Legislator Case Law & Legislation
1645/2014 AI generated

1645/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1645/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1645/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Keywords

AI generated
traffic accident driving aptitude test motor vehicle liability insurance hit-and-run extreme speeding offence driving whilst disqualified
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1645 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1645/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπασίμο.

Των αναιρεσιβλήτων: Εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Μ. -Σ. Δ. ΟΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Σ. Τ., κατοίκου ... . Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2373/2005 μη οριστική και 5900/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2087/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2010 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του β' αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 14-12-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2087/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατά της 5900/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο κατά τη διάταξη της περί δικ. εξόδων (τα οποία το Εφετείο καθόρισε στο ποσό των 10.500 ευρώ) ενώ επικυρώθηκε κατά τα λοιπά η Πρωτόδικη απόφαση. Με αυτήν είχε απορριφθεί η ερειδόμενη στις περί πώλησης και αδικοπραξίας διατάξεις αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

II) Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).

III) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα μετά από συμφωνία με την πρώτη εναγομένη αγόρασε από την τελευταία στις 6-11-2000, το ... μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.. ZASTAVA YUGO 65 EFI, αντί τιμήματος 2.201,03 ευρώ, το οποίο και παρέλαβε αυθημερόν. Τον δεύτερο εναγόμενο που διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων, εγνώριζε η ενάγουσα ...

Ενόψει της συνεργασίας τους ... και της σχέσεως εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, όταν η ενάγουσα προτίθετο ν' αντικαταστήσει το., μεταχειρισμένο αυτοκίνητο της με άλλο μεταχειρισμένο, ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να της συστήσει., μάντρα αυτοκινήτων ... Τότε, της σύστησε την πρώτη εναγομένη εταιρεία.

Εν συνεχεία μαζί με την ενάγουσα επισκέφθηκαν το κατάστημα της πρώτης εναγόμενης, και εκεί είδαν το άνω αγορασθέν αυτοκίνητο, το οποίο έλεγξε ο δεύτερος εναγόμενος, το βρήκε σε καλή κατάσταση και να ανταποκρίνεται η κατάσταση του στα χρήματα που ζητούσε ως τίμημα η πρώτη εναγομένη και έτσι η ενάγουσα προχώρησε ...

στην αγορά και την παραλαβή του. Την επόμενη ημέρα της αγοράς η ενάγουσα επισκέφθηκε το συνεργείο του δευτέρου εναγομένου για να προβεί αυτός, όπως είχαν συμφωνήσει την προηγούμενη σε ένα μικρό σέρβις και τότε ο δεύτερος εναγόμενος είδε πιο προσεχτικά πλέον ότι το αυτοκίνητο δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα μηχανικό.

Μετά από λίγες ημέρες επισκέφθηκε το συνεργείο του δευτέρου εναγομένου εκ νέου η ενάγουσα για επισκευή κάποιου προβλήματος στο φλας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 19-12-2000 και περί ώρα 10:15', ένα περίπου μήνα μετά την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου, η ενάγουσα οδηγώντας αυτό έβαινε επί της οδού Μπακογιάννη στην Κηφισιά-Αττικής, με κατεύθυνση προς την οδό Κηφισίας.

Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης και τα εκατέρωθεν της πεζοδρόμια έχουν εύρος 2,5 μέτρων περίπου με φυτεμένα σ' αυτά πεύκα. Όταν η ενάγουσα βρισκόταν περίπου στο μέσο της οδού αυτής και είχε στο δεξί της μέρος τη μάντρα του νεκροταφείου της Κηφισιάς, αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο που κινείτο στο αντίθετο προς αυτήν ρεύμα κυκλοφορίας, να επιχειρεί να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα και να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας που κανονικώς έβαινε η ενάγουσα.

Στην προσπάθεια της να αποφύγει μια πιθανή μετωπική σύγκρουση, με το αυτοκίνητο που επιχείρησε την αντικανονική προσπέραση, και αιφνιδιασθείσα προφανώς, τροχοπέδησε απότομα ... και ταυτόχρονα κάνοντας αποφευκτικό ελιγμό, έστριψε το τιμόνι του αυτοκινήτου της προς τα δεξιά. Τότε λόγω της απότομης πέδησης σε συνδυασμό με την αποφευκτική στροφή προς τα δεξιά του τιμονιού το εν λόγω όχημα της ενάγουσας ανέβηκε στο παρακείμενο της οδού πεζοδρόμιο και προσέκρουσε βίαια σε πεύκο της οδού, που σταμάτησε βίαια την πορεία του.

Αυτή η βίαιη πρόσκρουση του αυτοκινήτου της ενάγουσας στο πεύκο είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφεί το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της και να υποστεί σωματικές βλάβες, ειδικότερα να τραυματισθεί βαριά αυτή στο κεφάλι κτυπώντας στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, τραυματισμός που επιτάθηκε, λόγω και του γεγονότος, ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν φορούσε κατά την στιγμή εκείνη την ζώνη ασφαλείας.

Η ενάγουσα ήδη από την πρώτη κατάθεση της που δόθηκε στους προανακριτικούς υπαλλήλους του τμήματος τροχαίας Κηφισιάς ένα μήνα μετά το άνω ατύχημα, ισχυρίστηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε σοβαρά ελαττώματα του αυτοκινήτου που της απέκρυψαν οι εναγόμενοι, αναφέροντας ειδικότερα ότι το εν λόγω όχημα είχε ράγισμα στο πάνω μέρος της μηχανής και ότι όταν απευθύνθηκε στον δεύτερο εναγόμενο που της έκανε σέρβις και τον έλεγχο αγοράς για το ράγισμα, που παρατήρησε, της είπε ότι αυτό είναι τελείως επιφανειακό και δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα.

Μετά από αυτήν της την κατάθεση, σε συνδυασμό με το εκδηλωθέν αίτημα της να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη στο όχημα της, η προανακριτική αρχή έκρινε σκόπιμη την διενέργεια της και διόρισε πραγματογνώμονα τον Π. Λ. διπλωματούχο μηχανολόγο μηχανικό, τον οποίο διέταξε να προβεί σε λεπτομερή τεχνικό έλεγχο του αυτοκινήτου για την διαπίστωση της δράσης και αξιοπιστίας του συστήματος πέδης και της ερμηνείας του ατυχήματος.

Ο εν λόγω διορισθείς, αφού εξέτασε το όχημα της ενάγουσας, συνέταξε την υπ' αριθ. Τ-03/01/4-4-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, στην οποία αναφέρει ότι η εκτροπή του οχήματος από την πορεία του δεν μπορεί να αποδοθεί σε τεχνικό πρόβλημα ή αναξιοπιστία του ίδιου του οχήματος, διότι δεν προέκυψαν στοιχεία προς αυτήν την κατεύθυνση και ότι δεν διαπιστώθηκε τεχνικό πρόβλημα λειτουργίας του συστήματος πέδης καθώς επίσης ότι η διαπίστωση του βαθμού δράσης του συστήματος πέδης δεν ήταν δυνατός, λόγω θραύσης της βάσης της κεντρικής αντλίας και κάνοντας κρίση περί των αιτίων της εκτροπής του οχήματος ανέφερε την γνώμη του ότι αυτή οφείλεται σε λανθασμένο χειρισμό της ενάγουσας.

Εν συνεχεία μετά την άνω πραγματογνωμοσύνη, η ενάγουσα ανέθεσε στις 26-9-2002 στον Ξ. Κ. διπλωματούχο Μηχανολόγο- ηλεκτρολόγο ΕΜΠ την διενέργεια ελέγχου των αιτίων του εν λόγω ατυχήματος και αυτός με την από Νοεμβρίου 2002 τεχνική του έκθεση έβγαλε το πόρισμα ότι οι λόγοι που προκάλεσαν την εκτροπή του οχήματος προς τα δεξιά είναι η δυσλειτουργία του υδραυλικού διακλαδωτήρα που τροφοδοτεί τους οπίσθιους τροχούς και τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό, οι οποίοι όπως φαίνεται δεν είχαν τις προβλεπόμενες αλλά και απαιτούμενες από τον κατασκευαστή πιέσεις, ενώ η κεντρική αντλία των φρένων λειτουργούσε κανονικά και ότι ο διακλαδωτήρας αυτός δυσλειτουργούσε τουλάχιστον από την ημέρα αγοράς του οχήματος και θα έπρεπε και ο πωλητής αλλά και ο τεχνικός που έκανε τον έλεγχο του οχήματος να είχαν αποκαταστήσει αυτήν την δυσλειτουργία.

Ενόψει των δύο αυτών αντικρουόμενων μεταξύ τους τεχνικών εκθέσεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη δυνάμενο να αποφασίσει σχηματίζοντας πλήρη δικανική πεποίθηση για το γεγονός αν λόγω τεχνικών προβλημάτων του ή όχι το εν λόγω όχημα εξετράπη της πορείας του, και λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων επιστήμης και τέχνης, που απαιτούντο για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, με την 2373/2005 απόφαση του διέταξε την διενέργεια δικαστικής πλέον πραγματογνωμοσύνης, διόρισε δε ως πραγματογνώμονα τον Ι.

Δ., μηχανολόγο μηχανικό ΤΕ, στον οποίο έδωσε την διαταγή, αφού λάβει υπόψη του τις άνω τεχνικές εκθέσεις και εξετάσει το ίδιο το όχημα, α) να αποφανθεί αν το σύστημα πέδησης του, κατά τον χρόνο επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, παρουσίαζε τεχνικά προβλήματα στα οποία θα μπορούσε να αποδοθεί η εκτροπή του προς τα δεξιά, μετά από πέδηση, β) αν ο διακλαδωτήρας του οχήματος λειτουργούσε κανονικά και ειδικότερα αν οι πιέσεις που έφθαναν στους οπίσθιους τροχούς και στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματος από την κεντρική αντλία ήταν οι προβλεπόμενες από τον κατασκευαστή, και σε αρνητική περίπτωση, αν η εν λόγω δυσλειτουργία, σε περίπτωση πέδησης, έχει ως αποτέλεσμα την εκτροπή της ευθείας πορείας του οχήματος προς τα δεξιά και τέλος, γ) αν ο έλεγχος της κατανομής των υδραυλικών πιέσεων στους τροχούς ενός οχήματος, αποτελεί αναγκαίο μέτρο, του λεγομένου "ελέγχου του συστήματος πέδησης" του οχήματος.

Μετά την όρκιση του, ο εν λόγω πραγματογνώμονας, επισκέφθηκε την διεύθυνση όπου θα εύρισκε το όχημα, πλην όμως δεν το βρήκε και τότε του ανακοινώθηκε από την πλευρά της ενάγουσας ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είχε κλαπεί και δεν είναι δυνατόν να ανευρεθεί. Έτσι αυτός συνέταξε την πραγματογνωμοσύνη του βασισθείς κυρίως στις δύο προαναφερθείσες τεχνικές εκθέσεις και ως προς τα δύο πρώτα άνω αναφερθέντα ερωτήματα, εφόσον δεν κατέστη δυνατόν να βρει το ίδιο το αυτοκίνητο και να το ελέγξει προκειμένου να αποφανθεί γι' αυτά (ερωτήματα), αυτός περιορίστηκε να αναφέρει εκ νέου τα συμπεράσματα των άνω δύο τεχνικών εκθέσεων.

Ως προς το τρίτο δε ερώτημα, που είχε περισσότερο θεωρητική αξία απάντησε, αλλά η απάντηση του αυτή είναι άνευ αντικειμένου για την παρούσα δίκη, αφού λόγω μη ανευρέσεως του οχήματος δεν μπόρεσε να διαπιστώσει τα προεχόντως ενδιαφέροντα την παρούσα δίκη ζητήματα αν δηλαδή το σύστημα πέδησης του εν λόγω οχήματος παρουσίαζε τεχνικά προβλήματα και περαιτέρω, αν οι πιέσεις, που έφθαναν στους οπίσθιους τροχούς και στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό από την κεντρική αντλία ήσαν οι προβλεπόμενες από τον κατασκευαστή.

Και το δικαστήριο τούτο πράγματι κρίνει ότι, για τα άνω ερωτήματα, που έχουν μεγάλη σημασία για την ουσιαστική εξακρίβωση της αλήθειας των ισχυρισμών της ενάγουσας, χρειάζονται λίαν εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τις οποίες το δικαστήριο λόγω και της εξαφάνισης του αυτοκινήτου δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλέον και να σχηματίσει, πέραν πάσης αμφισβήτησης, πλήρη δικανική πεποίθηση, που απαιτείται στην παρούσα διαδικασία, για τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η ένδικη αγωγή.

Ειδικότερα το δικαστήριο από τα υπάρχοντα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι δηλαδή η εν λόγω εκτροπή του οχήματος της ενάγουσας προς τα δεξιά οφείλεται πράγματι σε τεχνικά προβλήματα του συστήματος πέδησης αυτού και ότι ο διακλαδωτήρας του οχήματος επίσης δεν λειτουργούσε και συνεπεία αυτού του τελευταίου γεγονότος εξετράπη το όχημα προς τα δεξιά, γεγονότα που κατά τα ανωτέρω δεν μπορεί πλέον να διακριβώσει με διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, λόγω κλοπής του οχήματος.

Αντιθέτως, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ενισχύεται περισσότερο η κρίση του ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε απότομο και υπερβολικό, για την συγκεκριμένη περίπτωση, αποφευκτικό ελιγμό της ενάγουσας λόγω και του αιφνιδιασμού της, που αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον η ενάγουσα που έχει και το απέδειξε πρωτίστως τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, ότι δηλαδή το ένδικο ατύχημα, με τις όποιες συνέπειες στην υγεία της, οφείλεται σε δόλια απόκρυψη, εκ μέρους των εναγομένων, ελαττωμάτων του πωληθέντος σ' αυτήν αυτοκινήτου και όχι σε δική της υπαιτιότητα κατά την οδήγηση του.

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο που με τις ίδιες αιτιολογίες, οι οποίες επιτρεπτώς συμπληρώνονται με τις παρούσες απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα - ενάγουσα., είναι αβάσιμα".

IV) Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη των νομικών κανόνων που εφάρμοσε και ειδικότερα: α) ως προς την αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων στο πωληθέν αυτοκίνητο, τα οποία οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι γνώριζαν και συνειδητά απέκρυψαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προκειμένου να την εξαπατήσουν και να αγοράσει το αυτοκίνητο, με συνέπεια την επέλευση του ατυχήματος και β) ως προς την αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι το τροχαίο ατύχημα επήλθε λόγω ελαττώματος του οχήματος.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επίσης αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση και πάλι του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., παραπονείται ότι το Εφετείο παρέλειψε να εκθέσει αν η 1η αναιρεσίβλητη (πωλήτρια) αποκατέστησε ή όχι τη ζημία του αυτοκινήτου κατόπιν υπόδειξης του 2ου αναιρεσίβλητου, όπως και αν ο 2ος αναιρεσίβλητος αποκατέστησε ή όχι τη βλάβη του αυτοκινήτου κατά τις επανειλημμένες επισκέψεις αυτής (αναιρεσείουσας) στο συνεργείο του.

Και αυτό, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτής ότι διαπιστώθηκε βλάβη ή ζημία του εν λόγω αυτοκινήτου προϋπάρχουσα του ατυχήματος. Τέλος, οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παρέλειψε να αναφέρει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο ...

το ύψος του πεζοδρομίου ... τους λόγους και τους παράγοντες εκείνους, που απέκλεισαν, ... ως αιτίας του ατυχήματος το φαινόμενο της μεγάλης περιστροφής ..." ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς, υπό την επίκληση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, πλήττεται απαραδέκτως, η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2010 αίτηση της Α. Χ. για αναίρεση της 2087/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ