1645/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές, που ενδεχομένως είναι ανώτερες των νομίμων, ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.
Legislator headnote
AI generated1645/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφ' όσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (ΟλΑΠ 87/1971, ΑΠ 180/2015, ΑΠ 1208/2013).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1645 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1645/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Ροδίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Τόμπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1392/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 432/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές, που ενδεχομένως είναι ανώτερες των νομίμων, ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.
Κατά την αληθή έννοια, όμως, των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφ' όσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (ΟλΑΠ 87/1971, ΑΠ 180/2015, ΑΠ 1208/2013).
2. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που εκμεταλλεύεται ξενοδοχειακές μονάδες, την 27-11-2006 προσέλαβε με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που είχε τα νόμιμα προσόντα, για να απασχοληθεί ως προϊσταμένη υποδοχής στο ξενοδοχείο " ...", εργαζόμενη έξι ημέρες την εβδομάδα.
Ότι από την 29-12-2008 η σχέση τροποποιήθηκε σε ιδιότυπη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι πλέον το συγκεκριμένο ξενοδοχείο λειτουργούσε εποχιακά, με τη συμφωνία ότι η ενάγουσα δεν θα λαμβάνει μισθό κατά το χρόνο μη λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά θα προσλαμβάνεται εκ νέου κατά την επόμενη τουριστική περίοδο.
Ότι με τη νέα μορφή της σύμβασης η ενάγουσα εργάσθηκε κατά τις περιόδους λειτουργίας του ξενοδοχείου των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, ενώ διαρκούσης της περιόδου του έτους 2013 απολύθηκε την 10-5-2013. Ότι, καθ' όλη τη χρονική διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας, ο συμφωνημένος και πράγματι καταβαλλόμενος μισθός της ενάγουσας ήταν μεγαλύτερος από τις χρονικά αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές αυτής, που καθορίζονταν από τις ΣΣΕ για τους όρους εργασίας και αμοιβής των ξενοδοχοϋπαλλήλων (στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν σαφείς παραδοχές ως προς την κατά τα επί μέρους χρονικά διαστήματα διαμόρφωση των καταβαλλόμενων υπέρτερων και των αντιστοίχως νόμιμων χαμηλότερων αποδοχών).
Ότι στις νόμιμες αποδοχές περιλαμβάνονταν ο βασικός μισθός και τα τρία επιδόματα, ήτοι προϋπηρεσίας, κατοχής τίτλου ανώτερης τουριστικής σχολής και εποχιακής απασχόλησης, τα οποία δικαιούταν η ενάγουσα και εκ των οποίων το τρίτο μόνο από τότε που εργαζόταν εποχιακά. Ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ότι με το μέρος των καταβαλλόμενων αποδοχών που υπερέβαινε τις νόμιμες, θα καλύπτονται οι εκάστοτε αξιώσεις της ενάγουσας από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές ή άλλες αργίες (προσαύξηση 75%) και από τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης (όταν εργαζόταν την Κυριακή).
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι στις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας για τις ως άνω αιτίες κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2013, ήτοι για προσαυξήσεις Κυριακών συνολικού ποσού 6.616,33 ευρώ και για απόδοση ωφέλειας από τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ανάπαυσης συνολικού ποσού 9.618,71 ευρώ, είχε καταλογισθεί εγκύρως το καταβληθέν μέρος των αποδοχών που υπερέβαινε τις νόμιμες, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις αυτές να είναι ουσιαστικώς αβάσιμες, όπως, άλλωστε, είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
4. Σε αναφορά προς την αμέσως παραπάνω κρίση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα διατυπώνει τις αιτιάσεις α) ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.4 της ΔΑ 20/1997, το προβλεπόμενο για τους ξενοδοχοϋπάλληλους επίδομα εποχιακής απασχόλησης δεν συμψηφίζεται με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, γι' αυτό και θα έπρεπε να έχει αφαιρεθεί από τα ποσά, τα οποία το εφετείο δέχθηκε ως καταβληθέντα κατά μήνα και β) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει σαφής παραδοχή για το πόσες Κυριακές εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος εργάσθηκε η ενάγουσα.
Παρατηρείται, όμως, ως προς την υπό (α) αιτίαση, ότι το εφετείο, κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής της οποίας αντικείμενο δεν ήταν το επίδομα εποχιακής απασχόλησης, ορθώς συνυπολόγισε το εν λόγω επίδομα κατά τον υπολογισμό τόσο των νομίμων όσο και των καταβαλλόμενων αποδοχών. Άλλως, αν θα έπρεπε να το έχει αφαιρέσει από τις καταβαλλόμενες, όπως παραδόξως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, θα έπρεπε να το αφαιρέσει και από τις νόμιμες, αφού αυτό είναι συντελεστής του ύψους και των δύο μεγεθών.
Και περαιτέρω, ως προς την υπό (β) αιτίαση, παρατηρείται ότι το εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι η ενάγουσα εργάσθηκε όλες τις Κυριακές, τις οποίες αναλυτικά μνημονεύει στην αγωγή, αλλά ότι το σύνολο των προσαυξήσεων, τις οποίες θα μπορούσε να λάβει γι' αυτές αν δεν υπήρχε η συμφωνία για τον καταλογισμό των υπέρτερων αποδοχών, έχει καλυφθεί από τα ποσά που καταβλήθηκαν επί πλέον των νομίμων.
Η δε αναιρεσείουσα ουδόλως ισχυρίζεται ότι η έλλειψη αναλυτικού υπολογισμού στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία καθ' εαυτήν δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, έχει οδηγήσει σε δυσμενές ως προς αυτήν αποτέλεσμα, με την έννοια ότι τα ποσά τα οποία έχει λάβει επί πλέον των νομίμων δεν έχουν καλύψει το σύνολο εκείνων που δικαιούταν για την προσαύξηση των Κυριακών και που δεν ισχυρίζεται ότι ήσαν μεγαλύτερα των ληφθέντων.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με την ασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο προσδιορισμός του ύψους των μισθών και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή λοιπών εργοδοτικών χρηματικών παροχών που εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών γίνεται αφηρημένα, ήτοι σε ποσά που εκφράζουν αποδοχές οι οποίες δεν καταβάλλονται πραγματικά σε κάθε συγκεκριμένο εργαζόμενο (μικτές αποδοχές).
Από τον κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμό των αποδοχών, με τις οποίες αφηρημένα δικαιούται να αμειφθεί ο εργαζόμενος, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατήσει και αποδώσει αρμοδίως τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο εισοδήματος, που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο λόγω των προσωπικών του περιστάσεων σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες και εφαρμοζόμενες διατάξεις της ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας.
Μόνον ύστερα από αυτό, ο εργοδότης δύναται να καταβάλει στα χέρια του δικαιούχου το εναπομένον υπόλοιπο (καθαρές αποδοχές). Εφ' όσον, λοιπόν, διεκδικούνται δικαστικώς δεδουλευμένες αποδοχές έναντι των οποίων ουδέν έχει καταβληθεί, μετά τον προσδιορισμό τους σε μικτές αποδοχές, ο εργοδότης θα υποχρεωθεί μεν να καταβάλει το ποσό που προκύπτει, αλλά κατά την εκτέλεση, αφού παρακρατήσει τις ως άνω επιβαρύνσεις, θα καταβάλει στο δικαιούχο τις καθαρές αποδοχές και θα απαλλαγεί.
Εφ' όσον, όμως, ο εναγόμενος εργοδότης προβάλλει κατ' ένσταση ότι έχει καταβάλει τα αιτούμενα, στο δικαστήριο της ουσίας εναπόκειται να κρίνει εάν το ποσό που έχει αληθώς καταβληθεί αντιστοιχεί πράγματι στο καθαρό ποσό, το οποίο απομένει αν από το αιτούμενο αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις (πρβλ. ΑΠ 1522/2018).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι προς ολοσχερή εξόφληση των επί μέρους ποσών, τα οποία η ενάγουσα ζητούσε για αποδοχές μη χορηγηθείσας άδειας, για επίδομα αδείας, για δώρο Χριστουγέννων και για δώρο Πάσχα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, η εναγομένη είχε καταβάλει τα αντιστοίχως αναφερόμενα ποσά. Και παράλληλα, το εφετείο διευκρίνισε ότι τα ποσά, που δέχθηκε ως καταβληθέντα σύμφωνα με τις αποδείξεις που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η εναγομένη, ήταν τα καθαρά ποσά, τα οποία αντιστοίχως προέκυπταν αν από τα αιτούμενα ποσά αφαιρούνταν οι νόμιμες κρατήσεις. Και είναι, βέβαια, αληθές ότι η διευκρίνιση αυτή έγινε με τη φράση "η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα, υπολογιζομένων των ποσών, βάσει ειδικής συμφωνίας, επί των καθαρών αποδοχών και όχι επί των μικτών ... (ακολουθούν οι επί μέρους καταβολές με την αιτία και ημερομηνία της καθεμίας)", η οποία ενέχει ασυνταξία. Η φράση αυτή, όμως, δεν μπορεί να έχει άλλη έννοια από την προαναφερθείσα και υποδηλώνει ορθή εφαρμογή των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 432/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ