Legislator Case Law & Legislation
1645/2007 AI generated

1645/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1645/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2001 αγωγή της Ψ3, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 99/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 345/2005 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του και τους από 13 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και ο 1ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 10 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1645/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα ως προς τις τελευταίες πρέπει να λεχθεί ότι η παράλειψη του Εφετείου να διευκρινίσει ποιες από τις βεβαιώσεις αυτές ελήφθησαν μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και ποιες είχαν χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη και λαμβάνονται υπόψη στην προκείμενη ως δικαστικά τεκμήρια δεν καθιστά αμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη το περιεχόμενο όλων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1645 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1645/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στεφανάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1 και 2)Ψ2 , ως κληρονόμων και υποκαταστάτων διαδίκων της αποβιωσάσης την 11-6-2006 αναιρεσίβλητης μητέρας των Ψ3. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη και ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2001 αγωγή της Ψ3, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 99/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 345/2005 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του και τους από 13 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και ο 1ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 10 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ΄αυτή, επιδόθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ'αριθμ. ........... και .......... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας .................. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου αυτού.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα σε επικυρωμένο αντίγραφο ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι οποίες εκτιμώνται μόνες τους και σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά τον λόγο γνώσης και τον βαθμό αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, των με αριθμούς ........, .........., ........., ..........., ........., ..........

ενόρκων βεβαιώσεων του συμβολαιογράφου Ικαρίας Σταμ. Κέφαλου, ........ ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Ασημίνας Ψημμένου, των ενόρκων καταθέσεων με αριθμούς 16243/12-110-2005 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ........ και ......... του συμβολαιογράφου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας Ηλία Τριπουλά, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νόμιμη κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔικ κλήτευση της αντιδίκου, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των αυτών διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, των επικαλουμένων και νόμιμα προσκομιζομένων λοιπών εγγράφων, τα οποία χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια".

Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε 1) τα πιστοποιητικά ήτοι α) του εργαστηρίου κλινικών εξετάσεων ενδοκρινολογίας με Διευθυντή τον ......... β) του κέντρου για τα μεταβολικά νοσήματα των οστέων (Congress 39 Πασαντένα Καλλιφόρνια P1105) και γ) του Θεραπευτηρίου "Υγεία" και 2) το περιεχόμενο όλων των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων.

Ειδικότερα ως προς τις τελευταίες πρέπει να λεχθεί ότι η παράλειψη του Εφετείου να διευκρινίσει ποιες από τις βεβαιώσεις αυτές ελήφθησαν μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και ποιες είχαν χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη και λαμβάνονται υπόψη στην προκείμενη ως δικαστικά τεκμήρια δεν καθιστά αμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη το περιεχόμενο όλων.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναιρετέα είναι η απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, μεταξύ άλλων, και όταν διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες. Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν εφάρμοσε ορθώς το νόμο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, καθώς και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα προβάλλεται η αντίφαση με τον μεν πρώτο από τους λόγους αυτούς (τρίτο λόγο του αναιρετηρίου) ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι υπήρχαν καταθέσεις σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς επ' ονόματι της εναγομένης Ζ1 και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που παρείχαν κατά νόμο το δικαίωμα αναλήψεων σε κάθε μια από αυτές αυτοτελώς, αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι η τελευταία ενάγουσα) επί μια εικοσαετία δεν ανέλαβε κανένα ποσό από τους λογαριασμούς αυτούς, με τον δε δεύτερο (τέταρτο πρόσθετο λόγο) ότι η κρίση της ότι το αίτημα να αναγνωρισθεί η ενάγουσα συνδικαιούχος της Ζ1, στους τραπεζικούς λογαριασμούς της σε ελληνικές τράπεζες είναι βάσιμο αντιφάσκει προς την κρίση της ότι το "ταυτόσημο", όπως χαρακτηρίζεται, αίτημά της να αναγνωρισθεί συνδικαιούχος μετοχών που είχε η Ζ1 στις .............

της Αμερικής είναι αβάσιμο. Υπό τα εκτιθέμενα όμως και στις δυο αυτές περιπτώσεις δεν υπάρχει αντιφατικότητα κατά την ανωτέρω έννοια και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθίαν, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο εφετείο η αοριστία της αγωγής, είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 5, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην, αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, ιδρύεται μόνον επί αναρμοδιότητας του δευτεροβάθμιου και όχι του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 5, προβάλλεται αιτίαση στηριζόμενη στην υπόθεση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τέλος, με τον ίδιο λόγο, γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις.

Επομένως και κατά τούτο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 568 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος (Ολ.

ΑΠ 1/1995, 57/1990) καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως οι πραγματικές παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που το δικαστήριο δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, γιατί η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

ΑΠ 32/1996 Ελλ. Δ/νη 38 σελ. 33). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, δεδομένου ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται το ζήτημα και η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, να διαλαμβάνονται οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου και ειδικότερα αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας να γίνεται μνεία της ελλείψεως αυτής, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία να αναφέρεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (Ολ ΑΠ 32/1996).

Η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 27/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 211 επ., 216, 713 ΑΚ και 96 επ.

ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένως δεν απέρριψε την αγωγή καθόσον στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, αφού αυτός ενήργησε όχι στο δικό του όνομα, αλλ' ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της Ζ1. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Διότι δεν αναφέρει τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την παθητική νομιμοποίησή του, ήτοι δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) νομιμοποιείται παθητικώς, καθώς επίσης δεν αναφέρει ούτε την καταγνωσθείσα εις βάρος του έννομη συνέπεια, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό.

Επιπλέον, καθόσον αφορά την επικαλούμενη εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, αλλ' επαναλαμβάνονται απλώς οι όροι "του νόμου για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου, ήτοι λέγεται ότι η απόφαση διέλαβε "ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στερήσασα εαυτήν νόμιμης βάσης".

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι δε πλήρης ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο και να παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενό του, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το ............ ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ικαρίας Ηλία Τριπουλά. Ενώ όμως παρατίθεται κατά λέξη το αληθές περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, συνιστάμενο στη δήλωση της Ζ1 ότι δίνει το δικαίωμα, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον Χ1 να κάνει ανάληψη χρημάτων από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς της και να καταθέσει αυτά σε νέους λογαριασμούς στο όνομα της εντολέως μόνο, δεν αναφέρεται ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει αυτό.

Η έλλειψη δε αυτή δεν αναπληρώνεται με την ασαφή δήλωση ότι το Εφετείο "δέχεται ως περιεχόμενό του ολοφάνερα το αντίθετο του αληθινού". Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/4/2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 345/2005 αποφάσεως του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου Ψ1, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ