Legislator Case Law & Legislation
1645/2012 AI generated

1645/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1645/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1645 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1645/2012

Legislator headnote

AI generated

1645/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1645 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1645/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1645 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1645/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Θ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., 5) Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., 6) Π. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 7) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 8) Β. Ν. του Α., κατοίκου ..., 9) Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 10) Δ. - Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 11) Ε. - Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 13) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 14) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 15) Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 16) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 17) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 19) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 20) Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 21) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 22) Ρ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 23) Α. Φ. του Β., κατοίκου ..., 24) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 25) Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 26) Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 27) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ... και 28) Γ. Θ. του Γ., κατοίκου ... . Οι 1η, 2ος, 3η, 4η, 5η, 6ος, 8η, 9η, 10η, 11η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18ος, 19η, 21ος, 22η, 23η, 24ος, 25η, 27ος και 28η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σαφαρή και η 26η παραστάθηκε με τον ίδιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι 7ος, 12ος, 13η και 20η των αναιρεσειόντων παραιτούνται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4806/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 15-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 294, 295§1, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573§1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως μπορεί να γίνει χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 20/1999).

Εν προκειμένω, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως ο παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσείοντων: Χ. Π., Ν. Π., Χ. Α. και Μ. Τ. (έβδομος, δωδέκατος, δέκατη τρίτη και εικοστή αντίστοιχα), Αθανάσιος Σαφαρής με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4806/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτούς. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε από τους ως άνω αναιρεσείοντες.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου" συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3, 4/2007). Εξάλλου ο ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού από 1-1-1996, ορίζει ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας, κατ' αρχήν, παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχοντο στο ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", στο άρθρο 86 παρ. 2 ότι "1. ... 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου ... παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που αφορά σε περιοδικές παροχές ... παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής". Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος ορίζει στο άρθρο 90 ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. ... 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της". Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995, προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξ αιτίας παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για την θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η προβλεπομένη από την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), για τις ως άνω μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό. Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθρου 48§3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών (ΑΕΔ 1/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές πρωτοδικείο δικάζοντας ως Εφετείο έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων: Α. Κ., Θ. Σ., Χ. Μ., Ε. Α., Ε. Μ., Π. Ν., Β. Ν., Ε. Β., Δ. Σ. Κ., Ε. Σ. Μ., Ε. Κ., Α. Λ., Ε. Κ., Κ. Τ., Δ. Κ., Π. Π., Χ. Μ., Ρ. Κ., Α. Φ., Χ. Κ., Κ. Κ., Π. Μ., Ι. Τ. και Γ. Θ., οι οποίοι τυγχάνουν υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου συνδεόμενοι με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για καταβολή της ειδικής πρόσθετης αμοιβής του ν. 2470/1997 και για το χρονικό διάστημα μέχρι και την 31-12-2004 έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 αφού η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 22-12-2006, και ως εκ τούτου κατά την άσκηση αυτής είχε παρέλθει διετία από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις τους. Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ορθά έκρινε ότι ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995, την οποία και εφάρμοσε, και ότι αυτή δεν αντίκειται στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 4§1, 2§1, 25§1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974, 2§3 α' και β', 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 18-3-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4806/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τους αναιρεσείοντες, Χ. Π., Ν. Π., Χ. Α. και Μ. Τ.

Απορρίπτει την από 18-3-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων: Α. Κ., Θ. Σ., Χ. Μ., Ε. Α., Ε. Μ., Π. Ν., Β. Ν., Ε. Β., Δ. - Σ. Κ., Ε. - Σ. Μ., Ε. Κ., Α. Λ., Ε. Κ., Κ. Τ., Δ. Κ., Π. Π., Χ. Μ., Ρ. Κ., Α. Φ., Χ. Κ., Κ. Κ., Π. Μ., Ι. Τ. και Γ. Θ., για αναίρεση της 4806/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ