Legislator Case Law & Legislation
1646/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court decision due to failure to consider specific evidence regarding property ownership history.

Case Number 1646/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership disputes involving the State and a religious monastery. The lower court failed to properly evaluate historical lease agreements and the monastery's long-standing possession of the land, which were crucial for establishing adverse possession. Consequently, the Court found a procedural error in the lower court's reasoning and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial if the lower court fails to consider relevant evidence presented by the parties, thereby committing a procedural error that affects the judgment's validity.

Keywords

AI generated
adverse possession procedural error remand for retrial property ownership religious institution state claim evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 12(1) and (2) of Law 2298/1995
Article 28(3) of Law 2579/1998
Article 42 of Law 2721/1999
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1646 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1646/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τράκη και 3. Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μποτή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 21-6-1985 αγωγή του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου ΑΑ και β) με την από 9-10-1985 πρόσθετη παρέμβαση της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου ... που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2794/1986 του ίδιου Δικαστηρίου και 3693/1987 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι 3114/1987 προδικαστική απόφαση, 7319/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4153/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-12-2007 αίτησή τoυ.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 5-12-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 4153/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

O πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζόμενη 290/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του Ν.2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 28 παρ.3 του Ν.2579/1998 και 42 του Ν.2721/1999, προκύπτει ότι το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποφάνθηκε αιτιολογημένα, μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς, μόνο ως προς τους λόγους αυτούς εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση. Ως προς τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, ήτοι τον πρώτο και δεύτερο, ως προς τους οποίους η ανωτέρω γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είναι αρνητική, η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1(Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία , φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 τον ν. της 21.613-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/112-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις στο άρθρο 3 τον εν λόγω Β.Δ/τος προϋποθέσεις), εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞ:Η/11912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν.

δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π., που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 τον αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή τον ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων τον Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης. Η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από έκτακτη χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που συνιστούν την επί του πράγματος άσκηση της νομής αυτού.

Τέλος, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β ΚΠολΔ, προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο να έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμησή του, τα εξής ουσιώδη αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αρχικού ενάγοντος και δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, ΑΑ, υπέρ του οποίου παρενέβη προσθέτως η τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου ...:Το επίδικο ακίνητο, συνολικού εμβαδού 9.713 τ.μ., είναι μία ενιαία εδαφική έκταση πέντε (5) συνεχόμενων μερικότερων εκτάσεων πού κείνται στην κτηματική περιφέρεια της τότε Κοινότητας και ήδη Δήμου ..., στη θέση "...", είναι περικλεισμένα σε σχήμα τριγώνου από τη λεωφόρο ...

και την οδό ..., όπως ειδικότερα περιγράφονται στην απόφαση, έχουν έκταση σε τ.μ., το πρώτο, 2.067, το δεύτερο 2.043, το τρίτο, 2.030, το τέταρτο 2.290 και το πέμπτο 1.283. Το ακίνητο αυτό, αγόρασε ο αρχικός ενάγων ΑΑ, με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Δημοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών τον Δήμου Χαλανδρίου, μετά από συμμετοχή του σε πλειοδοτικό διαγωνισμό που διεξήγαγε στις 20-12-1971 η προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα Ι.

Μονή, προκειμένου να εκποιήσει τμήματα της ακινήτου περιουσίας της, στον οποίο αυτός αναδείχθηκε πλειοδότης, αντί καταβληθέντος τότε τιμήματος 2.980.000 δραχμών. Το επίδικο αποτελεί τμήμα του τεραστίων διαστάσεων κτήματος, με την ονομασία "..." ή "...", εμβαδού δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων, που περιλάμβανε κυρίως δάση, δασότοπους, αλλά και καλλιεργήσιμες και βοσκήσιμες γαίες, το οποίο συνορεύει βόρεια με την κορυφογραμμή του ...

όρους, από την θάλασσα στη Θέση "..." ή "..." και πλησίον του παλαιού συνοικισμού ... μέχρι την υψηλότερη κορυφή και τη Θέση "..." όπως η νοητή γραμμή διέρχεται από τις Θέσεις "..." και "...", νότια με τις θέσεις και τα χωριά "...", "...", "...", "..." και "..." και με την οδό ... μέχρι τη ..., ανατολικά με τη Θάλασσα από τη ... μέχρι το χωριό ...

στη Θέση "..." ή "..." και δυτικά με τα όρια της ιδιοκτησίας Μονής Πετράκη στις τοποθεσίες "..." και "..." και με τον δρόμο προς ..., προς ..., περιλαμβανομένων των θέσεων "...", "...", "..." και "...". Το κτήμα αυτό ("..." ή "...") περιήλθε στην Ι. Μονή ... από την ίδρυσή της το έτος 1578, κατά ένα μέρος από δωρεές ευσεβών χριστιανών και κατά τα λοιπά από αγορά που έγινε περίπου το έτος 1600 από ένα Οθωμανό από την ...

ονομαζόμενο ..., με τίτλους αγοραπωλησίας οι οποίοι καταστράφηκαν κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης από τον στρατό τον ... στο μετόχι της άνω Μονής, το ναό της "Αγίας Δυνάμεως" επί της οδού ... στην ... . Για το λόγο αυτό μετά την απελευθέρωση και με διαταγή της Ελληνικής Κυβέρνησης συντάχθηκαν ως "μαρτυρικά" έγγραφα δύο Κώδικες που σώζονται μέχρι σήμερα.

Ο ένας έχει αριθμό πρωτοκόλλου ... και φέρει την από Φεβρουαρίου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντή Αττικής και ο δεύτερος φέρει χρονολογία 31-8-1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμό πρωτοκόλλου ... και χρονολογία 1-4-1837 και θεώρηση με χρονολογία 20-6-1909 του Τμηματάρχη τον Εκκλησιαστικού του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης.

Τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά έχουν αξία ως αποδεικτικά στοιχεία, όσον αφορά στις εκτάσεις που κατείχε και νεμόταν η Ιερά Μονή ..., διότι έχουν συνταχθεί από Δημόσια Υπηρεσία, δηλαδή την Επιτροπή τον Β.Δ. της 1-12-1834 και με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των πλησίον του κτήματος αυτού χωρίων, οι οποίοι όχι μόνον δεν είχαν λόγο να επεκτείνουν τα όρια των κτημάτων που βρισκόταν στη νομή της άνω Ι.

Μονής, αλλά αντιθέτως είχαν πρόδηλο έννομο συμφέρον να τα περιορίσουν αντιποιούμενοι ίδιο δικαίωμα. Το κτήμα "..." ή "..." όπως παραπάνω περιγράφηκε κατά τα όριά του, τα οποία (όρια) περιγράφονται στους παραπάνω κώδικες με λεπτομέρειες και στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, νεμόταν συνεχώς από το έτος 1600 η Ι.Μονή ..., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητος άλλου, ούτε του Δημοσίου μέχρι την ημερομηνία εισαγωγής του Αστικού Κώδικα ( 23-2-1946 ) και μετά την εισαγωγή αυτού, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχε αποκτήσει κυριότητα πάνω σ' αυτό, και αφού μεγάλη έκταση πώλησε σε τρίτους και ιδία σε συνεταιρισμούς.

Ειδικότερα, η Ι. Μονή ... ασκούσε με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του μείζονος αυτού ακινήτου διακατοχικές πράξεις, μέχρι και την 11-9-1915, συνέχισε δε και πέραν του χρόνου αυτού, εκτός από τις εκτάσεις που πώλησε σε τρίτους και καθόσον αφορά στην επίδικη έκταση μέχρι τη μεταβίβασή της στον αρχικό ενάγοντα.

Συγκεκριμένα είχε προσλάβει φύλακες για την εποπτεία και την περιφρούρησή του, εκμίσθωνε σε τρίτους το δικαίωμα ρητινοσυλλογής από τα πεύκα που ήταν μέσα σ' αυτό, το δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων, ενώ τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις του εκμίσθωνε σε καλλιεργητές κυρίως αμπέλου, όπως και τις βοσκήσιμες εκτάσεις του σε κτηνοτρόφους εισπράττοντας μισθώματα.

Επίσης προστάτευε το παραπάνω κτήμα από καταπατητές και διεκδικήσεις τρίτων μεταξύ των οποίων και τον Ελληνικού Δημοσίου, εγείροντας κατ' αυτού αρχικές αγωγές για τμήματά του. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Ι. Μονή ..., που νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το κτήμα "..." ή "..." συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1600 πού αυτό περιήλθε στη νομή της, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και μάλιστα από το Ελληνικό Δημόσιο μέχρι και την 11-9-1915 και πέραν του χρόνου τούτου έως το έτος 1972, κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Το γεγονός ότι για τα δασικά τμήματα τον κτήματος "..." ή "..." δεν τηρήθηκε η διαδικασία του από 17/29-11-1836 ΒΔ "περί ιδιωτικών δασών", δηλαδή δεν προσήχθησαν τίτλοι ιδιοκτησία από την Ι. Μονή ... στην επί των Οικονομικών Γραμματεία εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του άνω Β.Δ/τος, είχε μεν ως συνέπεια να θεωρηθούν αυτά εθνικά (δημόσια), όπως το Δημόσιο ισχυρίσθηκε, αν όμως ληφθεί υπόψη ότι τα τμήματα αυτά (μαζί με το υπόλοιπο κτήμα) συνεχώς από το έτος 1600 μέχρι το έτος 1955 νεμήθηκε με καλή πίστη η Ιερά Μονή, έγινε κυρία και αυτών (δημοσίων τμημάτων) με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι και επί δημοσίων κτημάτων ήταν δυνατή η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η επί αυτών τριακονταετής συνεχής νομή με καλή πίστη, είχε συμπληρω0εί μέχρι τις 11-9-1915 όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Συνεπώς, ο αρχικός ενάγων ΑΑ ο οποίος απέκτησε, παράγωγα και με σύννομο τρόπο, κατά τα ως άνω την επίδικη έκταση, που αποτελεί τμήμα του παραπάνω μείζονος κτήματος) έγινε κύριος αυτής ως αποκτήσας παρά αληθούς κυρίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την εκκληθείσα από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου,που έκρινε ομοίως.

Με την κρίση του αυτή, κατά την κρατήσασα άποψη του Δικαστηρίου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στέρησε από την απόφασή του την αναγκαία νόμιμη βάση, καθόσον δε διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ι.

Μονή ..., οι οποίες δεν επιτρέπουν το έλεγχο της συνδρομής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των όρων των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ι. Μονή ... απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι της άσκησης από αυτήν πράξεων νομής επί της έκτασης αυτής και της συνδρομής της ενδιάθετης κατάστασης της καλής πίστης στο πρόσωπο των εκπροσώπων της, χωρίς όμως να διαλάβει περαιτέρω αιτιολογίες για τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που ενήργησε αυτή επί του επιδίκου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι οποίες ήταν αναγκαίες, ενόψει των παραδοχών του, ότι το ακίνητο αυτό, συνολικού εμβαδού 9.713 τ.μ., αποτελεί τμήμα του τεραστίων διαστάσεων και εμβαδού δεκάδων χιλιάδων στεμμάτων κτήματος, με την ονομασία "..." ή "...", το οποίο περιλάμβανε δάση, δασότοπους, καλλιεργήσιμες και βοσκήσιμες γαίες, αλλά περιορίσθηκε να παραθέσει πράξεις νομής που ασκούσε η Ι.

Μονή στο ευρύτερο αυτό κτήμα "..." ή "... και ότι αυτές συνίσταντο σε εποπτεία, περιφρούρησή του, εκμίσθωση σε τρίτους του δικαιώματος ρητινοσυλλογής από τα πεύκα που ήταν μέσα σ' αυτό, δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων, εκμίσθωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε καλλιεργητές, κυρίως αμπέλου, των βοσκήσιμων γαιών σε κτηνοτρόφους, χωρίς να εξειδικεύσει αν και ποίες από αυτές ασκούντο στο επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης χωρίς να παραθέσει αιτιολογίες ως προς τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης(ως δασικό, αγροτικό ή χορτολιβαδικό), με συνέπεια να μη καθίσταται εφικτή ούτε η διακρίβωση, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ποίες από τις ανωτέρω πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα της, διενεργήθηκαν επί της έκτασης αυτής από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, κατά τον κρίσιμο για τη συμπλήρωση της χρησικτησίας της χρόνο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος.

Κατά την άποψη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου- Μπρίλλη, ο εξεταζόμενος αυτής αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε ο αρχικός ενάγων κύριος του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ενιαίας εδαφικής έκτασης πέντε συνεχόμενων αγροτεμαχίων....

συνολικού εμβαδού 9.713 τετρ. μέτρων, με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές του, δέχεται τόσο την ύπαρξη στους εκπροσώπους της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου ... της ενδιάθετης κατάστασης της καλής πίστης, στοιχείου απαραίτητου για την από μέρους της κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το από το έτος 1600 και μέχρι την εισαγωγή του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου (23-2-1943) χρονικό διάστημα, όσο και τη διενέργεια συγκεκριμένων κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα υλικών πράξεων νομής σε ολόκληρο το κτήμα "...", στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο μεταξύ των οποίων φύλαξη και εποπτεία, χωρίς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να απαιτείται η εξειδίκευση και άλλων διακατοχικών πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο, ενόψει και του στο, όπως, ειδικότερα, δέχεται: "...

Ας σημειωθεί ότι τις παραπάνω πράξεις νομής (εποπτεία, φύλαξη) συνέχισε ο αρχικός ενάγων από του έτους 1972 οπότε παρέλαβε την νομή του επιδίκου και μέχρι τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, μάλιστα αυτός με την 1066/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών απόδοσης μισθίου, που κατέστη τελεσίδικη με την 10607/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επέτυχε την απόδοση εδαφικής έκτασης εμβαδού 1.600 τετ.

μέτρων ανήκουσας στο υπό στοιχείο Ι εδαφικό τμήμα, που η δικαιοπάροχός του Ιερά Μονή ... είχε εκμισθώσει το έτος 1969 στον ιερέα Χ, προκειμένου αυτός να κατοικεί σε εντός αυτής (μισθωμένης εδαφικής εκτάσεως) λυόμενο με το να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένες πράξεις νομής των εκπροσώπων της Ιεράς Μονής στο επίδικο ακίνητο, προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του, τις οποίες μάλιστα συνέχισε ο ειδικός διάδοχός της (αρχικός ενάγων), αφότου παρέλαβε τη νομή του, δηλαδή από του έτους 1972 και εξεφής μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής δεν αρκέστηκε σε ανεπαρκείς αιτιολογίες και, συνακόλουθα, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με την επισήμανση ότι το δικαίωμα κυριότητας του αρχικού ενάγοντα στο επίδικο ακίνητο δεν επηρεάζεται από το δασικό ή μη χαρακτήρα του τελευταίου (χορτολιβαδικό, αγροτικό), ενόψει του ότι ο τυχόν δασικός χαρακτήρας του, έστω και αν δεν προσδιορίστηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή για την πλήρωση στο πρόσωπο της άμεσης δικαιοπαρόχου του -αρχικού ενάγοντα- των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915 με την αντίστοιχη απώλεια της κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της προκείμενης δίκης ζήτημα.

Σε κάθε όμως περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι η δικαιοπάροχός του αρχικού ενάγοντος, ΑΑ, Ι. Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου ..., ασκούσε με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του αναφερόμενου στην προηγούμενη σκέψη μείζονος ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική έκταση, διακατοχικές πράξεις, από το έτος 1600 μέχρι και την 11-9-1915, συνακόλουθα και ότι κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την εκμίσθωση σε τρίτους του δικαιώματος ρητινοσυλλογής από τα πεύκα που ήταν μέσα σ' αυτό, του δικαιώματος αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων, των καλλιεργήσιμων εκτάσεών του, σε καλλιεργητές και των βοσκήσιμων εκτάσεών του σε κτηνοτρόφους, έλαβε υπόψη, και τα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

συμβόλαια των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβολαιογράφων, των οποίων όμως δεν έγινε επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους, με τις ενώπιόν του από 4-10-2008 προτάσεις των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 27-9-2006 αντίστοιχες προτάσεις της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων της συζήτησης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθ 11 περ.β ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4153/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ