Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failing to specify correct interpretation of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred in interpreting specific civil code articles but failed to articulate the correct interpretation or provide reasons. The court ruled that these grounds were inadmissible because they focused solely on the unreviewable exercise of evidence assessment and did not meet the strict requirements for a valid cassation appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 §1 and 561 §2 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is inadmissible if it challenges the unreviewable exercise of evidence assessment or fails to specify the correct legal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1645 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1645/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Ν. και της Ά., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Πολλάλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Αδάμη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3954/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4721/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22.10.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 4721/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχτηκε την από 23.04.2019 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 3954/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 03.05.2017 αγωγή κυριότητας του αναιρεσείοντος, ακολούθως δε το ως άνω Εφετείο μετά την εξαφάνιση της εν λόγω απόφασης, απέρριψε αυτήν (αγωγή).
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1095 του Α.Κ. , ο εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα.
Η νομή ή η κατοχή του πράγματος πρέπει να βασίζεται σε έννομη σχέση είτε οικογενειακή (δικαίωμα των γονέων για διοίκηση της περιουσίας του τέκνου), είτε κληρονομική (δικαίωμα του εκτελεστή διαθήκης), είτε εμπράγματη (επικαρπία, οίκηση, ενέχυρο) είτε ενοχική (μίσθωση, χρησιδάνειο), η οποία πρέπει να ισχύει και να είναι έγκυρη.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δικαιούται να νέμεται και να κατέχει το πράγμα, αποτελεί γνήσια αναβλητική ένσταση, διότι, με τον ισχυρισμό αυτό, ο εναγόμενος δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, δηλαδή το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός που παρέχει σ' αυτόν δικαίωμα να διατηρεί τη νομή ή την κατοχή του πράγματος και να αρνηθεί την απόδοσή του (Α.Π. 383/2019, Α.Π. 942/2012).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 810 του Α.Κ. προκύπτει, ότι, με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στον χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της συμβάσεως. Ο όρος παραχωρήσεως της χρήσεως χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι, αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα", η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως χρησιδάνειο, αλλά συνήθως ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου.
Ως αντάλλαγμα, θεωρείται κάθε παροχή, που λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια, που έχει αυτός από τη χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, είναι τόσο σημαντική, που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης, που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις.
Σύμβαση χρησιδανείου ακινήτου δεν αποκλείεται να καταρτιστεί αυτοτελώς ενόψει και μέχρι την κατάρτιση οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεως του ακινήτου, οπότε ο χρήστης παραχωρεί οικειοθελώς και χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του ακινήτου στον χρησάμενο μέχρι την οριστική μεταβίβαση ή τη ματαίωση αυτής (Α.Π. 1400/2010).
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 810 του Α.Κ. προκύπτει επίσης, σαφώς, ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησάμενου, η οποία δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλομένων και, ανάλογα με το περιεχόμενο της συμβάσεως, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσεως και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού και ειδικότερα, στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη (Α.Π. 924/2012, Α.Π. 407/2009, Α.Π. 672/2005).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 810 του Α.Κ. προς αυτήν του άρθρου 816 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο, η σύμβαση λύεται με καταγγελία από τον χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 του Α.Κ.), ενόψει της ιδιάζουσας φύσεως του χρησιδανείου ως συμβάσεως φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ενστάσεως του εναγόμενου χρησάμενου (Α.Π. 1133/2018, Α.Π. 449/2014, Α.Π. 1913/2008, Α.Π. 1779/1995).
Σε κάθε περίπτωση, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστεως (Α.Π. 1133/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ..Δ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχτηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 574/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 416/1993).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (Α.Π. 311/1993).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 205/2020, Α.Π. 898/2019, Α.Π. 715/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 1580/1995), πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύτηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύτηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 574/2010, Α.Π. 5/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 856/2019, Α.Π. 929/2014, Α.Π. 683/2010, Α.Π. 416/1993).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 1602/2008, Α.Π. 1274/1994).
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως αφορώντα ισχυρισμό έχοντα αυτοτέλεια (Ολ.Α.Π. 11/1996). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.
Α.Π. 12/1991). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Στην ένδικη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση αυτής (αποφάσεως), ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ...24.04.1990 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ. - Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Αμαρουσίου (Τόμος ..., Αύξων
Αριθμός 35), ο Γ. Μ. (ενάγων) απέκτησε λόγω αγοράς από το Ν. και την Ε. Τ., κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή: α) το υπό στοιχείο (Β-1) διαμέρισμα του δεύτερου πάνω από το ισόγειο (πυλωτή) ορόφου (ΚΑΕΚ ... 012/1/12), εμβαδού 132 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 185,10/1000 και αντικειμενικής αξίας 113.513,40 ευρώ, της ευρισκομένης στα ..., στη θέση "...", εντός του υπ' αριθ. 231 Ο.Τ.
και επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής και β) και την υπό στοιχείο (Υ-5) αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 7,50 τ.μ. (ΚΑΕΚ ... /1/11), με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 4/1000, και αντικειμενικής αξίας 1.023,75 ευρώ. Επιπλέον, με το ίδιο συμβόλαιο αγοράς έχει συσταθεί πραγματική δουλεία σταθμεύσεως υπέρ του εν λόγω διαμερίσματος επί του χώρου του ισογείου (πυλωτής) με στοιχεία (ΠΑ-3), αντικειμενικής αξίας 3.900 ευρώ.
Επίσης, βάσει του ίδιου συμβολαίου, οι κατά τα ανωτέρω αναφερόμενες ιδιοκτησίες έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, όπως τροποποιήθηκε από το ν δ/μα 1024/1971, και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 9.917/14.07.1988 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Η.
Π., νομίμως μεταγραφείσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και η εναγομένη - πρώην σύζυγοι από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα τον Κ., που γεννήθηκε στις ... και τον Ν. - Θ., που γεννήθηκε στις .... Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο δυνάμει της με αριθμό 3554/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.
Στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου οι πρώην σύζυγοι με το υπό χρονολογία 24-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση ρύθμισαν τα θέματα επιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας των τέκνων τους. Σύμφωνα με τον 3ο όρο του ανωτέρω συμφωνητικού "ο πατέρας (ενάγων) παραχωρεί στη μητέρα (εναγομένη) ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, του β' ορόφου, επιφάνειας 150 τ.μ., που βρίσκεται στα ...
και επί της οδού ..., πλήρως εξοπλισμένο, το οποίο βρίσκεται σε άριστη κατάσταση και προκειμένου να διαμένει εκεί με τα τέκνα τους, για όσα έτη επιθυμεί.". Επομένως κατά τη συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση η παραχώρηση της χρήσης της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας ήταν αόριστης διάρκειας, και τούτο διότι η λήξη της δεν εξαρτήθηκε από την ενηλικίωση των τέκνων των διαδίκων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Επίσης όπως προκύπτει από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό η παραχώρηση της χρήσης του ανωτέρω διαμερίσματος τελούσε υπό τον όρο της διαμονής εντός αυτού της μητέρας μετά των τέκνων των διαδίκων. Η εναγόμενη με τις προτάσεις της αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή επικαλούμενη το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι η σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων δεν έχει τον χαρακτήρα σύμβασης χρησιδανείου, όπως εσφαλμένως υπέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι η παραχώρηση της χρήσης του συμφωνήθηκε με αντάλλαγμα.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι ενόψει του συναινετικού τους διαζυγίου ρύθμισαν εκτός από τις σχέσεις με τα τέκνα τους και τις περιουσιακές τους σχέσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η παραίτηση της ιδίας από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, η μεταβίβαση στον ενάγοντα λόγω δωρεάς του ποσοστού συγκυριότητάς της (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί των με στοιχεία I-1 και Υ-1 οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυκατοικίας ευρισκομένης στη θέση ..., όπου κατοικεί ο εναγόμενος και τη λήψη δανείου από την ALPHA BANK στο όνομα και για λογαριασμό των τέκνων τους με εγγυήτρια την ιδία για την αγορά διαμερίσματος - ρετιρέ στην ...
το οποίο συμφωνήθηκε να ανήκει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τέκνων τους και κατά ισόβια επικαρπία στον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος όπως και ο σχετικός λόγος πρώτος λόγος έφεσης και τούτο, διότι στο από 28-7-2006 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς κατ' άρθρο 214 Α' ΚΠολΔ, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και επικυρώθηκε από το Δικαστήριο η εναγομένη ομολογεί ότι η πώληση των περιγραφόμενων στο υπ' αρ. ...16.10.2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ. - Α. οριζοντίων ιδιοκτησιών της ευρισκομένης στη θέση ... επί των οδών ... πολυκατοικίας είναι εικονική ως προς το πρόσωπο της με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και η εμπράγματη μεταβιβαστική δικαιοπραξία καθώς και ότι πραγματικός αγοραστής των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών είναι ο ενάγων με χρήματα αποκλειστικά του ιδίου καταβλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα συνολικού ποσού 208.772,53 ευρώ.
Μάλιστα δυνάμει του υπ' αρ. .../06.07.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγόμενη μεταβίβασε λόγω δωρεάς το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών στον ενάγοντα. Ακολούθως η αγορά του διαμερίσματος στην ... και η λήψη δανείου στο όνομα των τέκνων των διαδίκων αποτέλεσε κοινή τους απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό 944/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία τους χορηγήθηκε η σχετική άδεια κατόπιν της με αρ.
κατάθ. 6592/2006 κοινή τους αίτησης. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ουδέν αντάλλαγμα συμφωνήθηκε για την παραχώρηση της χρήσης του διαμερίσματος στα ... και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που χαρακτήρισε την περιεχόμενη στο άρθρο 3 του υπό χρονολογία 24-7-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού σύμβαση ως σύμβαση χρησιδανείου προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον ανωτέρω λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ακολούθως από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο Κ. Μ. διέμενε στο παραχωρηθέν από τον πατέρα του διαμέρισμα μόνο για λίγους μήνες το έτος 2006, και από το έτος 2007 και έκτοτε διαμένει με τον ενάγοντα στην οικία του τελευταίου στην ... (επί της οδού Ερυμάνθου, αριθ. 2). Επιπροσθέτως, ο Κ. Μ. εισήχθη στο Τμήμα Μηχανικών Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Τ.Ε.
του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος στην Κρήτη και ταυτόχρονα είχε εγγραφεί για τρία έτη και παρακολουθούσε μαθήματα στο "NEW YORK COLLΕGE", σε συνεργασία με το παράρτημα του αγγλικού πανεπιστημίου "UNIVERSITY OF GREENWITCH" στην Αθήνα. 'Ηδη ο Κ.ς έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και έχει εκδώσει φυλλάδιο ναυτικού για να μπορεί να εργασθεί στα πλοία και ακόμα εξακολουθεί να διαμένει στην οικία του πατέρα του.
Ο μικρότερος υιός των διαδίκων Ν.ς - Θ.ς Μ. από τη λύση του γάμου τους και έκτοτε διέμενε μαζί με την μητέρα του στο διαμέρισμα στα ..., που συνιστούσε και εξακολουθεί να συνιστά την κύρια κατοικία του. Επισκεπτόταν τον πατέρα του και τον αδελφό του στην οικία του πατέρα του στην ... συνήθως Παρασκευή και Σάββατο, όπου και διανυκτέρευε και την Κυριακή επέστρεφε στα ....
Η διαμονή του Ν. - Θ.υ στην οικία στα ... μαζί με την μητέρα του αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Κ., Ν.υ - Θ. Μ. (ιδίου) και Ε. Ν. στις υπ' αρ. 10573/31.07.2017, 10574/31.07.2017 και 10575/31.07.2017 ένορκες βεβαιώσεις τους. Το γεγονός ότι ο Ν.ς - Θ.ς διαμένει με τη μητέρα του προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους, οι οποίοι όμως επισημαίνουν ότι ο ανωτέρω υιός των διαδίκων επηρεασμένος από την μητέρα του αποφεύγει σκόπιμα να επισκέπτεται πλέον τον πατέρα του στην οικία του στην ....
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι Ν.ς - Θ.ς φοίτησε στο "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ". Καθόλο το διάστημα της φοίτησής του στο ανωτέρω Κολλέγιο επιφορτισμένη με την καταβολή των διδάκτρων φοίτησης τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, αλλά και των λοιπών δαπανών της διατροφής του ήταν η μητέρα του - εναγομένη, η οποία επιβαρύνεται και με τις συνήθεις δαπάνες χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος, όπως αντίστοιχα με τις δαπάνες φοίτησης του μεγάλου υιού τους Κ.υ ήταν επιφορτισμένος ο ενάγων.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι ο όρος υπό τον οποίο εξαρτήθηκε η παραχώρηση της χρήσης του διαμερίσματος στα ... στην εναγομένη, ήτοι η διαμονή της μητέρας μετά των τέκνων της δεν έχει εκλείψει καθόσον ο Ν.ς - Θ.ς εξακολουθεί να διαμένει με τη μητέρα του, ο δε Κ.ς επέλεξε να διαμένει μαζί με τον πατέρα του και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Εξάλλου από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι ο Ν.ς - Θ.ς είναι αυτάρκης οικονομικά ή ότι έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία ή ότι εργάζεται, ώστε να μην καθίσταται πλέον δικαιολογημένη και να είναι αντίθετη στην καλή πίστη η παραμονή της εναγομένης μετά του τέκνου της στο επίδικο διαμέρισμα.
Ακόμα και ο μεγάλος υιός των διαδίκων, που ολοκλήρωσε τις σπουδές του εξακολουθεί να εξαρτάται οικονομικά από τον πατέρα του στην οικία του οποίου σημειωτέον, όπως προειπώθηκε εξακολουθεί να διαμένει. Επομένως ο λόγος για τον οποίο αποφασίσθηκε η παραχώρηση της χρήσης του διαμερίσματος στα ... στην ενάγουσα και τα τέκνα των διαδίκων δεν έχει εκλείψει.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επιθυμώντας να του αποδοθεί η χρήση του ανωτέρω ακινήτου με την από 07.01.2015 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 14η.01.2015, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, καλώντας την να του αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του, τούτη όμως δεν συμμορφώθηκε. Ακολούθησαν η από 14-5-2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, το οποίο με τη με αριθμό 878/2015 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, η από 29.07.2016 πρόσκλησή του ενάγοντος για την απόδοση της χρήσης κοινοποιηθείσα στην εναγομένη την 03.08.2016, και τέλος η από 05.09.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο με τη με αριθμό 368/2016 απόφασή του απέρριψε την αίτηση.
Οι λόγοι, που επικαλέστηκε ο ενάγων για τη λύση του χρησιδανείου με καταγγελία ποικίλουν. Αρχικά υποστήριξε ότι πρέπει να του αποδοθεί η χρήση του επίδικου διαμερίσματος επειδή τα τέκνα τους έχουν ενηλικιωθεί, λόγος ο οποίος σύμφωνα με όσα αναλυτικώς εκτέθηκαν ανωτέρω δεν ευσταθεί. Στη συνέχεια στην από 14.05.2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ισχυρίστηκε ότι με την από 7-5-2015 εξώδικη καταγγελία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος καθόσον πρόθεσή του ήταν να παραχωρήσει τη χρήση του στους υιούς του, προκειμένου να διαμένουν μόνοι τους σ' αυτό, ισχυρισμός ο οποίος επίσης δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι όπως ο ίδιος ομολογεί στην υπό κρίση αγωγή του έχει ήδη αναθέσει στο μεσιτικό γραφείο "GOLDEN HOME" την ανεύρεση υποψηφίων αγοραστών για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος.
Τέλος, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προέβη στην καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης χρησιδανείου καθόσον ένα χρόνο μετά την απόρριψη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση λόγω του γενικότερου πλαισίου οικονομικής ύφεσης και δυσπραγίας της χώρας συνεπεία του οποίου και το ετήσιο εισόδημά του ως ναυπηγού έχει εκμηδενιστεί λόγω έλλειψης του αντικειμένου εργασίας του, όπως τούτο να προκύπτει από το εκκαθαριστικό της ΑΑΔΕ για τα φορολογικά έτη 2015, 2016.
Επιπλέον έχει ληξιπρόθεσμες και μη ρυθμισμένες οφειλές προς τον ΟΑΕΕ, οι οποίες την 21η.10.2016 ανέρχονταν στο ποσό των 16.056,70 ευρώ και ήδη μέχρι την 28η.7.2017 ανέρχονται στο ποσό των 19.193,64 ευρώ, έχει λάβει δύο στεγαστικά δάνεια από την "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", με υπόλοιπα οφειλόμενων ποσών της τάξης των 36.310,12 ευρώ και 55.524,17 ευρώ, για τα οποία όμως από τις αρχές του έτους 2019 σε συμφωνία με την τράπεζα καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 81 ευρώ και είναι πλέον ενήμερα, έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή από πιστωτική κάρτα στην "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", ποσού 8.359,99 ευρώ, οφειλή προς την ΔΕΗ για την κατανάλωση ρεύματος στην οικία του στην ..., ποσού άνω των 950 ευρώ για την εξόφληση της οποίας έχει προβεί σε διακανονισμό και καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 40 ευρώ από 4-5-2016, αλλά και αντίστοιχη οφειλή προς τη ΔΕΗ για την εξοχική κατοικία στην ..., ποσού 473 ευρώ για την εξόφληση της οποίας έχει επίσης προβεί σε διακανονισμό καταβάλλοντας μηνιαίως το ποσό των 47,31 ευρώ από 18-3-2016.
Ακολούθως ο ενάγων αποδείχθηκε ότι έχει οφειλή στη Δ.Ε.Υ.Α.Ν. για την οικία του στη ..., ύψους 353 ευρώ, χωρίς ρύθμιση, οφειλή άνω των 2.000 ευρώ περίπου από τη διαχείριση της οικίας του στην ... ενώ στερείται και ασφαλιστικής κάλυψης, λόγω των οφειλών του προς τον ΟΑΕΕ. Ωστόσο έχει συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία "GROUPAMA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", για να έχει την αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη γι' αυτό και επιβαρύνεται με την καταβολή, του ποσού των 1.542,66 ευρώ ανά εξάμηνο το οποίο καλύπτει με δανεισμό από φίλους.
Τέλος o ενάγων αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας καθόσον διαγνώστηκε με CA προστάτη, προκειμένου δε να καλύψει τα ιατρικά έξοδα της ρομποτικής ριζικής προστατεκτομής στην οποία υποβλήθηκε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών στις 22.01.2017, δανείστηκε το συνολικό ποσό των 6.642,64 ευρώ από τους φίλους Γ. Τ., Ε. Κ., Κ. Δ. και την αδελφή του Κ.
Α.. Ωστόσο ο ενάγων παρά τη δυσχερή οικονομική του κατάσταση εξακολουθεί να διαμένει σε μονοκατοικία εκτάσεως 225 τ.μ με πισίνα στην ..., οι συνήθεις δαπάνες χρήσης της οποίας κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι αυξημένες, επιλέγει τον ιδιωτικό τομέα για την κάλυψη του υγειονομικής του περίθαλψης, είναι εφ' όρου ζωής επικαρπωτής της εξοχικής κατοικίας στη ..., ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mercedes 12ετίας και ένας από τα ιδρυτικά μέλη της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης, σκοπός της οποίας είναι η έκθεση κειμηλίων και άλλων αντικειμένων, που σχετίζονται με την ναυτιλιακή παράδοση, τα οποία έχουν εισφέρει μεταξύ άλλων και οι ιδρυτές, όπως και ίδιος, καθόσον αποδείχθηκε ότι διέθετε και ο ίδιος κειμήλια μεγάλης αξίας της ναυτικής παράδοσης.
Εν μέσω δε αυτής της προπεριγραφείσας κατάστασης, ο ενάγων προέβη στην καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης χρησιδανείου. Ωστόσο η οικονομική δυσχέρεια, που ο ενάγων επικαλείται τα τελευταία χρόνια την οποία εν μέρει με τους ανωτέρω διακανονισμούς και την βοήθεια των φίλων έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει δεν καθιστά δικαιολογημένη την καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου, διότι δεν έχει εκλείψει ο λόγος για τον οποίο καταρτίστηκε η εν λόγω σύμβαση, ήτοι την ανάγκη στεγάσεως στο διαμέρισμα των Μελισσίων της εναγομένης και του υιού τους Ν. - Θ.υ, ο οποίος όπως αποδείχθηκε εξακολουθεί να διαμένει με τη μητέρα του και είναι ακόμα οικονομικά εξαρτώμενος από αυτή.
Επιπροσθέτως σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως χρησιδανείου η εναγομένη, η οποία εργάζεται στην εταιρία με την επωνυμία "...." με μηνιαίο μισθό 1.700 ευρώ περίπου, θα οδηγηθεί σε οικονομικό αδιέξοδο, καθόσον θα αναγκαστεί να προβεί στη μίσθωση άλλου διαμερίσματος για την ιδία και τον υιό της, το μίσθωμα του οποίου θα κυμαίνεται μεταξύ 700 - 800 ευρώ.
Επίσης θα υποχρεωθεί να το επιπλώσει και να προμηθευτεί τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό καλύπτοντας ταυτόχρονα τις διατροφικές ανάγκες της ιδίας και του υιού της, χωρίς να διαθέτει κανένα περιουσιακό στοιχείο και ταυτόχρονα να ευθύνεται και ως εγγυήτρια για την οφειλή των 36.310,12 ευρώ του στεγαστικού δανείου, που έλαβε ο ενάγων στο όνομα και για λογαριασμό των τέκνων τους για την αγορά του διαμερίσματος στη ....
Ενόψει των ανωτέρω η από 7-1-2015 εξώδικη καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης χρησιδανείου δεν κρίνεται δικαιολογημένη καθόσον είναι αποτέλεσμα μίας συνεχούς προσπάθειας αποπομπής της εναγομένης και του υιού της από το εν λόγω διαμέρισμα χωρίς να συντρέχει εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη, που να μην δύναται να αντιμετωπιστεί από τον χρήστη με άλλα μέτρα, με αποτέλεσμα (η καταγγελία) να μην παράγει τα έννομα αποτελέσματά της.
Ακολούθως και η παραμονή της εναγομένης μετά του τέκνου της στο διαμέρισμα των Μελισσίων δεν κρίνεται καταχρηστική και αντίθετη προς την καλή πίστη, αφού σκοπός της κατάρτισης της σύμβασης χρησιδανείου λόγω της ιδιάζουσας φύσης της ως σύμβασης αγαθοσύνης ήταν το αληθινό ενδιαφέρον για τη στέγαση της μητέρας και των τέκνων των διαδίκων το οποίο με τις συνεχείς εξώδικες και δικαστικές ενέργειες του ενάγοντος για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου και την επίκληση διαφορετικών κάθε φορά λόγων λύσης σύμβασης χρησιδανείου τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Κατόπιν τούτων η εκκαλουμένη απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει τη χρήση και την κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος έσφαλλε και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να εξαφανισθεί γενομένης εν μέρει δεκτής ως κατ' ουσίαν της έφεσης (ως προς τον 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 6ο λόγο αυτής που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων), στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί κατ' ουσία και να απορριφθεί η αγωγή. ... .".
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, καίτοι το εκδόσαν αυτή δευτεροβάβμιο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασαφούς δηλώσεως σε δικαιοπραξία μεταξύ των διαδίκων μερών, παρά ταύτα προσέφυγε στη χρήση των ερμηνευτικών κριτηρίων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
χωρίς να ερμηνεύσει αυτήν ορθά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ως άνω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον ο αναιρεσείων, καίτοι ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσέφυγε στη χρήση των ερμηνευτικών κριτηρίων των ως άνω διατάξεων του νόμου και κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, δεν αναφέρει ποιο ήταν, κατά την άποψή του, το ορθό ερμηνευτικό πόρισμα και για ποιο λόγο.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) στερείται παντελώς αιτιολογίας σε σχέση με το αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο δεν είναι αυτό που έπρεπε να εξαχθεί από το αποδεικτικό υλικό, κρίνεται ομοίως απαράδεκτος και τούτο διότι αναφέρεται αποκλειστικά στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συναφώς, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αγωγή του με εν μέρει ανύπαρκτες και εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες μη αξιολογώντας ορθά τα εισφερθέντα εκ μέρους του αποδεικτικά μέσα και τα προκύψαντα εξ αυτών πραγματικά περιστατικά.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι αφορά αιτίαση αναφερόμενη στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγμα που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της ένσταση της αναιρεσίβλητης από τα άρθρα 810, 816, 817, 200 και 288 του Α.Κ., ενώ τέτοια ένσταση δεν περιλαμβανόταν, ως λόγος εφέσεως, στο εφετήριο αυτής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος η αβασιμότητά του δε προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της από 23.04.2019 εφέσεως της αναιρεσίβλητης δια των οποίων αυτή (αναιρεσίβλητη) παραπονείται, μεταξύ άλλων, και για την απόρριψη της σχετικής ενστάσεως που είχε πρωτοδίκως προβάλει με τις από 22.09.2017 προτάσεις της.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρα 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.10.2020 αίτηση του Γ. Μ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4721/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ