2-2008 προτάσεις τους οι εκκαλούντες της εναγόμενης πλευράς προβάλλουν για πρώτη φορά τον ισχυρισμό-ένσταση της διετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης εν επιδικία, καθόσον, όπως ισχυρίζονται, από τη δημοσίευση στις 19-5-2004 της υπ' αριθμ. 164/2004 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, ως τελευταίας διαδικαστικής πράξης και μέχρι την κατάθεση της από 20-4-2007 (αρ.
κατ. 224/22-5-2007) ένδικης κλήσης, παρήλθε ήδη χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας που απαιτείται για την παραγραφή της αξίωσης από τα αποκτήματα, εφόσον ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με θάνατο της ενάγουσας (25-4-1997) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1401 εδ.γ' Α.Κ. Η ένσταση αυτή προβάλλεται παραδεκτά, εφόσον γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 527 αρ.2 Κ.Πολ.Δ.), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού η πλευρά της ενάγουσας δεν αδράνησε και η παρέλευση της διετίας εν επιδικία δεν ήταν απότοκη τέτοιας αδιαφορίας και αδράνειας, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β Α.Κ., ώστε να αρχίσει και πάλι να τρέχει η διακοπείσα με την άσκηση της αγωγής παραγραφή ...
Αντίθετα μάλιστα, η πλευρά της ενάγουσας δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια μετά την έκδοση της παραπάνω 164/2004 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι μ' αυτήν αναβλήθηκε (ανεστάλη) η συζήτηση της υπόθεσης κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., εωσότου περατωθεί τελεσίδικα άλλη δίκη, ήτοι εκείνη που είχε αρχίσει με την από 30-8-1999 αγωγή των κληρονόμων της αρχικής ενάγουσας και ήδη διαδίκων εν προκειμένω.
Κατά συνέπεια υφισταμένης αναστολής της συζήτησης της παρούσας υπόθεσης κατ' επιταγή δικαστικής απόφασης, το χρονικό διάστημα της αναστολής αυτής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (άρθρο 257 Α.Κ.)". Με την κρίση του αυτό το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 255 και 257 Α.Κ., αφού, παρά την επίκληση της δευτέρας εξ αυτών και την καθ' υποφορά με τις από 20-2-2008 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων επίκληση των ανωτέρω περιστατικών που μπορούσαν να θεμελιώσουν αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής, δεν αποφάνθηκε ότι έλαβε χώρα αναστολή της παραγραφής ώστε να έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις, αλλά ότι η μη επίσπευση της δίκης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν οφειλόταν σε αδράνειά τους αλλά στη δέσμευση τους από την ανωτέρω 164/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου), με την οποία είχε αναβληθεί (ανασταλεί) η συζήτηση της υποθέσεως κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., εωσότου περατωθεί τελεσιδίκως η δίκη περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της διαθήκης του αρχικώς εναγομένου.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1885 και 1901 Α.Κ. προκύπτει ότι ο κληρονόμος ευθύνεται με τη δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας, καθώς και ότι οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός. Η τυχόν ύπαρξη γεγονότος που αποκλείει ή περιορίζει το σχετικό δικαίωμα ή την υποχρέωση (διαθήκη, εγγύτεροι συγγενείς, ύπαρξη και άλλων κληρονόμων) φέρει το χαρακτήρα ενστάσεως, την οποία προτείνει και αποδεικνύει ο εναγόμενος (Α.Π. 1567/2004).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες, συνιστάμενες ειδικότερα στην παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1825, 1401, 1801, 1885 και 453 Α.Κ., στην μη λήψη υπόψη πραγμάτων ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στην στέρηση νομίμου βάσεως δια της παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη του νομίμως ενώπιον του Εφετείου προβληθέντος ισχυρισμού των που έχει κατ' ακριβή εδώ μεταφορά του ως εξής: "Ο εναγόμενος δυνάμει της προαναφερθείσας ισχυράς και απρόσβλητης πλέον διαθήκης του εγκατέστησε ως κληρονόμους του, εκτός από εμάς, ακόμη και κάποιους από τους αντιδίκους σε δήλα πράγματα.
Συνεπώς, για την εντελώς απίθανη περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αγωγή ... δεν είναι δυνατό να υποχρεωθούμε εμείς να καταβάλουμε αλλά πρέπει να εκτιμηθεί η κληρονομική μερίδα του καθενός κληρονόμου και κατά την αναλογία της σε σχέση με το σύνολο της κληρονομιάς να υποχρεωθεί". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και κατά τα τρία σκέλη του ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών δικογράφων, ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
Ειδικότερα αυτός δεν προτάθηκε με τις από 18-2-2004 προτάσεις των, τις οποίες υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως που έλαβε χώρα μετά την κλήτευση τους από τους αναιρεσιβλήτους, προκειμένου να συνεχίσουν τη δίκη ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Χ. Θ. (στις 18-2-2004), αλλά απαραδέκτως για πρώτη φορά με τις από 20-2-2008 προτάσεις τις οποίες υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά την επόμενη δικάσιμο της υποθέσεως (20-2-2008), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν πάση δε περιπτώσει ο λόγος αυτός προτείνεται απαραδέκτως και διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, για την απόρριψη του οποίου παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα αναγκαία για την θεμελίωσή του στοιχεία και δη ποιοι ήταν οι λοιποί κληρονόμοι του αρχικώς εναγομένου και ποία η μερίδα εκάστου εξ αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2009 αίτηση των α) Εκπολιτιστικού Συλλόγου Μουσιωτίτσης Ιωαννίνων με την επωνυμία "ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΛΟΥΡΟΥ" και β) Ε. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ