Supreme Court suspends appeal hearing pending Full Bench ruling on force majeure in Cyprus bank restructuring case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding a Cyprus bank's liability for financial losses suffered by clients. The bank argued that the 2013 nationalization and subsequent asset conversion constituted force majeure, breaking the causal link between the bank's actions and the clients' damages. However, the court noted this exact legal issue had already been referred to the Full Bench for a final decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 249 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend an appeal hearing to avoid contradictory rulings when a critical legal issue has already been referred to the Full Bench.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1644/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Α., 2) Β. συζύγου Ι. Α., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δομίνικο Αρβανίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3290/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2315/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 8-4-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρ. 2315/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 29-10-2018 έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αρ. 3290/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η από 20-7-2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας), εξαφάνισε την απόφαση αυτή, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα ποσά των 241.399,50 ευρώ, ως αποζημίωση και 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλέον των νομίμων τόκων, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, συνισταμένης σε εκ προθέσεως παράσταση σε αυτούς ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της, που οδήγησαν σε παραπλάνησή τους και λόγω της παράνομης και υπαίτιας παραλείψεως εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της να τηρήσουν τη γενική υποχρέωση συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας των αναιρεσιβλήτων ως πελατών της αναιρεσείουσας τράπεζας.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και επομένως, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας.
Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.
Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα :
<<... ...Ο πρώτος ενάγων είναι ιατρός χειρούργος οφθαλμίατρος και η σύζυγός του δεύτερη ενάγουσα ιατρός καρδιολόγος. Ο πρώτος ενάγων είχε το Μάιο του 2009 τοποθετήσει το ποσό των 250.000 ευρώ σε ομόλογα έκδοσης της εναγομένης με την ονομασία "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου". Επρόκειτο για ομόλογα αέναης διάρκειας, για τα οποία η εναγομένη θα απέδιδε ανά εξάμηνο τόκο με σταθερό επιτόκιο 5,5 % για τα πρώτα πέντε έτη και εν συνεχεία κυμαινόμενο ίσο με το Euribor 6 μηνών πλέον 3%.
Τα ομόλογα ήταν διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) και στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και ο κάτοχός τους μπορούσε να τα ρευστοποιήσει στο χρηματιστήριο. Επίσης, έδιναν το δικαίωμα στον κάτοχό τους να ζητήσει από την τράπεζα να τα μετατρέψει σε μετοχές της σε δύο προκαθορισμένες περιόδους και προ της παρέλευσης πενταετίας από την έκδοσή τους.
Τον Μάιο του 2011 η εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα, αποστέλλοντάς του προτυπωμένη αίτηση εγγραφής μαζί με την από 20.4.2011 ενημερωτική επιστολή, να επενδύσει σε ένα νέο προϊόν εκδόσεώς της, το οποίο ονομαζόταν "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ). Όπως προέκυπτε από το από 5.4.2011 ενημερωτικό δελτίο που υποχρεωτικά κατά το Ν. 3401/2005 εξέδωσε η εναγομένη, επρόκειτο και πάλι για ομόλογα αέναης διάρκειας, για τα οποία η εναγομένη θα απέδιδε ανά εξάμηνο τόκο με σταθερό επιτόκιο 6,5 % για τα πρώτα πέντε έτη και εν συνεχεία κυμαινόμενο ίσο με το EuHbor 6 μηνών πλέον 3%.
Ο τόκος υπολογιζόταν επί του επενδυμένου κεφαλαίου, ανεξαρτήτως της τιμής διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο και ο κάτοχος είχε το δικαίωμα μετά την παρέλευση πενταετίας από την αγορά τους να ζητήσει από την τράπεζα να τα μετατρέψει σε μετοχές της σε συγκεκριμένες περιόδους. Η τράπεζα είχε το δικαίωμα την πρώτη πενταετία και στις προκαθορισμένες περιόδους μετατροπής να τα εξαγοράσει από τον Κάτοχο στην ονομαστική τους αξία, ανεξαρτήτως της χρηματιστηριακής τους αξίας.
Ο κάτοχος μπορούσε να τα πουλήσει χρηματιστηριακώς. Σύμφωνα με τους όρους έκδοσης, προβλεπόταν υποχρεωτική μετατροπή του προϊόντος σε συνήθεις μετοχές, σε περίπτωση "γεγονότος έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου" ή "γεγονότος βιωσιμότητας". Γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου θεωρείτο ότι θα είχε επισυμβεί όταν η Τράπεζα έδινε σχετική ειδοποίηση είτε (Ι) ότι το ύψος των βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της - Core Tier Ι Ratio (πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του συστήματος κεφαλαιακής μέτρησης (Basel Capital Accord) Βασιλείας ΙΙΙ, ή των κοινών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων - Common Equity Tier 1 Ratio (κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ) είναι χαμηλότερο του 5% ή ΙΙ) όταν η ΚτΚ θα καθόριζε ότι η τράπεζα βρισκόταν σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας.
Γεγονός βιωσιμότητας οριζόταν (ι) οποτεδήποτε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έκρινε, ότι η υποχρεωτική μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους, δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε γεγονός βιωσιμότητας, ήταν αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συνέβαλε στη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή (ιι) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έκρινε ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή την αποφυγή ενδεχομένου πτώχευσής της ή δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.
Επομένως, επί προαιρετικής ή υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκων, η εναγομένη δεν θα προέβαινε στην καταβολή μερίσματος ή σε οποιαδήποτε έτερη πληρωμή σχετικά με τις συνήθεις μετοχές ή άλλες αξίες της, που θα λογίζονταν, ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Ο ενάγων αποδέχτηκε την πρόταση και την 10.5.2011 μετέτρεψε 211.560 ΜΑΚ (όσα δηλαδή του είχαν απομείνει από τα 250.000 ΜΑΚ που είχε αγοράσει το έτος 2009 κατά τα ανωτέρω) σε ΜΑΕΚ, επιπροσθέτως δε αγόρασε ακόμη 179.000 ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το ποσό των 179.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά έγινε κάτοχος 390.560 ΜΑΕΚ.
Περαιτέρω, την 16.5.2011 μετέτρεψε σε ΜΑΕΚ και το ποσό των 118.629 δολαρίων ΗΠΑ, αφού προηγουμένως το μετέτρεψε στο ισόποσο 92.239 ευρώ. Έγινε συνεπώς κάτοχος 482.799 ΜΑΕΚ. Συνδικαιούχος των ΜΑΕΚ έγινε αργότερα η σύζυγός του δεύτερη ενάγουσα, η οποία εισήλθε ως συνδικαιούχος στην επενδυτική μερίδα του πρώτου ενάγοντος.
Εξάλλου, η συνεχής επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας Ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδεινώσεως των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010 αύξησε την έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ.
μέχρι του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ευρώ (2.400.000.000 €), ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής ανέρχονταν σε δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ (2.500.000.000 €), με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εναγομένη να ανέρχεται σε ποσοστό 80%, περαιτέρω δε, δεν έλαβε μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού υπερέκθεσής της στα Ο.Ε.Δ.
Έτσι, η ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 στο ποσόν των 529.513.000 ευρώ. Ωστόσο, η εναγομένη απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ. στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις (καθ' όσον τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον Δείκτη Tier Core 1), αποκρύπτοντας σκόπιμα την πραγματική οικονομική της κατάσταση, αλλά αντιθέτως επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο των σύνθετων αυτών επενδυτικών προϊόντων (Μ.Α.Ε.Κ.), τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επενδύσεώς τους.
Ειδικότερα, γνωρίζοντας η εναγομένη τη σπουδαιότητα της επιτυχούς κάλυψης της έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ. στο σύνολό τους, εκμεταλλεύτηκε την προνομιακή πληροφόρηση που είχε σε σχέση με τον πρώτο ενάγοντα επενδυτή, την ισχυρή οργανωτική και λειτουργική της υποδομή και τη δυνατότητα διείσδυσης στην περιουσιακή του σφαίρα, αφού γνώριζε ότι αυτός ήδη ήταν πελάτης της και κάτοχος του παλαιότερου προϊόντος Μ.Α.Κ.
και με ελλιπή και παραπλανητική ενημέρωση και σύσταση, τον έπεισε μέσω του αρμόδιου υπαλλήλου της, του υποκαταστήματος της στο Χαλάνδρι, Δ. Τ., αλλά και των λοιπών υπαλλήλων του υποκαταστήματος αυτού, δολίως να τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις του στα Μ.Α.Ε.Κ. , χωρίς όμως να προβεί στον αναγκαίο έλεγχο καταλληλότητας αυτού με τα συγκεκριμένα προϊόντα και χωρίς να τον ενημερώσει για τους παραπάνω λεπτομερώς αναφερόμενους κινδύνους.
Συγκεκριμένα, η διοίκηση της εναγομένης, με στόχο την καλύτερη και αποδοτικότερη προώθηση των εν λόγω προϊόντων, συνέστησε στους αρμοδίους για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων υπαλλήλους της να απευθυνθούν σε πελάτες των καταστημάτων, μετόχους της εναγομένης ή μη αλλά και στους προθεσμιακούς καταθέτες.
Ακολούθησε η αποστολή στα κατά τόπους καταστήματα κάποιων απαραίτητων ενημερωτικών εγγράφων με συχνές ερωτήσεις και απαντήσεις σε σχέση με την έκδοση του μετατρέψιμου ομολόγου καθώς και με τα επιχειρήματα πώλησης αυτού, ενώ ταυτόχρονα προγραμματίστηκαν συναντήσεις και ενημερώσεις με τηλεδιάσκεψη μέσω της εφαρμογής Centra, που επιτρέπει τη σύγχρονη διάδραση των συμμετεχόντων με ήχο και βίντεο.
Στις ενημερώσεις αυτές δινόταν έμφαση στα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου προϊόντος για τους πελάτες, καθώς και στο προφίλ των πελατών που θα έπρεπε να προσεγγίσουν, όπως επενδυτές και καταθέτες, που θα δέχονταν να δεσμεύσουν τα χρήματα τους για κάποια χρόνια, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις, από τις συνήθεις καταθέσεις, όπως επιτόκιο 6,5%.
Επιπλέον αναφέρθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης ότι αυτοί θα έπρεπε να τονίζουν στους υποψήφιους αγοραστές εκείνα τα πλεονεκτήματα του προϊόντος που θα τους οδηγούσαν στην αγορά του, όπως το γεγονός ότι αυτοί θα απολάμβαναν την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, με υψηλό επιτόκιο και την εξάμηνη απόληψη των τόκων.
Ακόμη, τους είχαν δώσει σαφείς οδηγίες να "σπάνε" τις προθεσμιακές καταθέσεις χωρίς ποινή για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν και δεν είχε λήξει η προθεσμιακή τους κατάθεση. Στα πλαίσια της ως άνω ακολουθούμενης πολιτικής, αρχές του Μαΐου του 2011 ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δ. Τ. επικοινώνησε με τον πρώτο ενάγοντα, με σκοπό να τον πείσει να μετατρέψει τα ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ και να επενδύσει και νέα κεφάλαια σ' αυτά.
Για να το πετύχει αυτό, του παρουσίασε τα νέα ομόλογα ως μία χαμηλού ρίσκου επένδυση, ως ένα ιδιαίτερα επωφελές προϊόν, ενημερώνοντάς τον ότι δεν θα του επιβαλλόταν ποινή εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης της προθεσμιακής του κατάθεσης. Έτσι πείστηκε κατά τα ανωτέρω να διαθέσει συνολικά 211.560 ευρώ από μετατροπή προγενέστερων ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ και την επιπρόσθετη τοποθέτηση 179.000 ευρώ που μέχρι τότε είχε σε προθεσμιακή κατάθεση καθώς και 118.629 USD.
Προς πιστοποίηση της συνάψεως της ως άνω συμβάσεως αγοράς Μ.Α.Ε.Κ. από μέρους του πρώτου ενάγοντος εκδόθηκε από την εναγομένη το αντίστοιχο αποδεικτικό συμμετοχής του στην έκδοση των ΜΑ.Ε.Κ., στα οποία διαλαμβανόταν το επενδυθέν εκεί από τον ενάγοντα κεφάλαιο. Σε προδιατυπωμένο εκ μέρους της εναγομένης όρο της συμβάσεως αυτής, όπου όμως, δεν μνημονευόταν οποιοδήποτε ακριβές χαρακτηριστικό της φύσης των Μ.Α.Ε.Κ., ώστε να δύναται ο πρώτος ενάγων να την αντιληφθεί, αναφερόταν, εντούτοις ότι αυτός βεβαίωνε πως διαθέτει τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επενδύσεώς του στα Μ.Α.Ε.Κ.
και δήλωνε ότι αφενός αποδέχεται τους όρους έκδοσης και τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο από 05-04-2011 σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης και αφετέρου ότι δεν του είχε παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την εναγομένη, οποιοδήποτε υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα ΜΑ.Ε.Κ και την απόφαση του ενάγοντος να υποβάλει αίτηση εγγραφής σε αυτά.
Όμως στην πραγματικότητα, ουδέποτε παραδόθηκε στον ενάγοντα το ως άνω ενημερωτικό φυλλάδιο, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν το είχε ο ενάγων αναγνώσει προσεκτικά, δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσει τη λειτουργία του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος (Μ.Α.Ε.Κ.). Τούτο δε, διότι, όπως προεκτέθηκε, τα εν λόγω ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetua1 bonds) δεν ήταν απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds, ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, να αποδίδουν μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε ακόμη και τον πιο έμπειρο επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους, στον οποίο, σαφώς και δεν περιλαμβανόταν ο πρώτος ενάγων, o οποίος δεν είχε χαρακτηρισθεί, ως επαγγελματίας επενδυτής και δεν αντιλήφθηκε σε όλη της την έκταση, τη νέα επένδυση, εμπιστευθείς τις συμβουλές των υπαλλήλων του υποκαταστήματος Χαλανδρίου της εναγομένης.
Η τελευταία ισχυρίζεται ότι ο πρώτος ενάγων είχε επαρκή επενδυτική εμπειρία, ικανή για να κατανοήσει πλήρως τους κινδύνους της επίδικης επένδυσης. Στηρίζει τον ισχυρισμό της αυτό στο γεγονός ότι ήδη πριν την έναρξη της συνεργασίας του με αυτήν το 2008 διέθετε επενδυτική μερίδα στο ΧΑΑ συνεργαζόμενος με τη χρηματιστηριακή εταιρία "Εθνική Π και Χ Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ", ότι είχε επενδύσει στο παρελθόν σε Ο.Ε.Δ.
ποσό 50.791 ευρώ καθώς και σε μετοχές της ιδίας της εναγομένης και της ΕΤΕ ύψους 43.030,45 ευρώ περίπου, καθώς και σε εταιρικό ομόλογο της εταιρίας GAZ CAPITAL ποσού 49.094,21 ευρώ. Από τις ανωτέρω επενδυτικές κινήσεις ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ούτε συστηματική ενασχόληση του πρώτου ενάγοντος με πολύπλοκες χρηματιστηριακές συναλλαγές, ούτε ειδική γνώση και εκπαίδευση στην επιλογή επενδυτικών προϊόντων, ούτε επιδίωξη εκ μέρους του τοποθέτησης κεφαλαίων σε υψηλού ρίσκου επενδύσεις με σκοπό αποκόμισης υψηλού κέρδους ούτε ότι υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου επενδυτή ούτε ότι ήταν κατάλληλος για το εν λόγω προϊόν - για τη διαπίστωση της καταλληλότητας του άλλωστε η εναγομένη δεν διενήργησε κανένα σχετικό τεστ.
Αντιθέτως, η εναγόμενη ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών, εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα όσα αντίθετα ρητώς διαλαμβάνονταν στα ενημερωτικά δελτία προς αποφυγή συνεπειών, σαφώς, παρείχε μέσω του ανωτέρω προστηθέντος (υπαλλήλου του Υποκαταστήματος Χαλανδρίου) επενδυτική συμβουλή και σύσταση στον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος διέθετε στην προκειμένη περίπτωση και την ιδιότητα του καταναλωτή, ως τελικός αποδέκτης της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, χωρίς να διενεργήσει τον επιβαλλόμενο έλεγχο καταλληλότητας του συγκεκριμένου επενδυτή, διαμορφώνοντας την επιλογή του να επενδύσει στο επενδυτικό προϊόν της.
Αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, μολονότι επιζητούσε την ασφάλεια των χρημάτων του, δεν είχε επαρκώς ενημερωθεί από την έχουσα προς τούτο υποχρέωση εναγόμενη Τράπεζα, ότι τα επίδικα προϊόντα ΜΑΕΚ ήταν υψηλού ρίσκου, υποχρεωτικά μετατρέψιμα χρηματοοικονομικά προϊόντα, άμεσα συνυφασμένα με την οικονομική κατάσταση και την επιχειρηματική στρατηγική της εναγόμενης και συνεπώς, τα χρήματά του δεν ήταν διασφαλισμένα, ότι ήταν αόριστης διάρκειας και υποχρεωτικά μετατρέψιμα σε μετοχές και ως εκ τούτου, η εναγόμενη δεν είχε καμία υποχρέωση απόδοσης των χρημάτων (προαιρετικό ήταν το δικαίωμα εξαγοράς εκ μέρους της εναγομένης στην πενταετία), ότι τα ΜΑΕΚ δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και τους στόχους του, ότι η εναγομένη τον είχε εκμεταλλευτεί κακόπιστα, για να του προωθήσει πλήρως ακατάλληλα και ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνα επενδυτικά προϊόντα, ότι η εναγομένη απολάμβανε υπέρμετρα εξουσιαστικά δικαιώματα (λόγω της μειωμένης διασφάλισης, της δυνατότητας ακύρωσης πληρωμής τόκων - της υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές).
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι με την υπ' αριθ. ...2014 απόφασή της, η Ελληνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδος, επέβαλε πρόστιμο 10.000 ευρώ στην εναγομένη "διότι κατά την προώθηση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) παρείχε επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητος επενδυτών και χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση του N. 36 3606/2007 και της υπ' αριθ. .../2007 Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς".
Επίσης, με την από 28-04-2014 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επιβλήθηκε πρόστιμο στην εναγομένη για τις ελλιπείς πληροφορίες στο Ενημερωτικό Δελτίο των Μ.Α.Ε.Κ. της 05.04.2011. Επίσης, ο Συνήγορος του Καταναλωτή προέβη στην υπ' αριθ. ....2013 έγγραφη σύστασή του, αφού διαπίστωσε την παροχή επενδυτικών συμβουλών της Τράπεζας προς τους επενδυτές πελάτες της χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το επενδυτικό τους προφίλ και χωρίς να προσφέρει αντικειμενική και πλήρη ενημέρωση και χωρίς τις προαπαιτούμενες οδηγίες του Ν. 3606/2007, αναφορικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω η ίδια είχε μόνο την ιδιότητα της εκδότριας του προϊόντος, η δε υποχρέωσή της ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού εξαντλήθηκε στην προβλεπόμενη από το Ν. 3401/2005 σε συνδυασμό με τον Κανονισμό της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 809/2004 (L 149,30.4.2004), υποχρεωτική έκδοση ενημερωτικού δελτίου, που περιέγραφε λεπτομερώς το προϊόν, τις ιδιότητες και τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκόψουν από την διάθεσή του στους επενδυτές, καθώς και πληροφορίες για τον εκδότη και την οικονομική του κατάσταση.
Ωστόσο, όπως αναφέρεται παραπάνω, η ίδια δεν ενημέρωσε για την υπερέκθεσή της στα Ο.Ε.Δ., την έντονη κεφαλαιακή της ανεπάρκεια και την ασφυκτική ανάγκη της να καλύψει την τελευταία.
Πέραν τούτων, η ιδιότητα της εκδότριας του προϊόντος δεν αναιρεί την ευθύνη της σύμφωνα με το Ν. 3606/2007, αφού, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη προέβαινε και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών. Επενδυτική συμβουλή, σύμφωνα με τον αναλυτικό ορισμό, που εμπεριέχεται στην υπ' αριθ. ....2007 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι "μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητά του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία: α) παρουσιάζεται α: κατάλληλη για το σχετικό πρόσωπο ή να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του προσώπου αυτού και β) αποτελεί σύσταση για βα) την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, ββ) άσκηση ή μη άσκηση οποιοσδήποτε δικαιώματος, που παρέχει δεδομένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, έγγραφη ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κίνδυνοι που συνδέονταν με το παραπάνω χρηματοοικονομικό προϊόν της εκκαλούσας τράπεζας πραγματώθηκαν. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία στις 15.6.2012 αποφάσισε, αναφορικά με τα Μ.Α.Ε.Κ., την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακυρώσεως πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, ενημερώνοντας τους επενδυτές δια των αρμοδίων υπαλλήλων της ότι δε θα καταβάλλονταν οι τόκοι του τελευταίου εξαμήνου, μετά από εντολή που δόθηκε από τα κεντρικά της γραφεία.
Επίσης, η εφεσίβλητη τράπεζα προέβη σε υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκου την 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Την 30.6.2012 η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρουσίασε έλλειμμα 730 εκατομμυρίων ευρώ, οφειλόμενο κυρίως στο ελληνικό πρόγραμμα PSI για τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ.) και συμφώνησε με τους πιστωτές της τη χρηματοδότηση αυτής, ενώ την 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000 €).
Ωστόσο, την 15.3.2013 το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της Λαϊκής Τράπεζας. Εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αρ. ....2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου η εφεσίβλητη τράπεζα τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως δυνάμει του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013" και προβλέφθηκε η διάσωσή της με ίδια μέσα.
Εν τέλει, με τα υπ' αριθ. ....2013 και ....2013 Διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5(Ι), 5(7), 5 ( 12 ) ( α ), 7(1) και 12 του " Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων" Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετατράπηκαν σε Μετοχές Ν Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ευρώ (1 Ε), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα ευρώ (1 Ε) για κάθε ευρώ των ως άνω χρεών της Τράπεζας.
Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ' Τάξεως από 1 € σε 0,01 € για κάθε μετοχή, με σκοπό τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εφεσίβλητης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 € για κάθε μετοχή, που ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ευρώ (1 €) εκάστης.
Οι μη ενοποιημένες μετοχές (αριθμός μετοχών κάτω των 100) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους.
Τα Μ.Α.Ε.Κ. των εναγόντων με βάση τα ανωτέρω μετατράπηκαν σε 482.799 συνήθεις μετοχές Δ' Τάξης ονομαστικής αξίας 0,01 ευρώ εκάστης, ήτοι συνολικής αξίας 4.827 ευρώ. Για την εξέλιξη αυτή η εναγομένη ενημέρωσε τους ενάγοντες με την από 8.8.2013 επιστολή της. ... ... Παραμένει βέβαια η ευθύνη της τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.
Ειδικότερα, η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3607/2007 και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του Κανόνα Δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ.
Επιπλέον, η εναγομένη υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των εναγόντων και για το λόγο ότι με την ως άνω περιγραφείσα απατηλή συμπεριφορά των προαναφερομένων υπαλλήλων της του υποκαταστήματος της στο Χαλάνδρι, προκάλεσε με δόλο στον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος ετύγχανε συντηρητικός πελάτης αυτής και πάντως όχι επαγγελματίας, την απόφαση επένδυσης στα κρίσιμα Μ.Α.Ε.Κ., παριστάνοντας, εν γνώσει της, ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν ασφαλή τοποθέτηση όμοια με προθεσμιακή κατάθεση, σταθερό επιτόκιο ύψους 6,5%, περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου, αποσιωπώντας τους ενσωματωμένους κινδύνους αυτών, την υπερέκθεσή της στα Ο.Ε.Δ.
και την επιτακτική ανάγκη κάλυψης της κεφαλαιακής της ανεπάρκειας, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό στον πρώτο ενάγοντα και εν συνεχεία στη δεύτερη ενάγουσα που κατέστη συνδικαιούχος των ομολόγων αυτών κατά τα παραπάνω μείωση της περιουσίας τους, στην προσπάθειά της να εξισορροπήσει την κλονισμένη κεφαλαιακή της επάρκεια, μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τη διάθεση των εν λόγω Μ.Α.Ε.Κ.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ζημία των εναγόντων οφείλεται στην υποχρεωτική διάσωσή της με ίδια μέσα, με τις αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του Eurogroup, κατά τα άνω εκτιθέμενα, γεγονός που συνιστά ανωτέρα βία η οποία αίρει την ευθύνη της. Επικαλείται μάλιστα προς τούτο, την υπ' αρ. 813/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η απώλεια επένδυσης σε ΜΧ (μετατρέψιμα χρεόγραφα) η οποία έλαβε χώρα το 2008, δεν συνδέεται κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πλημμελή ενημέρωση της τράπεζας, ως προς τους κινδύνους απώλειας της περιουσίας που επενδυόταν στο προϊόν εκείνο, καθόσον η πλημμέλεια της τράπεζας εκδηλωθείσα το 2008 δεν ήταν ικανή ούτε μπορούσε αντικειμενικά, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την απώλεια του επενδυμένου κεφαλαίου χωρίς τη νομοθετική παρέμβαση της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, παρέμβαση που το έτος 2008 δεν ήταν δυνατή να προβλεφθεί.
Ωστόσο, η κατάσταση το 2008 δεν ήταν ίδια με αυτήν το 2011. Καταρχάς η έκδοση των ομολόγων εκείνων, είχε διαφορές από την έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ., με κυριότερες το ότι εκείνα είχαν δεκαετή διάρκεια και ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα της τράπεζας να αποφασίσει μονομερώς την μετατροπή τους σε μετοχές κατόπιν αδείας της ΚτΚ.
Δεν μπορεί βέβαια κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι και αυτά τα ομόλογα χρησιμοποιήθηκαν τελικά για την διάσωση της τράπεζας το 2013. Όμως το έτος 2008, ούτε η έκθεση της τράπεζας στα ελληνικά ομόλογα ήταν τόσο μεγάλη, ούτε ο κίνδυνος τότε του PSI ήταν ορατός, ούτε τότε τα Ο.Ε.Δ. είχαν χαρακτηρισθεί από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ως μηδενικής αξίας ούτε το ενδεχόμενο να χρειαστεί η διάσωση της τράπεζας με δικά της μέσα πέντε χρόνια αργότερα μπορούσε να προβλεφθεί.
Επομένως, στην κρινόμενη με την παρούσα απόφαση περίπτωση, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος του πρώτου ενάγοντος πελάτη της και καταναλωτή το 2011, στα πλαίσια της παροχής σ' αυτόν επενδυτικής συμβουλής και σύστασης για την αγορά των εν λόγω Μ.Α.Ε.Κ. αντί του προαναφερθέντος τιμήματος, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων, διότι η εναγομένη, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα ως άνω προϊόντα (Μ.Α.Ε.Κ.) εκδόσεώς της, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις που συντήρησε και επέτεινε καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσιμης επένδυσης, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της οι οποίες της επιβάλλονταν από το Ν. 3606/2007, αλλά και από την καλή πίστη.
Η δε προαναφερομένη απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να θέσει δια του υπ' αριθ. .../2013 Διατάγματος της σε καθεστώς εξυγίανσης την εναγομένη προς το σκοπό της ανακεφαλαιοποιήσεώς της με ίδια μέσα και συνεπώς την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης, συνιστά "γεγονός βιωσιμότητας", κατά την έννοια του από 05-04-2011 ενημερωτικού δελτίου της, που αποτελεί όρο υποχρεωτικής μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ.
σε μετοχές, αλλά δεν συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, όσον αφορά τα επίδικα ομόλογα. Απορριπτέος επίσης τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγομένης εκ των άρθρων 300 και 330 ΑΚ ότι οι ενάγοντες συνετέλεσαν οι ίδιοι στην επέλευση κατ την έκταση της ζημίας τους, δεδομένου ότι ο πρώτος εξ αυτών είχε διαβάσει και ενημερωθεί από την από 20.4.2011 ενημερωτική επιστολή που έστειλε η εναγομένη, για τους κινδύνους που παρουσίαζε η επένδυση στα προϊόντα Μ.Α.Ε.Κ.
και δεν έπραξε κάτι, όπως επίσης δεν έπραξε κάτι για τον περιορισμό της ζημίας τους την 30.6.2011, οπότε ενημερώθηκε από το statement που του έστειλε η εναγομένη ότι ήδη είχε απομειωθεί η χρηματιστηριακή αξία του προϊόντος κατά 21,3160% επί της τιμής κτήσης του. Διότι οι ενάγοντες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν ενδιαφέρονταν ουσιαστικά για την χρηματιστηριακή εκποίηση των ομολόγων αλλά για τη λήψη των συμβατικών τόκων και εν τέλει του κεφαλαίου τους, κατά την ημερομηνία ανάκλησης του προϊόντος από την τράπεζα.
Εξάλλου, για να γίνει δεκτή οποιαδήποτε συνυπαιτιότητά τους στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας τους, θα έπρεπε οι ίδιοι, όντες συντηρητικοί επενδυτές, να είχαν επαρκώς ενημερωθεί από την εναγομένη και τους προστηθέντες της για τη φύση των ομολόγων αέναης διάρκειας, τους κινδύνους να μην λάβουν τους συμφωνηθέντες τόκους και κυρίως να απωλέσουν το ίδιο το κεφάλαιό τους, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης λόγω της υπερέκθεσής της στα Ο.Ε.Δ.
και την ασφυκτική πίεση ενίσχυσης της κεφαλαιακής της επάρκειας που εξυπηρετούσε η έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ. Τέτοια όμως ενημέρωση, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, ουδέποτε έλαβε χώρα. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί αμελής η μη αναζήτηση εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος συμβουλής από τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς του συμβούλους, ως προέτρεπε το από 5.4.2011 ενημερωτικό φυλλάδιο της εναγομένης.
Επίσης, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους που επιβάλλεται από τα άρθρα 297, 298 ΑΚ, από το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούνται οι ενάγοντες, πρέπει ν' αφαιρεθεί το ποσό των 20.214,90 ευρώ, που εισέπραξαν ως τόκους για το διάστημα από 30.6.2011 έως 31.12.2011 καθώς και το ποσό των 4.827 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των μετοχών στις οποίες μετατράπηκαν τα Μ.Α.Ε.Κ.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Όσον αφορά το ποσό των τόκων, διότι ναι μεν αυτό αποτελεί κέρδος των εναγόντων από τα Μ.Α.Ε.Κ., πλην όμως το κέρδος αυτό, δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην Τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας στους ενάγοντες τους συμφωνημένους καρπούς και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων.
Άλλωστε, ο προτεινόμενος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Όσον αφορά τις μετοχές που έχουν εις χείρας τους οι ενάγοντες, επειδή δεν προκύπτει ότι έχουν κάποια έστω μηδαμινή αξία, δεδομένου ότι ουδεμία πληροφορία εισφέρεται από την εναγομένη για την τύχη τους, την μεταγενέστερη της απώλειας της αξίας τους διαπραγμάτευσή τους και την αξία αυτή έστω το χρόνο συζήτησης της αγωγής.
Κατ' ακολουθία, συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων, για την οποία ευθύνεται η εναγομένη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και την απατηλή συμπεριφορά των υπαλλήλων - προστηθέντων της εναγομένης, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στη ζημία τους.
Η ζημία αυτή ανέρχεται για τον κάθε ενάγοντα σε ποσοστό 1/2 της απωλεσθείσας επένδυσής του, ήτοι (482.799 Χ 1/2) 241.399,50 ευρώ. Τέλος, οι ενάγοντες, εξαιτίας της άδικης πράξης, που τέλεσε η εναγομένη σε βάρος τους, υπέστησαν ηθική βλάβη, στενοχώρια και θλίψη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Το ύψος της, με βάση το είδος και τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, το βαθμό πταίσματος της εναγομένης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, προσδιορίζεται στο ποσό των 5.000 ευρώ για τον καθένα, το οποίο, μετά την στάθμιση των άνω στοιχείων κρίνεται εύλογο. ... ...>>.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΑΠ 1406/2021).
Εξάλλου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 855/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 602/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχική απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική (ΑΠ 1519/2018) προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 147/2020, ΑΠ 389/2019, ΑΠ 153/2018, ΑΠ 410/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία αυτών (διατάξεων), αλλά και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές, με το να μην δεχθεί ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου για την εξυγίανση των κυπριακών πιστωτικών ιδρυμάτων και η επακολουθήσασα στις 29.3.2013 υπαγωγή της αναιρεσείουσας τράπεζας σε καθεστώς εξυγιάνσεως προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου ιδίως υπόψη, του ότι η ζημία εν προκειμένω των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου καταρτίσεως των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) και τελικώς, επήλθε εξαιτίας της κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενεστέρως, μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές και της εν συνεχεία απομειώσεως της αξίας αυτών.
Ωστόσο, το ίδιο ζήτημα έχει ήδη παραπεμφθεί, με την υπ' αρ. 1133/2025 απόφαση του Τμήματος αυτού, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, εκδόσεως αποφάσεως επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και των λοιπών λόγων της, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 8-4-2022 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 2315/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου