Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for failure to specify violated substantive law and omitted facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding insurance liability. The appellants argued the lower court violated specific insurance regulations and failed to consider a claim that the accident involved both the trailer and the towed vehicle. The court rejected these claims because the appeal did not sufficiently identify the specific substantive law violated or the material facts supporting the alleged error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 576(3), 559(1), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging substantive law violation must explicitly cite the violated provision and the specific error, while appeals claiming failure to consider a claim must demonstrate how that claim was material to the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1646 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1646/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 1635/1999 και 331/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1538/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν, στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε το άρθρο 25 περ.13 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και έτσι κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας δέχθηκε κατ' ουσίαν την πρωτοδίκως απορριφθείσα κατ' ουσίαν παρεμπίπτουσα αγωγή της εναντίον τους.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, η νομική άποψη των αναιρεσειόντων περί της εννοίας της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε και η περί της εννοίας αυτής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Ετσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα» υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων και υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως παραδεκτά προβαλλόμενο και επαναφερόμενο με τις προτάσεις τους στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, ότι η τελευταία, στην ασκηθείσα εναντίον τους, ως οδηγού και κυρίου, αντίστοιχα, του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, παρεμπίπτουσα αγωγή, εκθέτει ότι «η ζημία οφείλεται τόσο στο ρυμουλκούμενο όσο και στο ίδιο το ρυμουλκό» αποδεχόμενη, έτσι, την ευθύνη της για την καλυπτόμενη απ' αυτήν ζημία που προκλήθηκε από το ρυμουλκό.
Το Εφετείο, όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής. «Το τροχαίο ατύχημα, όπως εκτέθηκε παραπάνω επεσυνέβη από το ρυμουλκό που ρυμουλκούσε το υπ' αριθ. ....αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου που οδηγούσε ο πρώτος απ' αυτούς. Με τα δεδομένα αυτά, απαλλάσσονταν η παρεμπιπτόντως ενάγουσα από την ασφαλιστική κάλυψη του πιο πάνω αυτοκινήτου, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι για την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος συνέτρεξε και πταίσμα του οδηγού αυτού (ως άνω αυτοκινήτου), ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση της απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν η ζημία προξενείται από αυτοκίνητο που ρυμουλκεί άλλο όχημα ή αν προξενείται από το ρυμουλκούμενο, δεν ερευνάται η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας.
Συνεπώς εφόσον δεν υπήρχε στην προκείμενη περίπτωση ασφαλιστική κάλυψη, είχε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δικαίωμα αναγωγής κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων, κατά του δευτέρου ως ασφαλισμένου της και κατά του πρώτου, ως οδηγού του αυτοκινήτου που ρυμουλκούσε το άλλο όχημα που προξένησε τη ζημία, για όποιο ποσό υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες» και συνακόλουθα, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό και τον απέρριψε για λόγο ουσιαστικό. Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης εκ των αριθμών 10,11,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που διαλαμβάνονται στην 7η σελίδα του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αλλά αναφέρονται μόνο οι διατάξεις που τις προβλέπουν.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.9.2005 αίτηση των ....κλπ για αναίρεση της 1538/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ