Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of tort claim for damages and invalidates improper appeal language.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the plaintiff's tort claim, reinstating the lower court's partial acceptance of the suit. The plaintiff sought €110,000 in damages for moral injury and disability caused by the defendant's tortious act, while the defendant argued for dismissal. The Court upheld the lower court's decision on the merits but struck out an inappropriate phrase in the appeal petition that insulted the judges, ruling it inadmissible for its disrespectful nature.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1, 566 para. 1, 577 para. 1, 206, 39 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a dismissal of a tort claim if supported by law, but must strike out appeal language that constitutes an insult to the judiciary or judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1645 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1645/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ηλία Γεωργόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Αδάμ Δήμου, που ανακάλεσε την από 18/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λάμπρου Μακρυγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2236/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4055/2011 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που παρέπεμψε την εν λόγω αγωγή προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3296/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6329/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2023 αίτησή της και τους από 8/9/2024 και 14/9/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 6329/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 1-12-2020 έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αρ. 3296/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 15-12-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως προς την αναιρεσείουσα και είχε αναγνωριστεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προκλήθηκε σε αυτόν από αδικοπραξία της, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω της επελθούσας από την αδικοπραξία της αναπηρία του, πλέον των νομίμων τόκων. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 8-9-2024 και από 14-9-2024 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-9-2024 και 17-9-2024, αντίστοιχα και επιδόθηκαν νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (βλ. τις υπ' αρ. ... και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Α. Μ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικαστούν, αφού είναι συναφείς (246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 1.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.
Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19ΚΠολΔ, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 414/2019, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 810/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023).
Με τον πρώτο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του και τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με τον πέμπτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, του δικογράφου των από 14-9-2024 πρόσθετων λόγων η αναιρεσείουσα αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι υπαίτια για το ένδικο ατύχημα του αναιρεσίβλητου είναι, εκτός του εργοδότη του Σ.
Μ., και η "ΔΕΗ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το, ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων/εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν κηπουρός μέχρι την 2/1/2006 (κατά την οποία συνέβη το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα), προσλήφθηκε από το 2001 από τον Σ.
Μ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), ιατρό, με την ως άνω αναφερομένη ιδιότητά του, προκειμένου να του προσφέρει τις υπηρεσίες του, φροντίζοντας τον κήπο και τον περιβάλλοντα χώρο της ευρισκομένης επί της οδού ... στην Εκάλη Αττικής οικίας του. Η εργασία του συνίστατο στην καθαριότητα, την περιποίηση του κήπου και του περιβάλλοντος χώρου της οικίας του προαναφερόμενου, στο φύτεμα και πότισμα των λουλουδιών και την αντικατάσταση αυτών, του γκαζόν και των δένδρων, καθώς και στο κλάδεμα των δένδρων σύμφωνα με τις εντολές και τις οδηγίες αυτού.
Στα πλαίσια των ως άνω καθηκόντων του, ο ενάγων/εφεσίβλητος, έλαβε εντολή, τις τελευταίες ημέρες του 2005, από τον ως άνω αναφερόμενο εργοδότη του να κλαδέψει τα δένδρα (τύπου λαίηλαντ) που είχε στον κήπο του, περιμετρικά της οικίας του. Ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος το γεγονός της αργίας της 2ας Ιανουαρίου 2006, πήγε τις πρωινές ώρες στην οικία ως άνω Σ.
Μ. προκειμένου να εκτελέσει την ανατεθείσα σ' αυτόν εργασία. Πράγματι κατά την 2/1/2006, και ενώ ήταν ανεβασμένος σε σκάλα ύψους 5-6 μέτρων περίπου, ασχολούμενος με το κλάδεμα δένδρου που βρίσκονταν εντός του κήπου του ως άνω αναφερομένου εργοδότη του, χρησιμοποιώντας ειδικό προς τούτο μηχάνημα κλαδέματος με μήκος λεπίδας 1,50 μ.
περίπου, και ενώ ακουμπούσε με το ένα πόδι και χέρι στο δένδρο και με το άλλο πόδι και χέρι στη μεταλλική σκάλα, την οποία σκάλα κρατούσε σταθερή επί του εδάφους ο αλλοδαπός που είχε προσλάβει ως βοηθό, υπέστη ηλεκτροπληξία - χωρίς το κλαδευτικό μηχάνημα που κρατούσε να έλθει σε επαφή με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ (καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η εκκαλούσα ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) - με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί με δύναμη και να πέσει από την σκάλα στο έδαφος, από ύψος περίπου έξι (6) μέτρων, αναίσθητος.
Με την πτώση του ενάγοντος στο έδαφος, έπεσε και το κλαδευτικό μηχάνημα που αυτός κρατούσε (το οποίο ήταν ακόμα σε λειτουργία και υπέστη μικρή στρέβλωση μόνο από την πτώση) στο έδαφος, την λειτουργία του οποίου σταμάτησε ο αλλοδαπός. Ο ενάγων μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΚΑΤ (βλ. την με αριθ.
πρωτ. ....2006 ιατρική γνωμάτευση του ΚΑΤ), και εν συνεχεία διακομίσθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εγκαύματα ολικού πάχους δεξιού άνω άκρου και δεξιού κάτω άκρου, κάταγμα δεξιού ηβικού οστού, πρόσθιας και οπίσθιας στήλης, δεξιάς κοτύλης, ιερού οστού δεξιά και εγκάρσιων αποφύσεων δεξιά.
Εισήχθη ως πολυτραυματίας διασωληνωμένος και σε κρίσιμη κατάσταση, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος για σαράντα (40) ημέρες περίπου, οπότε και εξήλθε της ΜΕΘ και συνέχισε την νοσηλεία του στην Χειρουργική Κλινική στο Τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής του ίδιου Νοσοκομείου μέχρι και την 17/3/2006, οπότε και εξήλθε με οδηγίες για περαιτέρω ιατρική παρακολούθηση.
Κατά τον χρόνο της νοσηλείας του υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό δεξιού άνω άκρου στο ύψος των κάτω τριτημορίου του αντιβραχίου, επανειλημμένους χειρουργικούς καθαρισμούς δεξιού κάτω άκρου και κάλυψη με δερματικά μοσχεύματα (βλ. το με αριθ. πρωτ. ....2006 ιατρικό σημείωμα του ΓΝΑ Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ). Δυνάμει της με αριθ. ....2007 Γνωμάτευσης της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αμαρουσίου, κρίθηκε ως ανίκανος προς εργασία λόγω βαρειάς αναπηρίας σε ποσοστό 80 % και του χορηγήθηκε με σχετική απόφαση του Διευθυντή του άνω Υποκαταστήματος σύνταξη βαρειάς αναπηρίας.
Όπως αποδείχθηκε (βλ. το από ....2006 πρακτικό αυτοψίας του μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου Π. Σ. και τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν), από το χώρο που συνέβη το ένδικο ατύχημα και σε πολύ κοντινή απόσταση, διέρχονται τέσσερεις ηλεκτροφόροι αγωγοί και ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο της ΔΕΗ, οι κολώνες των οποίων ήταν τοποθετημένες εκτός της ιδιοκτησίας του Σ.
Μ. και επί του παρακείμενου πεζοδρομίου, η δε ηλεκτροπληξία που υπέστη ο ενάγων προήλθε από διαπήδηση ηλεκτρικού ρεύματος, που συνέβη λόγω της υπάρχουσας ατμοσφαιρικής υγρασίας και λόγω του ότι τα δένδρα που βρίσκονταν εντός της περιφράξεως του οικοπέδου του Σ. Μ. και οι ως άνω ηλεκτροφόροι αγωγοί και το καλώδιο της ΔΕΗ ήταν σε ανεπίτρεπτα κοντινή απόσταση, χωρίς- όπως προαναφέρθηκε - το κλαδευτικό μηχάνημα που κρατούσε ο ενάγων να έρθει σε επαφή με ηλεκτροφόρο καλώδιο και ιδιαίτερα με το συνεστραμμένο καλώδιο της χαμηλής τάσης, που τροφοδοτεί με ρεύμα την κατοικία του προαναφερόμενου εργοδότη του ενάγοντος, καθόσον, αν το κλαδευτικό μηχάνημα είχε ακουμπήσει επ' αυτού, το καλώδιο θα έπρεπε να φέρει από την επαφή, σημάδια, ήτοι τρώση ή οποιοδήποτε κάψιμο στο ελαστικό περίβλημά του, ενώ ίχνη από την επαφή αυτή θα έφερε και το κλαδευτικό μηχάνημα που χειρίζονταν ο ενάγων.
Αντίθετα όπως αποδείχθηκε, από τον έλεγχο που έλαβε χώρα την 11/5/2006 από τον προαναφερόμενο ηλεκτρολόγο - μηχανολόγο Π. Σ. και τον εργοδηγό της ΔΕΗ, Μ. Μ., οι οποίοι επιβιβάστηκαν σε ειδικό καλαθοφόρο ανυψωτικό όχημα της ΔΕΗ, δεν βρέθηκε τρώση ή οποιοδήποτε κάψιμο στο ελαστικό περίβλημα του ανωτέρω συνεστραμμένου καλωδίου ούτε όμως βρέθηκε οποιοδήποτε σημείο επαφής του προαναφερόμενου κλαδευτικού μηχανήματος με ηλεκτροφόρο καλώδιο της ΔΕΗ, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα υπήρχε εμφανές σημείο από το βραχυκύκλωμα που θα είχε προκληθεί.
Επίσης δεν υπήρχαν άλλα καλώδια στο ύψος που εργαζόταν ο ενάγων, τα οποία να τροφοδοτούσαν με ηλεκτρικό ρεύμα, από την οικία του Μ., φωτιστικά σώματα στον κήπο και στον περιβάλλοντα χώρο της οικίας. Υπήρχαν όμως τέτοια καλώδια με προβολείς πλησίον του χώρου του ατυχήματος, όπως και σε άλλα σημεία του κήπου, ένα εκ των οποίων είχε κοπεί από βίαιη ενέργεια.
Όμως για να προήλθε από το καλώδιο αυτό η ηλεκτροπληξία στον ενάγοντα, θα έπρεπε αυτός να έχει δεχτεί ηλεκτρικό ρεύμα χαμηλής στάθμης απ' αυτό, μόνον εφόσον ο διακόπτης που τροφοδοτούσε με ρεύμα αυτό να ήταν αναμμένος από το εσωτερικό της οικίας όπου βρισκόταν, να ήταν δηλαδή τα φώτα του κήπου αναμμένα, πράγμα που πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε, δεν συμβαδίζει και με τον χρόνο του ατυχήματος, δεδομένου ότι αυτό έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της ημέρας και περί ώρα 13.00 μμ.
Εκτός των ως άνω αναφερομένων που εκτίθενται στην 4055/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε επίσης, δυνάμει της ιδίας προαναφερόμενης απόφασης, ως προς την αγωγή του ενάγοντα κατά του Σ. Μ., ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του τελευταίου, ως εργοδότη του ενάγοντα, διότι αυτός δεν τήρησε την από την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των συμβάσεων (αρθ. 288 ΑΚ) πηγάζουσα υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη, να πληροφορεί τον εργαζόμενο για την επικινδυνότητα της εκτελούμενης εργασίας, και γενικά να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία αυτού, καθόσον ανέθεσε στον ως άνω εργαζόμενο - ενάγοντα την παραπάνω επικίνδυνη εργασία χωρίς να τον ενημερώσει για τον υφιστάμενο κίνδυνο, λόγω της διέλευσης των ηλεκτροφόρων καλωδίων σε κοντινή απόσταση από τα δένδρα που του είχε δώσει την εντολή να κλαδέψει.
Επίσης με την ως άνω απόφαση κρίθηκε, ότι ο Σ. Μ., δεν ενημέρωσε την ΔΕΗ για την επικίνδυνη γειτνίαση των δένδρων με τους ηλεκτροφόρους υψηλής τάσης αγωγούς και καλωδίου του δικτύου της, ώστε η τελευταία να προβεί σε κλάδεμα των δένδρων, σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό για την Εγκατάσταση και Συντήρηση Υπαίθριων Γραμμών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΥΑ 70261/2874/1967 ΦΕΚ 608/Β/6.10.67), ενώ αναθέτοντας στον ενάγοντα την ως άνω εργασία του κλαδέματος των δένδρων, παρέλειψε - ως είχε υποχρέωση - να ενημερώσει την ΔΕΗ, προκειμένου αυτή κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας να προβεί σε διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, για την ασφάλεια του εργαζομένου.
Περαιτέρω, αναφορικά με την υπαιτιότητα της εκκαλούσας πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής : Υπαίτια για το επίδικο συμβάν είναι και η εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η εκκαλούσα ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, σύμφωνα με το άρθρο 123 παρ. 3 και 4 του Ν. 4001/2011, διότι αυτή δεν είχε φροντίσει να διατηρεί το δίκτυό της σε ασφαλή απόσταση από τα δένδρα που βρίσκονταν στο ακίνητο του Σ.
Μ., απομακρύνοντας τα κλαδιά αυτών από τους εναέριους αγωγούς της, παρότι είχε προς τούτο υποχρέωση σύμφωνα με τον κανονισμό για την Εγκατάσταση και Συντήρηση Υπαίθριων Γραμμών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΥΑ 70261/2874/1967 ΦΕΚ 608/Β/6.10.67). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. Α του ως άνω Κανονισμού : " Όπου υπάρχουν δένδρα πλησίον αγωγών γραμμών ενεργείας δέον να κλαδεύωνται, ώστε ούτε κίνησις των δένδρων ούτε η αιώρησις ή το ηυξημένον βέλος των αγωγών κατά την διάρκειαν αέρος ή χιονοθυέλλης ή λόγω υψηλοτέρας θερμοκρασίας να φέρη εν επαφή τους αγωγούς με τα δένδρα".
Η εκκαλούσα ισχυρίζεται, ότι δυνάμει του υπ' αριθ. 1268/10.10.2005 Δελτίου Επιθεώρησης και Συντήρησης Εγκαταστάσεων Διανομής της περιοχής Φιλοθέης - Κηφισιάς και του από 16/11/2005 ομοίου εγγράφου, το δίκτυο μέσης και χαμηλής τάσης είχε συντηρηθεί την 16/11/2005, ήτοι 46 ημέρες πριν το ατύχημα και ότι στην εν λόγω συντήρηση συμπεριλαμβάνεται και το κλάδεμα των δένδρων που προσεγγίζουν το δίκτυο.
Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε [βλ. το από 11/5/2006 πρακτικό αυτοψίας του μηχανολόγου/ηλεκτρολόγου Π. Σ. αλλά και την ένορκη κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 2236/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) - πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης], η ΔΕΗ δεν είχε φροντίσει να κλαδέψει, τα τελευταία χρόνια, τα ευρισκόμενα εντός του ακινήτου του Σ.
Μ., δένδρα, παρά κλάδεψε αυτά μετά το ατύχημα, ώστε αυτά να μην βρίσκονται εγγύς των καλωδίων της.
Συνεπώς την 2/1/2006, λόγω της προαναφερόμενης ανεπίτρεπτης γειτνίασης, επήλθε η διαπήδηση του ηλεκτρικού ρεύματος και ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος. Επιπλέον η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι αναιτιολόγητα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ κατ' άρθρο 931 ΑΚ, καθόσον, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος (όπως στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων) υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, δεν νομιμοποιείται ν' αξιώσει από τον εργοδότη την αυτοτελή αποζημίωση του 931 ΑΚ.
Ο ανωτέρω λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος, διότι στην προκειμένη περίπτωση η αποζημίωση του 931 ΑΚ δεν ζητείται από τον εργοδότη του παθόντος αλλά από τρίτο (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), το οποίο δεν καλύπτεται από το ΙΚΑ και συνεπώς ευθύνεται αυτοτελώς έναντι του παθόντος. Περαιτέρω, ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 44 ετών, έγγαμος με σύζυγο και πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων, η προκληθείσα εκ του ανωτέρω ατυχήματος, αναπηρία του σε ποσοστό 80 % (βλ.
την με αριθ. 1655/2007 Απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ - Τοπικού Υποκαταστήματος Αμαρουσίου) και η μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας του αναφορικά με τον ακρωτηριασμό που αυτός υπέστη κατά τα ως άνω αναφερόμενα, θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο οικονομικό, ιδίως, αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, αφού δεν θα μπορεί πλέον να εργαστεί ως κηπουρός, και δεν θα είναι πλέον σε θέση να απολαμβάνει τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.
Επιπλέον, η κοινωνική του ζωή επηρεάζεται άμεσα, αφού, η ως άνω κατάσταση της υγείας του, δεν του αφήνει κανένα περιθώριο για κοινωνική και εν γένει διαπροσωπική συναναστροφή, από αυτές που απολαμβάνει ένας υγιής συνομήλικός του. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως την ως άνω αναπηρία που προκλήθηκε στον παθόντα, το είδος και τις συνέπειες αυτής, το υψηλό ποσοστό της, την ηλικία του παθόντος, την υπαιτιότητα της εναγόμενης, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η εκκαλούσα ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ στην πρόκληση του ατυχήματος και, γενικότερα, την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση του παθόντος, κρίνει ότι για την παραπάνω αιτία ο ενάγων/εφεσίβλητος δικαιούται ως πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρ. 931ΑΚ, το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
Τέλος, αναφορικά με το ποσό της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν δύναται αυτό να υπερβαίνει τα ακραία όρια της αναλογικότητας και της διακριτικής του ευχέρειας, ήτοι μεταξύ της βαρύτητας της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων/εφεσίβλητος και του επιδικασθέντος ποσού προς αποκατάσταση αυτής.
Επομένως το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, του βαθμού της υπαιτιότητας της εναγομένης, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η εκκαλούσα ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος, όπως αυτά λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, κρίνει, ότι ο ενάγων/εφεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική του ικανοποίηση, το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο.
Κατ' ακολουθία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη, αναφορικώς με τα ως άνω κεφάλαια, δέχτηκε τα αυτά δεν έσφαλε και ο 8ος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος..... Αναφορικά με τον 4° λόγο έφεσης της εκκαλούσας, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε "σιγή" τον ισχυρισμό της περί μη ύπαρξης οποιαδήποτε ευθύνης της ΔΕΗ και των προστηθέντων υπαλλήλων της, αφού ο εξετασθείς κατά την προδικασία εργοδηγός της, Μ.
Μ. κρίθηκε με την με αριθ. ... διάταξη του κ. Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, ότι δεν έφερε καμιά ευθύνη για τον τραυματισμό του ενάγοντος, πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής : Από το άρθρο 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι υπό το κράτος της ισχύος του ΚΠολΔ οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Ερμηνεία αντίθετη δεν μπορεί να συναχθεί από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987 σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού", αλλά ούτε και από την με ανάλογη διατύπωση διάταξη του άρθρου 57 ΚΠοινΔ που ορίζει "Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός" καθόσον με αυτές διασφαλίζεται η αρχή υπό την έννοια να μη μπορεί να διωχθεί κάποιος εκ νέου ποινικά για την ίδια πράξη που όμως είναι ζήτημα διάφορο.
Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίσταται ζήτημα αθώωσης υπαλλήλου της ΔΕΗ δυνάμει απόφασης ποινικού δικαστηρίου για τον ως άνω βαρύ τραυματισμό του ενάγοντος/εφεσίβλητου. Επομένως, δυνάμει των προαναφερομένων, ο 4ος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος..... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε όμοια, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και αναγνώρισε την υποχρέωση της εκκαλούσας ως καθολικής διαδόχου της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και όσα αντιθέτως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με την έφεσή της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη έφεση ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη..". Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 297, 298, 330, 914 και 922 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση :
α) ο αναιρεσίβλητος, στις 2-1-2006, εργαζόμενος ως κηπουρός στην οικία του Σ. Μ., ασχολούμενος με το κλάδεμα δένδρου που βρισκόταν στον κήπο της παραπάνω οικίας υπέστη ηλεκτροπληξία, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί με δύναμη και να πέσει από την σκάλα, που ήταν ανεβασμένος στο έδαφος, από ύψος περίπου έξι μέτρων, β) από το παραπάνω ατύχημα ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος τότε ήταν 44 ετών, έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, υπέστη εγκαύματα ολικού πάχους δεξιού άνω άκρου και δεξιού κάτω άκρου, κάταγμα δεξιού ηβικού οστού, πρόσθιας και οπίσθιας στήλης, δεξιάς κοτύλης, ιερού οστού δεξιά και εγκάρσιων αποφύσεων δεξιά και κατά το χρόνο της νοσηλείας του υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό δεξιού άνω άκρου στο ύψος του κάτω τριτημορίου του αντιβραχίου, επανειλημμένους χειρουργικούς καθαρισμούς δεξιού κάτω άκρου και κάλυψη με δερματικά μοσχεύματα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να εργαστεί ως κηπουρός, κριθείς από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αμαρουσίου ως ανίκανος προς εργασία λόγω βαρειάς αναπηρίας σε ποσοστό 80%, γ) η ηλεκτροπληξία που υπέστη, κατά τα άνω, ο αναιρεσίβλητος προκλήθηκε από διαπήδηση ηλεκτρικού ρεύματος, που συνέβη λόγω της υπάρχουσας ατμοσφαιρικής υγρασίας και λόγω του ότι τα δένδρα που βρίσκονταν εντός της περίφραξης του οικοπέδου του Σ.
Μ. ήταν σε ανεπίτρεπτα κοντινή απόσταση με τέσσερις ηλεκτροφόρους αγωγούς και ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο της ΔΕΗ, οι κολώνες των οποίων ήταν τοποθετημένες εκτός της ιδιοκτησίας του Σ. Μ., δ) εκτός από τον ιδιοκτήτη Σ. Μ., που, όπως κρίθηκε με την 4055/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, βαρύνεται με υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, υπαίτια για το επίδικο συμβάν είναι και η "ΔΕΗ ΑΕ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", διότι δεν είχε φροντίσει να διατηρεί το δίκτυό της σε ασφαλή απόσταση από τα δένδρα που βρίσκονταν στο ακίνητο του Σ.
Μ., κλαδεύοντάς τα για να απομακρύνει τα κλαδιά τους από τους εναέριους αγωγούς της, παρότι είχε προς τούτο υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. Α του Κανονισμού για την Εγκατάσταση και Συντήρηση Υπαίθριων Γραμμών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΥΑ 70261/2874/1967 ΦΕΚ 608/Β/6.10.67 ), που προβλέπει ότι : "Όπου υπάρχουν δένδρα πλησίον αγωγών γραμμών ενεργείας δέον να κλαδεύωνται, ώστε ούτε κίνησις των δένδρων ούτε η αιώρησις ή το ηυξημένον βέλος των αγωγών κατά την διάρκειαν αέρος ή χιονοθυέλλης ή λόγω υψηλοτέρας θερμοκρασίας να φέρη εν επαφή τους αγωγούς με τα δένδρα".
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πέμπτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, του δικογράφου των από 14-9-2024 πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Με τις λοιπές δε, αναφερόμενες στους άνω λόγους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ευθύνεται η δικαιοπάροχός της "ΔΕΗ ΑΕ" στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, υπό την επίφαση των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα, απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
3. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).
Με τους πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, τους τρίτο και τέταρτο λόγους του δικογράφου των από 8-9-2024 πρόσθετων λόγων και τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των από 14-9-2024 πρόσθετων λόγων της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση στις προτάσεις της προσκόμισε, προκειμένου ν' ανταποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητάς της στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα:
α) την ... Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έγκληση του αναιρεσίβλητου κατά του εργοδηγού υπαλλήλου της "ΔΕΗ ΑΕ", Μ. Μ., διότι δεν προέκυψαν, αναφορικά με το ένδικο ατύχημα, επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του τελευταίου για το έγκλημα της σωματικής βλάβης του εγκαλούντος από αμέλεια, β) την υπ' αρ. 12609/21-2-2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο εργοδότης του αναιρεσίβλητου και ιδιοκτήτης της οικίας που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, Σ.
Μ. από το αποδοθέν σε αυτόν έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου, γ) το υπ' αρ. ...-2005 Δελτίο Επιθεώρησης και Συντήρησης Εγκαταστάσεων Διανομής της περιοχής Φιλοθέης - Κηφισιάς, δ) το από 16-11-2005 όμοιο έγγραφο, από τα οποία προκύπτει ότι το δίκτυο μέσης και χαμηλής τάσης της "ΔΕΗ ΑΕ" είχε συντηρηθεί στις 16-11-2005, ήτοι 46 ημέρες πριν το ατύχημα και ε) το από 27-7-2009 κατηγορητήριο με το οποίο ο Σ.
Μ. παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια που προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο από το ένδικο ατύχημα, πράξη για την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αρ. 12609/2013 αθωωτική απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι " Από .....όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας τα οποία κατ' άρθρο 395 ΚΠολΔ εκτιμώνται από το Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια...
αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :...." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά κάποια από αυτά, ήτοι :
την υπ' αρ. ... Εισαγγελική Διάταξη, το υπ' αρ. ...-2005 Δελτίο Επιθεώρησης και Συντήρησης Εγκαταστάσεων Διανομής της περιοχής Φιλοθέης - Κηφισιάς, καθώς και το από 16-11-2005 όμοιο έγγραφο. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, τρίτος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των από 8-9-2024 πρόσθετων λόγων και δεύτερος λόγος του δικογράφου των από 14-9-2024 πρόσθετων λόγων της αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωμένου εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008).
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε επικουρικά προς τους αμέσως παραπάνω από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το αληθινό περιεχόμενο του υπ' αρ. ...-2005 Δελτίου Επιθεώρησης και Συντήρησης Εγκαταστάσεων Διανομής της περιοχής Φιλοθέης - Κηφισιάς και του από 16-11-2005 όμοιου εγγράφου το οποίο προσκόμισε ισχυριζόμενη ότι, από αυτό προκύπτει ότι το δίκτυο μέσης και χαμηλής τάσης της "ΔΕΗ ΑΕ" είχε συντηρηθεί στις 16-11-2005, ήτοι 46 ημέρες πριν το ατύχημα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των φερόμενων ως άνω παραμορφωθέντων εγγράφων. 5. Με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974, ορίζεται ότι " 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξης δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ένωσης.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Περαιτέρω, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μια ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Έτσι το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν τούτο για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Επομένως, η εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανάκλησης της εις βάρος του έγκλησης ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα- ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντίθετα δε προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 93-96 αυτού. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197Κ.Δ.Δ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι κατ` αρχήν δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Άλλωστε η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` επέκταση να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διατάραξης της ενιαίας έννομης τάξης) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δέσμευσης και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικότερα όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, δηλαδή αναγνωρίζεται η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, καθόσον η εν λόγω απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής απόδειξης, αλλά και κατά το άρθρο 62 ΚΠοινΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξης δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μια κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η μη ύπαρξη ενιαίας έννομης τάξης ενισχύεται και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης. Γενικότερα η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και ως εκ τούτου και σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μια τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται με βάση την αρχή ne bis in idem.
Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημίωσης των ζημιωθέντων, τα οποία προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος απόδειξης". Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης. Το πολιτικό δικαστήριο αφ` ενός μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αφ` ετέρου δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δύο φορές για την ίδια πράξη.
Έτσι το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη.
Τελικά δε παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται ως εκ τούτου θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020).
Περαιτέρω, από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του ως άνω προβλεπόμενου τεκμηρίου αθωότητας από πολιτικό δικαστήριο είναι να έχει προηγηθεί συναφής και στενά συνδεόμενη έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας με οποιαδήποτε μορφή και η οποία να είχε ως αποτέλεσμα τη μη επιβολή στον κατηγορούμενο ποινής για οποιοδήποτε από τους ως άνω αναφερόμενους λόγους.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει της πιο πάνω διαφοροποίησης μεταξύ αστικής ή πολιτικής και ποινικής δίκης και γενικότερα μεταξύ αστικού και ποινικού αδικήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας σε πολιτική δίκη όταν για το ίδιο βιοτικό συμβάν δεν έχει λάβει χώρα έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας με οποιαδήποτε μορφή κατά τις διατάξεις των άρθρων 37 επ.
ΚΠοινΔ είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά την υποβολή σχετικής μήνυσης (ΑΠ 829/2021).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, του από 14-9-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση και μη εφαρμογή, κατ' εκτίμηση, των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 48 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επιβάλουν το σεβασμό της προσωπικότητας του ανθρώπου από τους τρίτους, συμπεριλαμβανομένων και των Δικαστηρίων, προσέβαλε παρανόμως το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου περί των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 τεκμήριο αθωότητας, με το να μην εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της υπ' αρ.
ΕΓ 128-08/458/24Δ/2009 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο εγκαλούμενος εργοδηγός υπάλληλος της δικαιοδόχου της, "ΔΕΗ ΑΕ", Μ. Μ., τέλεσε σε βάρος του αναιρεσίβλητου το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αναφορικά με το επίδικο συμβάν, απέρριψε την έγκληση του τελευταίου.
Οι λόγοι αυτοί, υπό τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτοι, διότι για το ίδιο βιοτικό συμβάν, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (σωματική βλάβη από αμέλεια), δεν έχει λάβει χώρα έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας κατά υπαλλήλων - προστηθέντων της δικαιοδόχου της αναιρεσείουσας, "ΔΕΗ ΑΕ" και συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία υπέρ αυτής τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο θα έπρεπε να εφαρμοστεί από το Εφετείο.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης απ` αυτό των ως άνω επικαλουμένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη μη εφαρμογή αυτών. Σε κάθε δε, περίπτωση οι ίδιοι λόγοι είναι και αβάσιμοι, καθόσον, από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ως άνω Εισαγγελικής Διάταξης δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, συνεκτιμώντας και το έγγραφο αυτό, κατέληξε μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά τα λοιπά, αορίστως επικαλείται η αναιρεσείουσα στην αναίρεση και στους πρόσθετους λόγους παράβαση των διατάξεων 455 ΑΚ,14 παρ. 1, 33 παρ.2, 4 Ν. 2596/1997, διότι δεν προσδιορίζει συγκεκριμένες αντίστοιχες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, ενώ οι επίσης επικαλούμενες ως παραβιασθείσες στα υπό κρίση δικόγραφα διατάξεις των άρθρων 106ΚΠολΔ και 110 ΚΠολΔ είναι δικονομικής φύσης και η παράβασή τους δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 459/2023, ΑΠ 745/2021), όπως είναι και αυτή του άρθρου 370ΚΠΔ. 6.
Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη ή ψυχική οδύνη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.
Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε, το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του" προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμόρφωσης χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί (ΑΠ 560/2013).
Το ποσό του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμόρφωσής του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1051/2017, ΑΠ 560/2013, ΑΠ 2153/2013).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά τόσο το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης κατ' άρθρο 932ΑΚ, όσο και το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931ΑΚ χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται στις άνω περιπτώσεις ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Με βάση αυτά, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης και ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικής παροχής ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1230/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1051/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά τον υπολογισμό της επιδικασθείσας στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης λόγω της επελθούσας από το ένδικο ατύχημα αναπηρίας του, αλλά και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνον οι σχετικές παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, είναι σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος. Τούτο ειδικότερα διότι, με βάση τις παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση ύψους 50.000 ευρώ, λόγω της αναπηρίας του, καθώς και το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της "ΔΕΗ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν υπερτερούν καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης λόγω αναπηρίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι υπέρμετρα μεγάλα.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019). Ειδικότερα, "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντέστανσης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022).
Απορρίπτεται, έτσι, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, AΠ 436/2014).
Με τον πρώτο λόγο του από 8-9-2024 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, τον αγωγικό ισχυρισμό ότι υπαίτια για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και συνακόλουθα, για τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου είναι η "ΔΕΗ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ίδια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αρ. 2236/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και αυτά της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε.
8. Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται πλέον σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1382/2019, 1693/2017).
Με τον δεύτερο λόγο του από 8-9-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης, που είχε ο αναιρεσίβλητος αναφορικά με την ύπαρξη υπαιτιότητας της "ΔΕΗ ΑΕ" στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και συνακόλουθα, στον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου. Ωστόσο, από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αγωγή κρίθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αποδείξεις για το ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, "ΔΕΗ ΑΕ", είναι υπαίτια για το επίδικο συμβάν διότι, κατά παράβαση του Κανονισμού για την Εγκατάσταση και Συντήρηση Υπαίθριων γραμμών Ηλεκτρικής Ενέργειας, δεν είχε φροντίσει να διατηρεί το δίκτυό της σε ασφαλή απόσταση από τα δένδρα που βρίσκονταν στο ακίνητο του Σ. Μ., καθώς δεν τα είχε κλαδέψει τα τελευταία χρόνια ώστε να μη βρίσκονται εγγύς των καλωδίων της, αλλά τα κλάδεψε μετά το ατύχημα. Επομένως, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
9. Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ. β` του ίδιου άρθρου, σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, συνάγεται ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται το θέμα της έναρξης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία, κατά παρέκκλιση από το γενικό κανόνα του άρθρου 251 του ΑΚ, από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και όχι αφότου γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι δε η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021).
Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η, κατ` άρθρο 932 του ΑΚ, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 937 του ΑΚ, αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης (ΑΠ 1196/2023).
Εξάλλου, η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272ΑΚ). Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης.
Ειδικότερα, το άρθρο 261ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013, όριζε επί λέξει τα εξής: "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διακοπτόταν με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτσι, επί αξίωσης που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιονδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ.
οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης τους, αποδοχής της απόφασης, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της απόφασης, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (άρθρο 293ΚΠολΔ), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (άρθρα 294-297ΚΠολΔ) οπότε, στην παραίτηση από το δικόγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 263 ΑΚ.
Από τον συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση" (ΑΠ 1603/2022).
Στην παραπάνω διάταξη του νέου άρθρου 261ΑΚ περιέχεται διάταξη διαχρονικού δικαίου (παρ. 3 αυτού), στην οποία ρυθμίζεται η εν επιδικία παραγραφή εκκρεμών δικών. Ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της νέας διάταξης στις εκκρεμείς δίκες τίθεται να μην έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ενώ δεν τίθεται, ως πρόσθετη προϋπόθεση, να μην έχει ήδη επέλθει εν επιδικία, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4139/2013 (20-3-2013) η παραγραφή της αξίωσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ, όπως ίσχυε προηγουμένως.
Έτσι, με τη διάταξη αυτή, της παραγράφου 3 του άρθρου 261ΑΚ, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της, εισάγεται εξαίρεση από τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου των παραγραφών, που θεσπίζεται με το άρθρο 18 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του".
Όμως, η εφαρμογή της νέας διάταξης και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε μεν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν.4139/2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ, όπως ίσχυε, θα οδηγούσε, μέσω της αναδρομικής αυτής επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής, στην αναβίωση της παραγεγραμμένης απαίτησης και στην επαναφορά αυτής στην αρχική και πλήρη μορφή της, ενώ ήδη αυτή, λόγω της παραγραφής, υφίσταται μόνο ως φυσική ή ατελής ενοχή.
Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της διαμορφωμένης περιουσιακής κατάστασης των μερών και την ανατροπή των δημιουργημένων με την επελθούσα παραγραφή νομικών καταστάσεων, περαιτέρω δε την περιέλευση του οφειλέτη σε δυσμενή θέση, αφού θα επέφερε την απώλεια του κεκτημένου με τη συμπληρωθείσα παραγραφή δικαιώματός του να αρνηθεί την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ), κλονίζοντας τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της, διαμορφωμένης με την παραγραφή, νομικής κατάστασης.
Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση αντίκειται στην αρχή του κράτους δικαίου και, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, που απορρέει ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
Εξάλλου, με τη νέα διατύπωση του άρθρου 261ΑΚ, ο νομοθέτης σκοπό είχε να καλύψει, εκτός από τις υποθέσεις που θα καταστούν μελλοντικά επίδικες (παρ. 1 και 2) και εκείνες που είναι εκκρεμείς (παρ. 3) και που επίσης κινδυνεύουν να παραγραφούν μετά τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης, αν εξακολουθούσε να ισχύει γι` αυτές το άρθρο 261 ΑΚ, στην αρχική του διατύπωση (ΟλΑΠ 8/2022). Με τον πρώτο λόγο του από 14-9-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251 και 937ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους και την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά το Ν. 4139/2013, με την εφαρμογή της, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης παραγραφής και παραγραφής εν επιδικία της επίδικης αξίωσης του αναιρεσίβλητου.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 15/12/2007 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) για τις αξιώσεις του από τον τραυματισμό που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 2-1-2006, κατά του Σ.
Μ. και της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του δικαστηρίου στις 8/1/2008 και επιδόθηκε στη "ΔΕΗ ΑΕ" στις 14-1-2008, σύμφωνα με την υπ' αρ. ...-2008 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Γ. Ρ. 2) Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2236/7-9-2009 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκ μέρους του Σ.
Μ. η με αριθ. εκθ. καταθ. 12259/2009 έφεση, εκ μέρους της ΔΕΗ ΑΕ η με αριθ. εκθ. καταθ. 12134/2009 έφεση και εκ μέρους του Σ. Μ. η από 14/4/2011 αντέφεση. 3) Επί των παραπάνω εφέσεων και αντέφεσης, που συνεκδικάστηκαν, στις 24-5-2011, εκδόθηκε η με αριθ. 4055/26-7-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση της "ΔΕΗ ΑΕ", εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και παραπέμφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς την τελευταία στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να δικαστεί κατά τακτική διαδικασία.4) Με την από 24/6/2014 κλήση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 29/7/2014 και επιδόθηκε στην "ΔΕΗ ΑΕ" στις 27/8/2014, σύμφωνα με την με αριθ. ...-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Ρ., επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) η ως άνω αγωγή του ενάγοντος κατά της καθολικής διαδόχου της "ΔΕΗ ΑΕ" και ήδη αναιρεσείουσας "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο της 14/2/2019 . 5) Επί της αγωγής αυτής τελικά εκδόθηκε ως προς την αναιρεσείουσα η υπ' αρ. 3296/30-9-2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η τελευταία άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών έφεση στις 3/12/2020, που συζητήθηκε στις 20/5/2021, εκδοθείσας στις 14-12-2022 της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, η πενταετής παραγραφή των ένδικων, από αδικοπραξία, αξιώσεων του αναιρεσίβλητου σε βάρος της "ΔΕΗ ΑΕ" και της καθολικής διαδόχου αυτής, αναιρεσείουσας, διακόπηκε με την άσκηση της από 15-12-2007 αγωγής και δεν είχε συμπληρωθεί στις 20/3/2013, οπότε τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα με το άρθρο 101 παρ. 1Ν.4139/2013 διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, ενώ κατά το χρόνο εκείνο συνέχιζε να είναι εκκρεμής, καθόσον και μετά την έκδοση της υπ' αρ. 4055/26-7-2011 παραπεμπτικής ως προς τη "ΔΕΗ ΑΕ" απόφασης του Εφετείου Αθηνών διατηρήθηκε ως προς τη διάδικο αυτή η εκκρεμοδικία εκ της προαναφερόμενης αγωγής (άρθρο 46 εδ. τελ. ΚΠολΔ), η οποία έληξε με την έκδοση, στις 14-12-2022, της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην υπό στοιχείο 9 μείζονα σκέψη λεχθέντα, το Εφετείο, που κρίνοντας ομοίως με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη ένσταση της παραγραφής και παραγραφής εν επιδικία της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 247, 251 και 937ΑΚ, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4139/2013, που ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του από 14-9-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ - AΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019).
Κατά δε το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά το άρθρο 324ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του από 14-9-2024 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη υπ' αρ. 4055/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Aπό την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος τα ακόλουθα:
"...Περαιτέρω, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε με τον 3° λόγο έφεσης της, ότι δυνάμει της με αριθ. 4055/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται δεδικασμένο ήδη από το 2011 περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Σ. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ως προς το ένδικο ατύχημα, καθόσον, με την προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε, ότι ο τελευταίος, αφενός δεν τήρησε την από την 288 ΑΚ πηγάζουσα υποχρέωση πρόνοιας ως εργοδότη να πληροφορεί τον εργαζόμενο (παθόντα) για την επικινδυνότητα της εκτελούμενης εργασίας, αφετέρου παρέλειψε να ενημερώσει την ΔΕΗ ΑΕ : α) για την επικίνδυνη γειτνίαση των δένδρων του με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς του δικτύου της ώστε αυτή να προβεί σε κλάδεμα των δένδρων και β) για την επικείμενη εργασία κλαδέματος των δένδρων από τον παθόντα, ώστε αυτή (ΔΕΗ), κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας να προβεί σε διακοπή σε διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος για την ασφάλεια του εργαζομένου. Η υπ' αριθ. 4055/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν ερεύνησε την αγωγή ως προς την ευθύνη της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, καθόσον ως προς αυτήν παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία. Το γεγονός δε ότι κρίθηκε υπαίτιος του ανωτέρω ατυχήματος ο Σ.. Μ., δεν σημαίνει ότι δεν ευθύνεται η ΔΕΗ ΑΕ και η καθολική διάδοχος αυτής ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, δεδομένου ότι περισσότεροι μπορεί να ευθύνονται από κοινού (αρθ. 480, 926 ΑΚ).
Συνεπώς, ο λόγος έφεσης περί ύπαρξης δεδικασμένου είναι αβάσιμος και απορριπτέος....". Από την επισκόπηση της υπ' αρ. 4055/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι με αυτή, αφού έγιναν δεκτές οι εφέσεις των εναγομένων στην ένδικη αγωγή "ΔΕΗ ΑΕ" και Σ. Μ., εξαφανίστηκε η πρωτόδικη η υπ' αρ. 2236/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε ο χωρισμός των σωρευόμενων αγωγών και παραπέμφθηκε η αγωγή κατά της "ΔΕΗ ΑΕ" στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, χωρίς συνεπώς να συζητηθεί επί της ουσίας η υπόθεση ως προς τη "ΔΕΗ ΑΕ", ενώ κατά τα λοιπά, αφού συζητήθηκε η υπόθεση για τον Σ.
Μ., κρίθηκε ότι ο τελευταίος είναι υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, σύμφωνα και με τα ανωτέρω λεχθέντα, από την απόφαση αυτή δεν απορρέει δεδικασμένο που να επηρεάζει την παρούσα δίκη, διότι δεν υφίσταται ταυτότητα προσώπων στις δύο αυτές δίκες. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 ΚΠολΔ το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση και ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος του από 14-9-2024 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 11.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018).
Με τον τέταρτο λόγο του από 14-9-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προσέδωσε στο από ....2006 πρακτικό αυτοψίας του μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου Π. Σ. αυξημένη αποδεικτική ισχύ, ενώ αυτό δεν είχε αφού δεν επρόκειτο για πραγματογνωμοσύνη διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα.
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω λεχθέντα, αβάσιμος, διότι, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο αυξημένη αποδεικτική ισχύ, αφού δεν το έλαβε υπόψη ως δικαστική πραγματογνωμοσύνη, αλλά συνεκτιμώντάς το με τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε στην κρίση ότι η "ΔΕΗ ΑΕ", κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος δεν είχε φροντίσει να κλαδέψει τα δένδρα, που βρίσκονταν εντός του ακινήτου του Σ.
Μ., αλλά τα κλάδεψε μετά το ατύχημα.
12. Κατά τα άρθρα 440 και 441ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες και επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται (ΑΠ 603/2024, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους, απορρίπτοντας τον όγδοο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη, ως μη νόμιμης, της, προταθείσας από αυτή πρωτοδίκως, ένστασης συμψηφισμού με την ένδικη απαίτηση του ποσού των 241.564,62 ευρώ (180.000 ευρώ κεφάλαιο και 61.564,62 ευρώ τόκοι) που ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον εις ολόκληρον με αυτή ευθυνόμενο για τον ένδικο τραυματισμό του Σ.
Μ., δυνάμει της υπ' αρ. 4055/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Υπό τα εκτιθέμενα, όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, διότι δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση αμοιβαιότητα απαιτήσεων, αφού η αναιρεσείουσα πρότεινε σε συμψηφισμό ανταπαίτηση, η οποία ανήκει σε τρίτο πρόσωπο και όχι στην ίδια. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 440, 441 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες.
Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 13. Κατά το άρθρο 926ΑΚ, αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον.
Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ` άρθρο 932ΑΚ, και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον.
Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 926ΑΚ, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων υπόχρεων, καθιερώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη περισσοτέρων προσώπων, είτε επειδή η ζημία προκλήθηκε από κοινή πράξη αυτών, είτε επειδή τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται κατά το νόμο το καθένα αυτοτελώς για την αποκατάσταση της ζημίας, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε, στην περίπτωση της σωρευτικής ή διαζευκτικής αιτιότητας, ήτοι, όταν η ζημία προήλθε από αυτοτελείς και διακεκριμένες ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, που η καθεμία από αυτές από μόνη της συνιστά αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, με την έννοια της προσφορότητας να προκαλέσει, αυτή καθεαυτή, ολόκληρη τη ζημία, χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτή η εξακρίβωση, ποιος αληθινά είναι ο πρόξενος της ζημίας ή ποιο το ποσοστό συμβολής του κάθε δράστη στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση, όπως επίσης και η σωρευτική αιτιότητα, όταν δηλαδή η ζημία επήλθε από τις ενέργειες δύο ή περισσοτέρων προσώπων, από τις οποίες όμως μπορούσε καθεμία μόνη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ` άρθρο 927 ΑΚ.
Στην ανωτέρω περίπτωση η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Υπάρχει δηλαδή ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεως αυτής και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο.
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον ΑΚ ή σε ειδικούς νόμους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν ευθύνονται πολλοί σε αποζημίωση από αδικοπραξία κατ` άρθρο 926 ΑΚ, έναντι του δικαιούχου της αποζημίωσης ενέχονται όλοι εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του βαθμού πταίσματος εκάστου, αντιστοίχως δε, ο δικαιούχος της αποζημίωσης έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς απαιτώντας ολόκληρη την αποζημίωση, ανεξαρτήτως του ποσοστού συμμετοχής (βαθμού πταίσματος) στην τέλεση της αδικοπραξίας εκάστου συνυπαίτιου, ο οποίος δεν δύναται να ζητήσει να προσδιοριστεί ο βαθμός του πταίσματός του, καθόσον ο προσδιορισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Και τούτο, διότι προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή ή, έστω, η δυνατότητα κοινής εναγωγής από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 462/2017). Επομένως, εις ολόκληρον ευθύνη κατ` άρθρο 926ΑΚ υφίσταται και όταν η μη κοινή εναγωγή όλων των συνυπαιτίων δεν αποτελεί επιλογή του ζημιωθέντος, αλλά οφείλεται σε δικονομικούς λόγους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο ένας συνυπαίτιος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου ή σε άλλη διαδικασία.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο δανειστής στραφεί κατά ενός μόνον συνυπαιτίου, είτε αναγκαστικά για νομικούς λόγους είτε με δική του πρωτοβουλία ασκώντας το δικαίωμα επιλογής του συνοφειλέτη από τον οποίο θα απαιτήσει την παροχή, εάν ικανοποιηθεί πλήρως από το συνοφειλέτη αυτόν, το δικαίωμα αναλίσκεται, αφού μόνο μία φορά μπορεί να αξιώσει την εκπλήρωση της παροχής και δεν μπορεί αυτός να αξιώσει εκ νέου την παροχή ή μέρος της από τους λοιπούς συνοφειλέτες.
Εάν, όμως, η παροχή εκπληρωθεί κατά ένα μόνο μέρος, η οφειλή εξακολουθεί να υπάρχει για το ανεκπλήρωτο τμήμα της εις ολόκληρον μεταξύ των οφειλετών. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 416 επ.ΑΚ, προβλέπονται οι τρόποι απόσβεσης της ενοχής. Μεταξύ αυτών είναι και η καταβολή (άρθρο 416ΑΚ). Τα άρθρα 483 έως 485ΑΚ καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ` αυτά αναφερόμενων γεγονότων στην περίπτωση που περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.
Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής με καταβολή της από οποιοδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και επομένως, αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ` ίσο με την καταβολή μέρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 του ΑΚ.
Η τελευταία μάλιστα είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, όταν ο τραυματισμός κάποιου προσώπου προήλθε από πράξεις περισσοτέρων προσώπων, τα οποία ενέχονται παθητικώς εις ολόκληρον, τότε ο παθών έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς απαιτώντας από καθένα ολόκληρη τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, αφού και στην περίπτωση αυτή υπάρχει ταυτότητα παροχής με την έννοια που αναφέρθηκε, η οποία ουδόλως αναιρείται από το ότι είναι δυνατόν για κάθε υπόχρεο να προσδιοριστεί διαφορετικό ύψος χρηματικής ικανοποίησης, λόγω του ότι τα επιμέρους προσδιοριστικά στοιχεία αυτής είναι πιθανόν να διαφέρουν για κάθε συνυπαίτιο.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος συνυπαίτιος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, αφού όπως αναφέρθηκε, προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης αποτελεί μόνον η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά και, συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή ουδόλως επηρεάζεται η ουσία, το περιεχόμενο και η έκταση της αξίωσης.
Κατά συνέπεια, εφόσον για έκαστο των συνυπαιτίων και εις ολόκληρον ευθυνομένων προσώπων προσδιοριστεί η οφειλόμενη χρηματική ικανοποίηση, ενιαία ή διαδοχικά, στο αυτό χρηματικό ποσό, υπάρχει πλήρης ταυτότητα παροχής και ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει ολόκληρο το ποσό αυτό από οποιονδήποτε υπόχρεο, ενώ σε περίπτωση που καθοριστεί, ενιαία ή διαδοχικά, ως χρηματική ικανοποίηση διαφορετικό ποσό για έκαστο υπόχρεο, εις ολόκληρον οφειλή υφίσταται μόνο στο βαθμό που οι υποχρεώσεις αλληλοκαλύπτονται, ήτοι μόνο κατά το ποσό που ευθύνονται όλοι οι υπόχρεοι.
Επομένως, στην περίπτωση που κάποιος από τους συνυπόχρεους κατέβαλε το ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση, δεν δικαιούται ο δικαιούχος να στραφεί πλέον για το ποσό αυτό κατά των υπολοίπων, καθώς η καταβολή αναπτύσσει αντικειμενική ενέργεια υπέρ των υπολοίπων συνυπόχρεων, οι οποίοι δικαιούνται να προβάλουν τη σχετική από το άρθρο 483 ΑΚ ένσταση.
Εάν όμως η καταβολή από κάποιο συνοφειλέτη αφορά μέρος της χρηματικής ικανοποίησης, επιφέρει απαλλαγή των λοιπών συνυπόχρεων μόνο κατά το μέρος τούτο και ο δικαιούχος δικαιούται να απαιτήσει από τους συνοφειλέτες το υπόλοιπο μη αποσβεσθέν μέρος της απαίτησής του. Σημειώνεται ότι, εάν δεν έχει καθοριστεί η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβάλει καθένας των συνοφειλετών, το δικαστήριο πρέπει, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, να προσδιορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που είναι εύλογο και στη συνέχεια να κρίνει εάν, με τον αντικειμενικό λόγο που προβάλλεται, έχει αποσβεστεί ολόκληρη η σχετική απαίτηση του δικαιούχου ή απομένει υπόλοιπο που πρέπει να πληρώσει ο συγκεκριμένος οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται αυτός (ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 1354/2019, ΑΠ 1694/2017).
14. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στην υπό στοιχείο 7 μείζονα σκέψη της παρούσας.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον προβληθέντα από αυτήν με τον ένατο λόγο έφεσής της ισχυρισμό περί απόσβεσης της απαίτησης του αναιρεσίβλητου κατά τις διατάξεις των άρθρων 416, 483 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 926ΑΚ, ισχυρισμός που δεν είχε αμφισβητηθεί ειδικά από τον τελευταίο και συνεπώς, αποδεικνυόταν από δικαστική ομολογία του. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 1-12-2020 έφεσης, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης υπ' αρ. 3296/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι, αυτή με τους έκτο και ένατο λόγους ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε το ποσό των 241.564,62 ευρώ (180.000 ευρώ κεφάλαιο και 61.564,62 ευρώ τόκοι), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον εις ολόκληρον με αυτή ευθυνόμενο για τον ένδικο τραυματισμό του, Σ. Μ., δυνάμει της υπ' αρ. 4055/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, γεγονός που ο αναιρεσίβλητος δεν αμφισβήτησε ειδικά και συνεπώς συνομολόγησε, με αποτέλεσμα οι ένδικες απαιτήσεις του να έχουν κατ' άρθρο 483ΑΚ αποσβεστεί κατά το παραπάνω ποσό.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στην κατ' έφεση δίκη προκύπτει ότι ο τελευταίος συνομολόγησε ότι, μετά από συμβιβασμό με τον Σ. Μ. εισέπραξε από αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε από τον ένδικο τραυματισμό του, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 4055/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το ποσό των 140.000 ευρώ.
Η καταβολή αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, επέφερε κατά το άνω μέρος απαλλαγή της αναιρεσείουσας και ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να απαιτήσει από αυτή το υπόλοιπο μη αποσβεσθέν μέρος της απαίτησής του, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανέρχεται σε (250.000-140.000=)110.000 ευρώ. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από τις παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κρίνοντας όπως και πρωτοδίκως, ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (932ΑΚ) και ως αποζημίωση (931ΑΚ) λόγω της αναπηρίας, που υπέστη από τον ένδικο τραυματισμό του το συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό που προέβαλε με τους προεκτιθέμενους λόγους της έφεσής της η αναιρεσείουσα από τα άρθρα 416, 483 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 926ΑΚ, ο οποίος αποδεικνυόταν εν μέρει (κατά το ποσό των 140.000 ευρώ) και ουσιαστικά βάσιμος από την αναφερόμενη στις προτάσεις του αναιρεσίβλητου δικαστική ομολογία του.
Ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατά το υπόλοιπο ποσό των 110.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 15. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. α`ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Τούτο συμβαίνει συνήθως αν, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής, υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1293/2015).
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης. Στο Εφετείο η αναιρεσείουσα (εναγόμενη), με τους έκτο και ένατο λόγους της έφεσης ως εκκαλούσα, πρότεινε τον ισχυρισμό ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου έχει αποσβεστεί με την καταβολή σε αυτόν του ποσού των 241.564,62 ευρώ (180.000 ευρώ κεφάλαιο και 61.564,62 ευρώ τόκοι), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον εις ολόκληρον με αυτή ευθυνόμενο για τον ένδικο τραυματισμό του, Σ.
Μ., δυνάμει της υπ' αρ. 4055/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ισχυρισμό τον οποίο κατά το ποσό των 140.000 ευρώ ομολόγησε ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του. Σύμφωνα και με τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του ως άνω τέταρτου λόγου της αναίρεσης, που ευδοκίμησε, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατά το ποσό των 110.000 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων.
Επομένως, αφού δεν απαιτείται άλλη διευκρίνηση, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο. Ακολούθως, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να γίνει εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 110.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος του πρώτου και δεύτερου βαθμού σε βάρος της εναγομένης, λόγω της εν μέρει ήττας αυτής (άρθρα 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 206ΚΠολΔ, ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου.
Επίσης, η απόφαση αυτή για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, ούτε συνιστά επιβολή ποινής, κατά την τεχνική του όρου έννοια, αλλά ηθική κύρωση, της οποίες οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξούσιου δικηγόρου, έστω και αν τα δικόγραφα συντάσσονται στο όνομα του διαδίκου.
Στο δε άρθρο 41 του Ν.4194/2013 του "Κώδικος περί Δικηγόρων" καθώς και στο άρθρο 7 του Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων, σαφώς ορίζεται ότι ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να τηρεί τις αρχές δεοντολογίας που προβλέπονται στον "Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος" και στον "Καταστατικό χάρτη θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού νομικού επαγγέλματος και Κώδικα Δεοντολογίας για τους Ευρωπαίους Δικηγόρους" (άρθρ.41 Ν.4194/ 2013), καθώς και ότι ο δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του λειτουργήματός του "να τηρεί ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων, τόσο στις προφορικές, όσο και στις γραπτές δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, όχι μόνον προς τον αντίδικο συνάδελφό του, αλλά και προς τους αντίδικους διάδικους, τους μάρτυρες και όλους τους παράγοντες της δίκης...." (άρθρ. 7 περ.ε` Κώδικα Δεοντολογίας).
Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 489/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ζητεί να διαγραφεί η περιεχόμενη στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης επικαλούμενη ανάρμοστη για τους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, φράση, που αναγράφεται στις σελίδες 196, 224, 225, 228, 230, 237, 250 και 266 της αίτησης αναίρεσης ότι "... αποδεικνύεται η ΕΚ ΠΡΟΘΕΣΕΩΣ παραβίαση των Δικαικών Αρχών της καλής Πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών...". Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και στηρίζεται στην αναφερομένη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 206 ΚΠολΔ. Το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πράγματι περιέχει την παραπάνω ανάρμοστη φράση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία, χωρίς να είναι απαραίτητη για την προσήκουσα υπεράσπιση της τελευταίας εντολέως του, αποβλέπει σε καταφρόνηση τόσο προς τους δικαστές του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και προς τη δικαιοσύνη. Κατόπιν αυτών, η αίτηση του αναιρεσίβλητου πρέπει να γίνει δεκτή και να διαταχθεί η διαγραφή της παραπάνω ανάρμοστης φράσης. Τέλος, εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 39 ΚΠΔ για έγκλημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως, αναφορικά με τις από 10-1-2006 και από 25-1-2006 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του αναιρεσίβλητου, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα στις κατατεθείσες στο δικαστήριο αυτό προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης με τους από 8-9-2024 και από 14-9-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 6329/2022 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ` ουσίαν την από 1-12-2020 με αριθμ. εκθ. καταθ. 87854/7062/2020 έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Εξαφανίζει την υπ` αριθμ. 3296/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται εν μέρει την από 15-12-2007 αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν δέκα (110.000) χιλιάδων ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ την υποβληθείσα με τις προτάσεις αίτηση του αναιρεσίβλητου περί διαγραφής από το αναιρετήριο της κάτωθι ανάρμοστης φράσης του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διαγραφή από το αναιρετήριο της ανάρμοστης φράσης, ως αυτή διατυπώνεται στις σελίδες 196, 224, 225, 228, 230, 237, 250 και 266 της αίτησης αναίρεσης, αναφορικά με τους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "......αποδεικνύεται η ΕΚ ΠΡΟΘΕΣΕΩΣ παραβίαση των Δικαικών Αρχών της καλής Πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών...".
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου