Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision, upholding lower court's rejection of procedural and substantive arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding her employment promotion at a bank. The appellant argued that the bank's board abused its rights by denying her promotion despite her qualifications, while the bank contended she lacked necessary conditions for the positions. The court ruled that the First Instance Court properly addressed the appellant's claims and rejected them based on the evidence, finding no grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the lower court has considered the arguments and rejected them substantively, or when the arguments are unsupported by evidence or legally unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1645 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1645/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Κωνσταντίνο Πιτταρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Ζάραγκα - Τριβιζά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1741/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/10/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 01.10.2010 αγωγή η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε κατά την 01.02.1983 από την εναγόμενη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι τον βαθμό του Υποτμηματάρχη. Ότι η σύμβασή της διέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγόμενης στον οποίο η ενάγουσα έχει προσχωρήσει, αλλά παρότι είχε τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό και αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, το ΔΣ της εναγομένης, ενεργώντας κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, παρέλειψε να την προάγει κατ' εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Β κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2005, κατ'εξαίρεση στο βαθμό του Τμηματάρχη Α στις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2006, κατ'εκλογή στο βαθμό του Εντεταλμένου Διευθύνσεως στις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2009, άλλως κατ' εξαίρεση στο βαθμό του Τμηματάρχη Α στις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2006, κατ' εκλογή στο βαθμό του Εντεταλμένου Διευθύνσεως στις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2009, άλλως κατ' εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α στις προαγωγικές κρίσεις της 1η-1-2008, άλλως κατ' εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Β στις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2007, άλλως κατ εκλογήν στο βαθμό του Τμηματάρχη Β στις προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2008, κατά τις οποίες προήχθησαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή ομοιόβαθμοι συνάδελφοί της, έναντι των οποίων αυτή υπερείχε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ότι η εναγομένη ενώ από 1-1-2003 της κατέβαλε ποσό 270 ευρώ μηνιαίως ως επίδομα θέσης, επειδή προσέφερε τις υπηρεσίες της ως Υπεύθυνη Πελατείας, έπαυσε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2008, παρότι δεν άλλαξε καθήκοντα. Ζήτησε δε, α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να την προάγει στους παραπάνω προαναφερόμενους βαθμούς, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές από την παράλειψη προαγωγής της στους παραπάνω βαθμούς, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ)να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, από την ως άνω παράλειψη προαγωγής της.
νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και δ)να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 4.860 ευρώ για επίδομα θέσης που δεν της κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2007 μέχρι 30.06.2008 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή κατά το αίτημά της για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών και κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη έπρεπε να προάγει την ενάγουσα στο βαθμό του Τμηματάρχη Β κατ' εκλογή από 1-1-2007 και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 4.225 ευρώ ως επίδομα θέσης, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κατά παραδοχή της εφέσεως εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως αφού ερευνήθηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν απορρίφθηκε η αγωγή. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την από 19.10.2016 αίτηση αναιρέσεως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005 ΤΝΠ Νόμος).
Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του.
του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Εξάλλου στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρος άδικη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου.
Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ ΑΠ 32/2002, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 212/2015, ΑΠ 2169/2007).Το υπηρεσιακό καθεστώς των υπαλλήλων της εναγόμενης Τράπεζας διέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού, που έχει καταρτισθεί με την από 1.12.1977 ΕΣΣΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β` 1315/1977) με την 49468/10730/1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β` 446/1981) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, γιατί εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ.1 και 7 παρ.1 και 5 του ν. 3239/1995 (ΑΠ 256/2016).
Σημειώνεται περαιτέρω ότι κατά την 25.04.2000 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών η υπ' αριθ. .../25.04.2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ .../2000 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση με την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία της τραπεζικής εταιρείας "... ΑΕ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, κατόπιν των από …-4-2000 και …-4-2000 αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων των μετόχων τους, αντίστοιχα, και της υπ' αριθ. .../18-4-2000 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Σ.. Ακολούθως, μετά την παραπάνω συγχώνευση των δύο τραπεζών και την κατάρτιση του νέου και ισχύοντος οργανισμού του προσωπικού της εναγομένης, που καταρτίσθηκε με την από 26-6-2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία κατατέθηκε στις 30-6-2003 στην Επιθεώρηση Εργασίας και έκτοτε έχοντας ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ.6, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 του ν. 1876/1990) δεσμεύει πλήρως την εναγομένη και τους υπαλλήλους της.
Από τις διατάξεις δε του νέου Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης (άρθρα 3, 4, 9, 10 παρ.2, παρ. 5 παρ.11 και 11) προκύπτει ότι οι α) προαγωγές των υπαλλήλων για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων από το βαθμό του υποτμηματάρχη και άνω (που όσο αφορά το λογιστικό κλάδο είναι Τμηματάρχης Β, Τμηματάρχης Α, εντεταλμένος διευθύνσεως, υποδιευθυντής και διευθυντής ως καταληκτικός βαθμός) διενεργούνται μια φορά το έτος, ήτοι κάθε 1η Ιανουάριου, με πρόταση του συμβουλίου διευθυντών από το διοικητικό συμβούλιο, μόνο κατ' εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον τριετία ευδόκιμου υπηρεσίας σε κάθε βαθμό, β) ότι το ως άνω αρμόδιο προαγωγικό όργανο αποφασίζει κατ' ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στο προσωπικό του φάκελο, γ) η γενική διεύθυνση μπορεί να προάγει εφάπαξ στον επόμενο βαθμό και χωρίς πρόταση του συμβουλίου υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων οποιονδήποτε υπάλληλο έχει διακριθεί, κατά την κρίση της, για εξαιρετική αφοσίωση, εργατικότητα και αποδοτικότητα, ανεξαρτήτως του χρόνου εντάξεως του και του χρόνου παραμονής του στο βαθμό από τον οποίο προάγεται (κατ' εξαίρεση προαγωγή).
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις προηγούμενες καθώς και εκείνη του άρθρου 281 του ΑΚ προκύπτει ότι η ανωτέρω εξουσία της γενικής διεύθυνσης της εκκαλούσας τράπεζας για κατ' εξαίρεση προαγωγή υπαλλήλου, δεν αποτελεί άσκηση φυσικής ευχέρειας που πηγάζει από τη γενική ελευθερία της προσωπικότητας του ατόμου και είναι από τη φύση της ανέλεγκτη, αλλά αποτελεί και αυτή (όπως και η κατ' εκλογή προαγωγή), άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή άσκηση της αναγκαίας στις σχέσεις εργασίας, από τη φύση της επιχείρησης, εξουσίας για την οργάνωση, τη διαμόρφωση και τη διεύθυνσή της.
Η άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συναρτάται προς τη συνδρομή αντικειμενικών αξιοκρατικών κριτηρίων, όπως είναι η εξαίρετη αφοσίωση, εργατικότητα και απόδοση του υπαλλήλου, ελέγχεται δικαστικώς από την άποψη της κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος. Ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται ενόψει και του αυξημένου κινδύνου αυθαιρεσίας του οργάνου και προς διασφάλιση του δικαιώματος επαγγελματικής εξέλιξης και προόδου των ικανών υπαλλήλων, καθώς και του συμφέροντος της ίδιας της τράπεζας να στελεχώνεται με ικανούς υπαλλήλους.
Έτσι, αν κατά παράλειψη υπαλλήλου που διακρίθηκε πράγματι για την εξαιρετική του επίδοση, εργατικότητα και απόδοση, προήχθη υπάλληλος που δεν επέδειξε τέτοια προσόντα ή αυτά που επέδειξε υπολείπονται καταφανώς εκείνων του υπαλλήλου που παραλείφθηκε, ο τελευταίος μπορεί να θεμελιώσει αξίωση προαγωγής κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ.11 του οργανισμού προσωπικού της εκκαλούσας (βλ.
ΟλΑΠ 22/1999, ΑΠ 1108/2006, ΑΠ 1100/2002). Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας (η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρα), όπως αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την 1-2-1983 από την τράπεζα με την επωνυμία "... Α.Ε." και εργάσθηκε στο λογιστικό κλάδο. Από τη συγχώνευση δε της εν λόγω τράπεζας με την εναγομένη τράπεζα με απορρόφηση, που επήλθε το έτος 2000 (Φ.Ε.Κ./Τ.Α.Ε.&Ε.Π.Ε./...-4-2000), συνέχισε να εργάζεται ως υπάλληλος της εναγόμενης, η οποία ως καθολική διάδοχος, υπεισήλθε ως εργοδότρια στην ένδικη εργασιακή σχέση.
Από την πρόσληψή της έως την αποχώρησή της από την εναγομένη την 1-6-2009, λόγω συνταξιοδότησης απασχολήθηκε 1) ως απλή υπάλληλος, στο κατάστημα … (1983-4/1989) στο τμήμα καταθέσεων και στο τμήμα εισαγωγών, και γα τρεις μήνες σαν χειριστής καταχωρητικής μηχανής, στο κατάστημα … (4/1989-14-3-1996) στο τμήμα εξαγωγών, στο κατάστημα … (15-3-1996-31-5-1997) στο τμήμα καταθέσεων, στις διευθύνσεις κεντρικού καταστήματος (υποδιεύθυνση γενικών υπηρεσιών / τμήμα SWIFT σαν χειριστής από 1/6/1997), γενικών λειτουργιών (υποδιεύθυνση γενικών υπηρεσιών / ίδιο τμήμα, ίδια ιδιότητα από 1/4/1998), του κεντρικού καταστήματος (υποδιεύθυνση εξαγωγών από 1/10/1998) και στο κατάστημα … το διάστημα 14/4/2003 - 31/8/2004 και [β] ως υπεύθυνη πελατείας ιδιωτών, στο κατάστημα ..., τα διαστήματα 1/9/2004 - 31/12/2006 και 1-7-2008 - 31/5/2009 (με ενδιάμεση απόσπαση την περίοδο 29/1 - 2/3/2007 ως απλή υπάλληλος στο κατάστημα …).
Η ενάγουσα εξελίχθηκε από δόκιμος λογιστής στο βαθμό του βοηθού λογιστή κατ αρχαιότητα από 1-7-1983, στο βαθμό του υπολογιστή κατ' αρχαιότητα, από 1-7-1989, στο βαθμό του λογιστή Β από 1-1-1993 κατ εκλογή στο βαθμό του Λογιστή Α κατ' αρχαιότητα από 1-1-1997 και έλαβε τον βαθμό Υποτμηματάρχη από 1/7/2001, είναι απόφοιτος Λυκείου, έχει γνώση δακτυλογραφίας ελληνικής και αγγλικής, Η/Υ και Αγγλικής γλώσσας (CERTIFICATE), παρακολούθησε 11 σεμινάρια μέχρι το έτος 2008 για καλύτερη γνώση των τραπεζικών εργασιών και απόδοση στην εργασία της (εργασίες εξωτερικού-εξαγωγές, ασφαλιστικών προϊόντων, κάρτες, καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια κ,α.), στα υπηρεσιακά δελτία αξιολόγησης ως Υποτμηματάρχης βαθμολογήθηκε με μέσο όρο βαθμολογίας 8,2/10 το 2001, 8,3/10 το 2002, 8,2/10 το 2003, 7,2/10 το 2004, "ικανοποιητικό" τα έτη 2005, 2006, 2007, ενώ της επιβλήθηκε έγγραφη παρατήρηση στις 8/10/1996 και δύο συστάσεις στις 21/10/2005 και 25/10/2006 για καθυστερημένες πρωινές προσελεύσεις στην εργασία της.
Στις κατ' εκλογή προαγωγικές κρίσεις της 1ης-1-2005, προήχθησαν στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' οι Χ. Γ., Σ. Κ., Β. Π., Μ. Κ. και Χ. Τ., Υποτμηματάρχες του λογιστικού κλάδου και αναφερόμενοι προς σύγκριση στην αγωγή, ενώ η ενάγουσα παραλείφθηκε. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά της για προαγωγή κατά την ως άνω κρίση ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι δεν προέκυψε υπεροχή της έναντι των ως άνω συγκρινόμενων συναδέλφων της.
Το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης δεν μεταβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο, καθόσον δεν ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις κατ' εκλογήν προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2007, προήχθησαν οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι της ενάγουσας Α. Ζ., Ι. Κ., Ι. Κ. και Δ. Λ., ενώ δεν προήχθη η ενάγουσα. Τα ουσιαστικά προσόντα των ανωτέρω είναι τα ακόλουθα: 1) Η Α.
Ζ. προσλήφθηκε στις 30-07-1986 ως απόφοιτος Λυκείου. Γνωρίζει δακτυλογραφία ελληνική, δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας. Έχει συμμετάσχει σε τρεις μετεκπαιδεύσεις με τίτλους "Προγραμματισμός DIDACTA" (1986), "Μεθοδολογία Χρηματοδοτήσεων" (1999), "Εγγυητικές Επιστολές Εσωτερικού και Εξωτερικού" (2000). Από 1.4.1990 προήχθη σε Υπολογιστή, από 1-1-1992 σε Λογιστή Β, από 1-1-1994 κατ' εκλογή σε Λογιστή Α και από 1-1-1999 κατ' εκλογή σε Υποτμηματάρχη.
Από 21-11-1991 εργάστηκε ως υπάλληλος στα καταστήματα … και …, από 4-9-2006 έως 2-11-2008 τοποθετείται ως Προϊσταμένη του Καταστήματος …. Κατέχει προσωρινό δικαίωμα Β' υπογραφής από 1-8-1996 και κανονικό δικαίωμα Β υπογραφής από 1-7-2004 έως 2-11-2008. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2001 9,7/10, το 2002 9,6/10, το 2003 8,3/10, το 2004 8,2/10, το 2005 "Άριστο" και το 2006 "Πολύ Ικανοποιητικό". 2)Ο Ι.
Κ. προσλήφθηκε την 8/8/1986 ως απόφοιτος Λυκείου. Είναι γνώστης Η/Υ, δακτυλογραφίας ελληνικής και λατινικής. Δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας. Εργάσθηκε ως υπάλληλος στην περιφερειακή διεύθυνση Β. Ελλάδος και στα καταστήματα …, …, …, … και …. Την 10/1/2003, μετακινήθηκε στη διεύθυνση ανθρωπίνου δυναμικού και τέθηκε στη διάθεση του συλλόγου προσωπικού της εναγόμενης έως την 17/4/2005, χωρίς η τοποθέτηση αυτή να επηρεάζει την υπηρεσιακή του εξέλιξη, ενώ ακολούθως τοποθετήθηκε ως υπάλληλος στο κατάστημα …, όπου από 1-7-2005 ήταν Υπεύθυνος Πελατείας Επιχειρήσεων μέχρι τις προαγωγές της 1/1/2007.
Εξελίχθηκε βαθμολογικά κατ' εκλογή σε Βοηθό Λογιστή από 1-1-1990, σε Υπολογιστή από 1-1-1992, κατ' αρχαιότητα σε Λογιστή Β από 1-7-1995, κατ' εκλογή σε Λογιστή Α από 1-1-1998, σε Βοηθό Τμηματάρχη από 1-7-2001 και με πράξη σε Υποτμηματάρχη από 1-7-2001, ενώ απέκτησε το δικαίωμα β' υπογραφής προσωρινά από 13/7/1995 και οριστικά από 1/3/2006.
Παρακολούθησε 4 μετεκπαιδεύσεις μέχρι την 1/1/2007 (Προγραμματισμός DIDACTA 1987, ΕΛΚΕΠΑ - FRAMEWOPK II 1989, ΕΓΓΥΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 1998, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ 2002), Βαθμολογήθηκε στα υπηρεσιακά δελτία αξιολόγησης με μέσο όρο 8,9/10 το έτος 2001, 9,2. το έτος 2002, "άριστο" το 2005 και "πολύ ικανοποιητικό" το έτος 2006, χωρίς να βαθμολογηθεί τα έτη 2003 και 2004. 3) Η Ι.
Κ. προσλήφθηκε στις 24-12-1992 ως απόφοιτος Λυκείου. Δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας δακτυλογραφίας. Έχει συμμετάσχει σε δυο μετεκπαιδεύσεις σε προγράμματα υπολογιστή το έτος 2000 και στη Μεθοδολογία Χρηματοδότησης Τραπεζών το έτος 2002. Εξελίχθηκε βαθμολογικά από 1.7.1997 σε Υπολογιστή, από 1-1-1999 σε Λογιστή Β, από 1-7-2001 κατ' εκλογήν σε Λογιστή Α, από 1-7-2002 σε Υποτμηματάρχη.
Υπηρέτησε στο Κατάστημα … ως υπάλληλος χορηγήσεων έως 11-6-2000. Από 12-6-2000 τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος Χορηγήσεων, ενώ από 10-6-2002 μέχρι την 7-3-2011 διατέλεσε Υπεύθυνη Εξυπηρέτησης Πελατείας Επιχειρήσεων στο ίδιο Κατάστημα. Κατείχε προσωρινό δικαίωμα Β υπογραφής από το 1995 και οριστικό από το έτος 2000. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2001 8,9/10, το 2002 δεν αξιολογήθηκε, το 2003 8/10, το 2004 8/10, το 2005 και το 2006 "Πολύ Ικανοποιητικό". 4)Ο Δ.
Λ., προσλήφθηκε στις από 3-8-1994 ως απόφοιτος Λυκείου και από την 28-3-2000 είναι απόφοιτος του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών της Ιονικής Τραπέζης, λαμβάνοντας προς τούτο σχετικό επίδομα. Έχει λάβει μέρος σε τέσσερεις μετεκπαιδεύσεις ήτοι "Συνάλλαγμα" 1999, "προγράμματα πληροφορικής 2000, "ΕΥΡΩ" 2001, "Αρχές Μάρκετινγκ και Τεχνικές Πωλήσεων" 2001 κ.λ.π..
Γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα κατέχοντας τίτλο PROFICIENCY, λαμβάνει δε προς τούτο σχετικό επίδομα και τη Γερμανική γλώσσα σε μέτριο επίπεδο. Από 1.7.1993 προήχθη σε Υπολογιστή, από 1-7-1997 σε Λογιστή Β, από 1-1-2001 κατ' εκλογήν σε Λογιστή Α, από 1-1-2005 κατ' εκλογήν σε Υποτμηματάρχη με valeur από 1-1-2004. Υπηρέτησε στο κατάστημα … ως υπάλληλος συν/τος έως 28-1-2001, ως Υπεύθυνος Πελατείας από 29-1-2001 έως 13-7-2002, στο κατάστημα … ως Υπεύθυνος Πελατείας από 14-7-2003 έως 2-6-2010.
Είχε οριστικό δικαίωμα Β' υπογραφής από 10-8-2004. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2001 7,7/10, το 2002, 7,5/10, το 2003 7,8/10, το 2004 8,4/10, το 2005 και το 2006 "Πολύ ικανοποιητικό". Από την ανωτέρω αναλυτική παράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και των προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων της που προήχθησαν στο βαθμό του Τμηματάρχη Β στις επίδικες κρίσεις της 1.1.2007, προκύπτει α) ότι η ενάγουσα υπερτερεί ως προς όλους αναφορικά με τη γενική αρχαιότητα και την ειδική αρχαιότητα, πλην της πρώτης που υπερτερεί της ενάγουσας στην ειδική αρχαιότητα κατά 2 έτη, β) ισοδυναμεί ως προς τον τίτλο πτυχίου, πλην του τετάρτου, ο οποίος υπερτερεί αυτής, αφού είναι απόφοιτος Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών, γ)υπερτερεί όλων πλην του τετάρτου στη γνώση ξένης γλώσσας, ισοδυναμεί με τον δεύτερο στην γνώση πληροφορικής και δακτυλογραφίας, υπερτερεί της πρώτης στη γνώση δακτυλογραφίας καθόσον η ενάγουσα γνωρίζει και αγγλική, υπερτερεί των λοιπών στη δακτυλογραφία, δ)υπερτερεί στο χρόνο ανάληψης θέσης ευθύνης της πρώτης, αφού η ενάγουσα ανέλαβε καθήκοντα Υπεύθυνης Πελατείας το έτος 2004 αλλά η πρώτη συγκρινόμενη διετέλεσε Προϊσταμένη καταστήματος … από το έτος 2006 ήτοι σε μεγαλύτερη θέση ευθύνης, υστερεί σε δικαίωμα υπογραφής το οποίο δεν της χορηγήθηκε, ενώ η πρώτη κατείχε προσωρινό δικαίωμα Β υπογραφής από το έτος 1996 και οριστικό από το έτος 2004, υπερτερεί κατά 10 μήνες του δεύτερου σε ανάληψη θέσης ευθύνης, ήτοι Υπεύθυνη Πελατείας αυτή τον Σεπτέμβριο 2004, Υπεύθυνος Πελατείας Επιχειρήσεων ο δεύτερος, υπερτερεί όμως αυτός σε χορήγηση δικαιώματος προσωρινής και οριστικής Β υπογραφής (1995, 2006 αντίστοιχα), υπερτερεί η τρίτη της ενάγουσας σε θέσεις ευθύνης αφού διετέλεσε Προϊσταμένη Χορηγήσεων από το έτος 2000 και Υπεύθυνη Πελατείας Επιχειρήσεων από το 2002 και κατείχε δικαίωμα Β υπογραφής προσωρινό από το έτος 1995 και οριστικό από το έτος 2000, ενώ η ενάγουσα ήταν Υπεύθυνη Πελατείας από το έτος 2004, υπερτερεί ο τέταρτος σε θέσεις ευθύνης καθόσον ανέλαβε Υπεύθυνος Πελατείας από το έτος 2003 και του χορηγήθηκε οριστικό δικαίωμα Β υπογραφής από το έτος 2004, ε)η ενάγουσα υστερεί στην αξιολόγηση της πρώτης, του δεύτερου και της τρίτης και του τετάρτου την τελευταία τριετία πριν την προαγωγή, στ) υστερεί σε μετεκπαιδεύσεις.
Σεμινάρια δεν αναγράφονται στα προσκομιζόμενα ατομικά τους βιβλιάρια. Σύμφωνα με τα παραπάνω η υπεροχή της ενάγουσας εντοπίζεται στα τυπικά προσόντα της γενικής υπηρεσιακής αρχαιότητας έναντι όλων και της ειδικής υπηρεσιακής αρχαιότητας έναντι των τριών. Η υπεροχή, όμως αυτή δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής, καθόσον η αρχαιότητα συνεπάγεται μεν και ανάλογη εμπειρία, πλην όμως έχει περιορισμένη σημασία, αφού πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή η οποία εξ ορισμού απαιτεί επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις και χωρίς δέσμευση από τη σειρά αρχαιότητας.
Στα ουσιαστικά προσόντα της ποιοτικής (βαθμολογικής) αξιολόγησης και της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στις προαγωγικές κρίσεις, η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων είναι και το καθοριστικό στοιχείο, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσας υστερούσε όλων στην αξιολόγηση, και των τρίτης και τετάρτου στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, η χρονική υπεροχή της έναντι της πρώτης κατά δύο έτη, αντισταθμίζεται από το ότι η θέση Προϊσταμένου καταστήματος που ανέλαβε η τελευταία είναι υπέρτερης ευθύνης από αυτήν της Υπεύθυνης Πελατείας που κατείχε η ενάγουσα.
Η υπεροχή της κατά 10 μήνες έναντι του δευτέρου στην ίδια θέση του Υπεύθυνου Πελατείας, δεν ήταν ικανή να προσδώσει σ' αυτήν την απαιτούμενη καταφανή υπεροχή έναντι αυτού, δεδομένου ότι αυτός είχε και δικαίωμα Β υπογραφής, που δεν έλαβε η ενάγουσα, ώστε να καταστήσει κατάφωρα άδικη την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, όπως πρωτοδίκως κρίθηκε.
Η υπεροχή της ως προς την γνώση της Αγγλικής γλώσσας και της δακτυλογραφίας δεν είναι σημαντική και οπωσδήποτε καταφανής. Με βάση, λοιπόν, τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας και των τεσσάρων προαχθέντων συναδέλφων της Α. Ζ., Ι. Κ., Ι. Κ. και Δ. Λ., που η ίδια πρότεινε προς σύγκριση, δεν προκύπτει καταφανής, υπεροχή αυτής έναντι εκείνων και ως εκ τούτου η παράλειψη προαγωγής της κατά τις κρίσεις της 1-7-2007 στον βαθμό του Τμηματάρχη Β δεν είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε την εν μέρει την αγωγή και έκρινε ότι η ενάγουσα υπερτερούσε καταφανώς του Ι. Κ., εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις γενομένου δεκτού του δευτέρου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παραλείφθηκε, εκ νέου να προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Β στις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2008, ενώ αντ' αυτής προήχθησαν, μεταξύ άλλων, οι προτεινόμενες προς σύγκριση, ομοιόβαθμες συνάδελφοί της, Φ.
Μ., Ε. Σ., Α. Σ. και Β. Φ., οι οποίες κατά το χρόνο της ένδικης προαγωγής, είχαν τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1)Η Φ. Μ., προσλήφθηκε στις 25-11-1988, ως απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, κατέχοντας τίτλο PROFICIENCY, λαμβάνει δε προς τούτο σχετικό επίδομα. Γνωρίζει δακτυλογραφία ελληνική. Εξελίχθηκε βαθμολογικά από 1-1-1989 Δόκιμος Λογιστής, από 1-1-1993 Βοηθός Λογιστής, από 1-1-1993, κατ' εκλογήν Υπολογιστής από 1-1-1995 και Λογιστής Β', από 1-7-1998, κατ' αρχαιότητα Λογιστής Α', κατ' εκλογήν Βοηθός Τμηματάρχη από 1-7-2001 και με πράξη Υποτμηματάρχης από 1-7-2001.
Τοποθετήθηκε στις 25-11-1988 και τέθηκε στη Διάθεση της Διευθύνσεως Διοικητικού, απ' όπου αποσπάσθηκε στις 2-10-1989 στο Κατάστημα …, στις 6-2-1992 στο Κατάστημα … ως υπάλληλος Συναλλάγματος και από 26-4-2000 ως Προϊστάμενη Καταθέσεων και από 15-12-2000 ως Προϊσταμένη Καταστήματος και Ταμειακών Συναλλαγών. Της χορηγήθηκε δικαίωμα Β' προσωρινής υπογραφής στο Κατάστημα …-, το πρώτον στις 11-12-1996, έκτοτε δε ελάμβανε δικαίωμα Β προσωρινής υπογραφής από 11-12-1996 και οριστικής Β υπογραφής από 26-4-2000.
Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο για το έτος 2001 7,2/10, για το 2002 7,2/10, για το 2003 8,7/10, για το 2004 8,7/10 και για τα έτη 2005, 2006 και 2007 "Άριστο". Συμμετείχε σε μία μετεκπαίδευση το έτος 2001 στο Μάρκετινγκ και Τεχνική Πωλήσεων. 2) Η Ε. Σ., προσλήφθηκε την 1-8-1986, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας και δακτυλογραφίας.
Συμμετείχε σε δύο μετεκπαιδεύσεις στο Εμπορικό Κολέγιο το έτος 1982 και στις Εγγυητικές Επιστολές το 1988. Εξελίχθηκε βαθμολογικά από 1-10-1986 Δόκιμος Λογιστής, κατ' αρχαιότητα από 1-1-1989 Βοηθός Λογιστής, κατ' εκλογήν από 1-1-1992 Υπολογιστής, από 1- 1-1994 Λογιστής Β, από 1-7-1996 Λογιστής Α, κατ' αρχαιότητα από 1-1-2002 Υποτμηματάρχης με valeur από 1-1-2001.
Τοποθετήθηκε την 1-8-1986 στο Κατάστημα …, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 20-8-1991 έως 10-9-1991 στο Σύλλογο Υπαλλήλων Ι.Λ.Τ.Ε. (χωρίς αυτή η απόσπασή της να επηρεάζει την περαιτέρω υπηρεσιακή της εξέλιξη), στις 3-1-1994 στην Περιφερειακή Διεύθυνση Β' Αθηνών αρχικά ως Γραμματέας και από 1-7-1997 ως Προϊσταμένη, από 1-3-2000 στη Διεύθυνση Καταστημάτων Αττικής ως Γραμματέας Διευθυντού Διευθύνσεως και από 19-10-2006 στην Διεύθυνση Καταστημάτων Αιγαίου και Κρήτης ως Γραμματέας Διευθυντού Διευθύνσεως.
Της χορηγήθηκε δικαίωμα υπογραφής Β προσωρινής, από 3-4-1996 και Β κανονικής από 1-7-1997. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2001 8,7/10, το έτος 2002 8,-7/10 το έτος 2003 8,6/10, το έτος 2004 8,6/10, και για. τα έτη 2006 και 2007 βαθμολογήθηκε με "Άριστο". 3)Η Α. Σ., προσλήφθηκε την 8-9-1986, ως απόφοιτος Λυκείου, δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας και δακτυλογραφίας.
Εξελίχθηκε βαθμολογικά από 1-10-1986 Δόκιμος Λογιστής, κατ' αρχαιότητα από 1-1-1989 Βοηθός Λογιστής, κατ' εκλογήν από 1-1-1991 Υπολογιστής, από 1-1-1993 Λογιστής Β', από 1-7-1995 Λογιστής Α', κατ' αρχαιότητα από 1-1-2002 Υποτμηματάρχης (με valeur από 1-7-2000). Τοποθετήθηκε την 8-9-1986 και τέθηκε στη διάθεση της Διευθύνσεως Διοικητικού, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα 15-9-1986 έως 29-11-1987 στο Γραφείο του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, από 30-11-1987 στο Γραφείο Διοικήσεως, από 4-9-1989 στην Διεύθυνση Πιστωτικής Πολιτικής, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 13-5-1991 έως 31-8-1991 στο Κατάστημα …-…, από 29-11-1993 στην Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως ως Γραμματέας, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 20-3-1997 έως 11-4-1997 στην Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων, από 14-4-1997 στην Περιφερειακή Διεύθυνση Β' Αθηνών ως Προϊσταμένη Γραμματείας, από 6-12-1999 στο Κατάστημα … ως υπάλληλος Εισαγωγών Εμπορικού, από 9-7-2001 στην Διεύθυνση Γενικών Λειτουργιών - Κέντρο Καταστημάτων, από 1-8-2001 στο Κατάστημα …, από 16-9-2002 στο Κατάστημα …, αρχικά ως υπάλληλος και από 6-8-2004 ως Υπεύθυνη Πελατείας Ιδιωτών.
Της χορηγήθηκε δικαίωμα υπογραφής Β προσωρινής από 1-11-1991 Β κανονικής, από 3-1-1994. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2003 8,8/10, το έτος 2004 5,9/10, για τα έτη 2005 και 2006 με "Ικανοποιητικό" και για το έτος 2007 με περαιτέρω υπηρεσιακή της εξέλιξη), στις 3-1-1994 στην Περιφερειακή Διεύθυνση Β' Αθηνών αρχικά ως Γραμματέας και από 1-7-1997 ως Προϊσταμένη, από 1-3-2000 στη Διεύθυνση Καταστημάτων Αττικής ως Γραμματέας Διευθυντού Διευθύνσεως και από 19-10-2006 στην Διεύθυνση Καταστημάτων Αιγαίου και Κρήτης ως Γραμματέας Διευθυντού Διευθύνσεως.
Της χορηγήθηκε δικαίωμα υπογραφής Β προσωρινής, από 3-4-1996 και Β κανονικής από 1-7-1997. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2001 8,7/10, το έτος 2002 8,7/10 το έτος 2003 8,6/10, το έτος 2004 8,6/10, και για. τα έτη 2006 και. 2007 βαθμολογήθηκε με "Άριστο". 3)Η Α. Σ., προσλήφθηκε την 8-9-1986, ως απόφοιτος Λυκείου, δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας και δακτυλογραφίας.
Εξελίχθηκε βαθμολογικά από 1-10-1986 Δόκιμος Λογιστής, κατ' αρχαιότητα από 1-1-1989 Βοηθός Λογιστής, κατ' εκλογήν από 1-1-1991 Υπολογιστής, από 1-1-1993 Λογιστής Β', από 1-7-1995 Λογιστής Α', κατ' αρχαιότητα από 1-1-2002 Υποτμηματάρχης (με valeur από 1-7-2000). Τοποθετήθηκε την 8-9-1986 και τέθηκε στη διάθεση της Διευθύνσεως Διοικητικού, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα 15-9-1986 έως 29-11-1987 στο Γραφείο του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, από 30-11-1987 στο Γραφείο Διοικήσεως, από 4-9-1989 στην Διεύθυνση Πιστωτικής Πολιτικής, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 13-5-1991 έως 31-8-1991 στο Κατάστημα …-…, από 29-11-1993 στην Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως ως Γραμματέας, απ' όπου αποσπάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 20-3-1997 έως 11-4-1997 στην Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων, από 14-4-1997 στην Περιφερειακή Διεύθυνση Β' Αθηνών ως Προϊσταμένη Γραμματείας, από 6-12-1999 στο Κατάστημα … ως υπάλληλος Εισαγωγών Εμπορικού, από 9-7-2001 στην Διεύθυνση Γενικών Λειτουργιών - Κέντρο Καταστημάτων, από 1-8-2001 στο Κατάστημα …, από 16-9-2002 στο Κατάστημα …, αρχικά ως υπάλληλος και από 6-8-2004 ως Υπεύθυνη Πελατείας Ιδιωτών.
Της χορηγήθηκε δικαίωμα υπογραφής Β προσωρινής από 1-11-1991 Β κανονικής, από 3-1-1994. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2003 8,8/10, το έτος 2004 5.9/10, για τα έτη 2005 και 2006 με "Ικανοποιητικό" και για το έτος 2007 με "Πολύ ικανοποιητικό". Συμμετείχε σε μία μετεκπαίδευση το έτος 1980. 4) Β. Φ., προσλήφθηκε την 8.8.1986, ως απόφοιτος Λυκείου και απόφοιτος του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών της Ιονικής Εκπαιδευτικής ,με ειδίκευση στις Τραπεζικές Εργασίες και λαμβάνει προς τούτο σχετικό επίδομα,, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα (CERTIFICATE) Εξελίχθηκε βαθμολογικά από 1-10-1986 Δόκιμος Λογιστής, κατ αρχαιότητα από 1-1-1989 Βοηθός Λογιστής, από 1-1-1993 Υπολογιστής, κατ' εκλογήν από 1-1-1995 Λογιστής Β από 1-7-1997 Λογιστής Α', κατ' αρχαιότητα από 1-1-2001 Βοηθός Τμηματάρχης και με πράξη Υποτμηματάρχης με valeur από 1-1-2000.
Τοποθετήθηκε στις 8-8-1986 στο Κατάστημα … αρχικά ως υπάλληλος Εισαγωγών Εμπορικού και ως υπάλληλος Καταθέσεων, από 1-2-1996 ως Προϊσταμένη Εμπορικού και από 12-6-2000 ως Προϊσταμένη Εισαγωγών, στις 26-11-2001 αποσπάσθηκε στο Κατάστημα … ως υπάλληλος και από τις 15-4-2002 υπηρετεί στο Κατάστημα … ως Υπεύθυνή Πελατείας Επιχειρήσεων.
Της χορηγήθηκε δικαίωμα υπογραφής Β προσωρινής, από 9-7-1992 και Β κανονικής από 1-2-1996. Βαθμολογήθηκε με μέσο όρο το έτος 2001 7,8/10, το 2002, 8,3/10, το 2003 8,4/10, το 2004 8,6/10 και για τα έτη 2005, 2006 και 2007 "Πολύ Ικανοποιητικό". Συμμετείχε σε 4 μετεκπαιδεύσεις τα έτη 1999 για Εγγυητικές επιστολές, 2000, 2001 για Πληροφορική και 2001 για Συνάλλαγμα.
Από την ανωτέρω αναλυτική παράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας με αυτών των προτεινομένων. προς σύγκριση συναδέλφων της, προκύπτει ότι: α) η ενάγουσα υπερτερεί ως προς όλες αναφορικά με την γενική αρχαιότητα, ισοδυναμεί με τις πρώτη και δεύτερη και υστερεί των λοιπών στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η οποία όμως, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο, αλλά έχει περιορισμένη σημασία, όπως προεκτέθηκε, β) είναι ισοδύναμη, ως προς τους τίτλους σπουδών με όλες τις συγκρινόμενες, πλην της τέταρτης, η οποία υπερτερεί της ενάγουσας, δεδομένου ότι τυγχάνει και απόφοιτος Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών, γ) είναι ισοδύναμη ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας με την τέταρτη, υπερτερεί αυτής η πρώτη που έχει ανώτερο τίτλο, ενώ υπερτερεί η ενάγουσα των λοιπών που δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας, δ) υστερεί ως προς όλες αναφορικά με τις μετεκπαιδεύσεις, σεμινάρια δεν προκύπτουν από τα ατομικά βιβλιάρια προς σύγκριση, υστερεί αναφορικά με τη βαθμολογία της πρώτης, της δεύτερης και της τέταρτης των συγκρινομένων, υπερτερώντας ελαφρώς της τρίτης συγκρινόμενης, στ) υστερεί ως προς τη χορήγηση δικαιωμάτων υπογραφής, ενώ, ζ) αναφορικά με την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, η οποία αποτελεί καθοριστικό στοιχείο, ως προεκτέθηκε, δεδομένου ότι πρόκειται για προαγωγές σε ανώτερη θέση της τραπεζικής ιεραρχίας, υστερεί όλων και ισοδυναμεί με την Τρίτη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι η ενάγουσα, δεν υπερτερούσε καταφανώς, ως προς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα των ως άνω αναφερομένων συναδέλφων της, η κρίση των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και κατά την παραπάνω προαγωγική κρίση, επίσης δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνακόλουθα δεν δικαιούται η ενάγουσα και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως εσφαλμένα κρίθηκε πρωτοδίκως, γενομένων δεκτών των πέμπτου και έκτου λόγων της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμων Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2006, λόγω της θέσης της ως Υπεύθυνης Πελατείας, ελάμβανε το ποσό των 230 ευρώ έως 30-6-2006 και το ποσό των 250 ευρώ έως 31-12-2006, το οποίο η εναγομένη κατέβαλε ως επίδομα για την εν λόγω θέση, κατόπιν εισηγητικής επιστολής προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και αντίστοιχης εγκριτικής απόφασης.
Το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2008, η ενάγουσα εργάστηκε ως υπάλληλος εισαγωγών πλην του διαστήματος από 29-1-2007 έως 2-3-2007 που αποσπάστηκε στο κατάστημα … ως υπάλληλος και απασχολήθηκε επικουρικά ως Υπεύθυνη πελατείας, όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση αξιολόγησης. Πλην όμως, για την επικουρική αυτή απασχόλησή της, η εναγομένη δεν κατέβαλε σχετικό επίδομα, αφού δεν υπήρξε σχετική εισηγητική επιστολή και εγκριτική απόφαση της ως άνω υπηρεσίας της για καταβολή επιδόματος θέσης, όπως υπήρξε για το προηγούμενο χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, αλλά και για το μεταγενέστερο από 1-7-2008, που ανέλαβε πάλι καθήκοντα Υπεύθυνης Πελατείας.
Συνεπώς, η εναγομένη δεν δικαιούται το σχετικό αιτούμενο ποσό των 4.860 ευρώ, όπως εσφαλμένα κρίθηκε πρωτοδίκως, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης. Κατόπιν αυτών η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται προφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι των συγκρινομένων δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντ, 57, 648, 652, 281 Α.Κ και άρθρα 3, 4, 9,10 παρ.2, παρ. 5 παρ.11 και 11 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.
Συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 2176/2009, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).
Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους παρακάτω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους είχε προτείνει παραδεκτά τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και οι οποίοι είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, ήτοι:
α) περί προσβολής της προσωπικότητας της εκ της μη προαγωγής, β) περί μη συνδρομής στο πρόσωπό της λόγου υπηρεσιακής στασιμότητας και γ) της υπηρεσιακής της επάρκειας, που αποδεικνύεται από τις συγχαρητήριες επιστολές προς το πρόσωπο της από πελάτες κλπ. Ο λόγος αυτός ως προς τα πρώτο και δεύτερο σκέλη είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο απάντησε:
α) στο περί προσβολής της προσωπικότητας αίτημα δεχόμενο ότι δεν υπήρξε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας αυτής, μη δικαιούμενη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β) έκρινε ότι οι προαγωγές στις ως άνω θέσεις ευθύνης γίνονταν κατ' εκλογή και ότι η ενάγουσα δεν είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την κατάληψη των θέσεων που ζητούσε και συνεπώς δεν δικαιούνταν επίδομα ευθύνης.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό κατά το τρίτο σκέλος, αυτός είναι απαράδεκτος διότι αυτός δεν αποτελεί "πράγματα",, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.10.2016, με ειδ. αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 935/07.11.2016, αίτηση της Χ. Ζ. του Ε. κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 330/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ