Supreme Court quashes appeal judgment for exceeding appeal scope and ignoring submitted ownership claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court's appeal judgment for exceeding the scope of the appeal and failing to consider the municipality's submitted claim of ownership. The plaintiff argued derivative ownership through a public auction, while the defendant contended the property was subject to general user rights under Article 281 of the Civil Code. The court ruled that the lower court improperly examined an unappealed ground and ignored the municipality's ownership argument, constituting a procedural error under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 560, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal judgment must strictly limit its review to the grounds raised in the appeal, and any failure to consider submitted arguments or examination of unappealed issues constitutes a ground for quashing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1644/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Φ. και της Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Δυτικής Λέσβου", που εδρεύει στην Καλλονή Λέσβου και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο, ως υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργηθέντος πρώην "Δήμου Λέσβου", σύμφωνα με το άρθρο 157 παρ. 8 του ν. 4600/2019, καθολικού διαδόχου του άλλοτε "Δήμου Μήθυμνας Λέσβου", με Α.Φ.Μ. ..., ΔΟΥ Μυτιλήνης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννάτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2018 Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 06-07-2022 αίτηση αναίρεσης (αριθ. κατ. 58/12-07-2022) κατή της υπ' αριθ. 137/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προέκυψε η πορεία της ανοιγείσας δίκης με την έγερση της από 08-10-2015 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής (αριθ. κατ. 120/9-10-2015) του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι έχει καταστεί κύριος του περιγραφόμενου οικοπέδου, που χαρακτηρίστηκε ως αδέσποτο και καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα, τόσο κατά παράγωγο τρόπο, από αγορά με μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό τίτλο, κατόπιν διενεργηθείσας δημοπρασίας, κατά το έτος 2005, από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, όσο και κατά πρωτότυπο, με τακτική χρησικτησία και επικαλέστηκε αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, Δήμο Δυτικής Λέσβου.
Επί της αγωγής αυτής το Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθ. 2/2018 απόφαση, με την οποία, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή αναγνώρισης κυριότητας του ενάγοντος κατά παράγωγο τρόπο, απορρίπτοντος ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρότεινε ο εναγόμενος Δήμος.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο εναγόμενος Δήμος άσκησε την από 23-02-2018 έφεση (αριθ. κατ. 123/12-07-2019) και επ' αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, δικάζον ως Εφετείο, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθ. 137/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του γενικού δόλου (άρθρο 281 ΑΚ), που πρότεινε ο εναγόμενος Δήμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν.1, 23 Πανδ. (41.1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος επ' αυτών και σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 Ν.
της 21-6/10-7-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 Ν. της 21-6/10-7-1837 περί διακρίσεως κτημάτων, με το οποίο ορίσθηκε ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν αποδεδειγμένες απαιτήσεις άλλων, ανήκουν στο Δημόσιο.
Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 Ν. 1539/1938 και, μετά την ισχύ του ΑΚ, με το άρθρο 972 αυτού. Ο ανωτέρω νόμος περί διακρίσεως κτημάτων τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 702/2023, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 974/2008).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ προκειμένου να κριθεί μετά τη εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινόχρηστου και συνεπώς ανεπίδεκτου χρησικτησίας, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες εφ' όσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος α) από το νόμο δηλαδή με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να δηλωθεί με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία επίσης πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2, πανδ 43.7, ν.2 παρ. 8 πανδ. 39.3, ν.28 πανδ. 22.3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, εφ' όσον η αρχαιότητα στην χρήση αυτή, από ευρύτερο, αόριστο αριθμό προσώπων, υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή της κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινόχρηστου, αν ο ιδιοκτήτης άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση, ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσης.
Ειδικότερα επί οδού, αυτό μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία. Η μακροχρόνια χρήση ακινήτου με την ανοχή ή τη συναίνεση του κυρίου έχει ως αποτέλεσμα να μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού η ένσταση του γενικού δόλου από το άρθρο 281 ΑΚ, με την έννοια ότι δεν περιέρχεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου, χαρακτηριζόμενου εμμέσως του ακινήτου ως κοινόχρηστου, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του κυρίου που επιδιώκει την άσκηση του απορρέοντος από την κυριότητα δικαιώματός του (ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 954/2017).
Κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.
Εξάλλου, το άρθρο 20 παρ.1 του ΝΔ της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων απαγορεύει την δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (ιδιωτικών οδών και πλατειών κ.λπ.) με ιδιωτική βούληση. Από τον κανόνα όμως αυτό εισάγεται εξαίρεση στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου όσο αφορά τους κοινόχρηστους χώρους που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, δηλαδή από την 1-3-1924, η οποία ορίζεται από το ΒΔ της 4/16-1-1924.
Έτσι οι σχηματισθείσες με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού ιδιωτικοί οδοί, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ΝΔ της 17-7/16-8-1923 και θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή της πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε (ΑΠ 954/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1375/2022, ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά τη νοηματική τους εκτίμηση, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι με τις πραγματικές παραδοχές της δεν πληρούνται τα στοιχεία της διάταξης αυτής, ώστε να αποκρουστεί η αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος από την κυριότητα ως καταχρηστική, υπό την έννοια της παραχώρησης του όλου επίδικου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη του στην κοινή χρήση από για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν διέλαβε στην αιτιολογία της με πληρότητα τα περιστατικά που υπήγαγε στη διάταξη αυτή, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της.
Από την επισκόπηση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου ...
περιήλθε στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο, άρτιο κατά παρέκκλιση ως προϋφιστάμενο του έτους 1968 ... και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στη θέση Άνω Μαχαλάς ή Άνω Συνοικία ... Μήθυμνας ... Λέσβου, εμβαδού 114,67 τ.μ., που συνορεύει δυτικά ... και εν μέρει με κοινοτικό δρόμο, ...και νότια με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος. ... .
Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα ... κατόπιν δημοπρασίας από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ) ..., είχε δε χαρακτηριστεί ως αδέσποτο και περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου (άρθρο 972 ΑΚ) με την την υπ' αριθ. 3308/18-08-1993 απόφαση του Νομάρχη Λέσβου, η οποία μεταγράφηκε ... και καταγράφηκε στα βιβλία δημοσίων κτημάτων ...
με το υπ' αριθ. πρωτ. 386/2-6-1993 έγγραφο της Κοινότητας Συκαμινέας προς την Κτηματική Υπηρεσία σχετικά με το εν λόγω ακίνητο ... αναφέρεται ... ''γνωρίζουμε από τον γενικότερο χώρο ... ότι υπήρχε δρόμος που εξυπηρετούσε τους γύρω κατοίκους και που με τα χρόνια άλλαξε προφανώς διεύθυνση λόγω των μπαζών που τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία του. ...''.
Όμοια περίπου δήλωση περιέλαβε (η Κοινότητα Συκαμινέας) και στο υπ' αριθ. πρωτ. ...-1994 έγγραφό της προς την Κτηματική Υπηρεσία ... Επίσης στην απόφαση του Νομάρχη Λέσβου για το αναφερόμενο ακίνητο σημειώνεται ''... Το έδαφός του είναι επικλινές και βραχώδες και φαίνεται μέσα στο οικόπεδο υπάρχει μικρό μονοπάτι ως συνέχεια μικρού δρομίσκου, το οποίο τώρα δεν διακρίνεται καλά επειδή έχουν φυτρώσει διάφορα αγριόχόρτα.
Ακολούθησε και το έγγραφο με αριθ. πρωτ. 3097/9-09-2003 του Δήμαρχου Μήθυμνας προς την Κτηματική Υπηρεσία, όπου επισημαίνεται ότι ''το εν λόγω ακίνητο προϋπάρχει πολύ πριν από το έτος 1968 (τουλάχιστον προ του 1920), όπως και το μονοπάτι που διέρχεται μέσα από αυτό, αν και έχει καταληφθεί από μπάζα, για εξυπηρέτηση των κατοίκων της περιοχής''. ...
Σύμφωνα με το από Οκτώβριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου, ο διερχόμενος δρόμος που αναφέρουν οι εκπρόσωποι του Δημοτικού Διαμερίσματος ουσιαστικά είναι παλιό μονοπάτι προ του 1920, το οποίο σήμερα έχει καταληφθεί από μπάζα και δεν χρησιμοποιείται. ... Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι από το ακίνητο του ενάγοντος (επίδικο) και διαγωνίως αυτού διερχόταν τουλάχιστον από το έτος 1920 μονοπάτι μήκους 18 μ.
και πλάτους 3 μ. (βλ. και από 3-7-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι.), εκατέρωθεν του οποίου υπήρχαν τούρκικες τότε κατοικίες. Με την παρέλευση των ετών σε ορισμένα σημεία του μονοπατιού έπεσαν μπάζα από την κατάρρευση των κατοικιών αυτών, τα οποία σε συνδυασμό με την αυτοφυή βλάστηση, κάλυψαν το μονοπάτι αυτό, πλην όμως οι κάτοικοι εξακολουθούσαν να το χρησιμοποιούν, η δε Κοινότητα τοποθέτησε εκεί εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας. ...
Ο ενάγων γνώριζε ανέκαθεν την ύπαρξη του μονοπατιού, καθώς αφενός ο ίδιος είναι κύριος όμορης του επιδίκου ακινήτου κατοικίας, αφετέρου είχε ίδια γνώση των αντιδράσεων των κατοίκων και των τοπικών Αρχών για την απόφαση του Νομάρχη και στη συνέχεια την δημοπράτηση του εν λόγω ακινήτου, ... Αποδείχθηκε συνεπώς ότι το εν λόγω μονοπάτι χρησιμοποιούσαν μακροχρόνια - τουλάχιστον από το έτος 1920 ...
οι κάτοικοι της Κοινότητας Συκαμινέας, ο δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Ελληνικό Δημόσιο και εν προκειμένω ΚΕΔ, αλλά και ο ίδιος ο ενάγων γνώριζαν και ανέχονταν την ύπαρξη μονοπατιού και τη χρήση αυτού για τις ανάγκες των κατοίκων του οικισμού της Συκαμινέας. ...". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων απέκτησε σε δημοπρασία το ακίνητο του Δημοσίου, που είχε χαρακτηριστεί ως αδέσποτο και καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα, ότι τουλάχιστον από το έτος 1920 διερχόταν διαγωνίως μέσα από το ακίνητο μονοπάτι, το οποίο αφέθηκε στην κοινή χρήση για την διέλευση των κατοίκων της περιοχής και ότι η εκ των υστέρων παρεμπόδιση της χρησιμοποίησης του μονοπατιού από τον αναιρεσείοντα κύριο του όλου ακινήτου είναι καταχρηστική.
Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε ως ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση γενικού δόλου (άρθρο 281 ΑΚ) του αναιρεσίβλητου Δήμου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για καταστεί το όλο επίδικο ακίνητο κοινόχρηστο και να αποκρουστεί η αξίωση από την κυριότητα ως καταχρηστική, καθόσον δεν διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι ο ενάγων άφησε το επίδικο στην κοινή χρήση, ώστε να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός, παρά μόνο ότι από αυτό (επίδικο) διέρχονταν επί μακρό χρονικό διάστημα οι κάτοικοι της Κοινότητας με τη γνώση και ανοχή του και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών για το ζήτημα αυτό, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους έφεσης δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπάγγελτα από το Εφετείο ούτε επιτρέπεται, αν διαπιστώσει αυτό τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσεις αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.
Διαφορετικά, συγχωρείται αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης για τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1444/2015, ΑΠ 451/2015), που είναι ταυτόσημος με τον λόγο από τον από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000).
Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1345/2015, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 1442/2008, ΑΠ 94/2008, ΑΠ 1587/2007). Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της εκκληθείσας απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των πρόσθετων λόγων συνιστά πλημμέλεια, που εμπίπτει στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 177/2020, ΑΠ 451/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια και από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο για την απόρριψη από το Ειρηνοδικείο του ισχυρισμού του γενικού δόλου του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ τέτοιος λόγος έφεσης δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο Δήμο κατά της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Από την επισκόπηση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος διατύπωσε παράπονο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της ένστασης ιδίας κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, που προέβαλε με τις προτάσεις του κατά της αγωγής και επανέφερε με λόγο έφεσης, παραθέτοντας τα περιστατικά προς θεμελίωσή της.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος Δήμος με λόγο έφεσης ισχυρίστηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων αλλά και ο δικαιοπάροχός του "... υπήρξαν επιλήψιμοι νομείς του επίδικου ακινήτου, καθόσον ο οικισμός της Συκαμιάς ενέμετο το ακίνητο, από το οποίο διήρχετο πλακόστρωτο μονοπάτι, προ του έτους 1920, ... Το επίδικο, καίτοι δεν ήταν καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο της άλλοτε Κοινότητας Συκαμινέας, εθεωρείτο ανέκαθεν κοινοτικό.
Εντός δε αυτού υπήρχαν κτισμένα, προ του έτους 1920, δύο παλαιά τουρκικά σπίτια, τα οποία βρίσκονταν εκατέρωθεν του επίδικου δρόμου, με πρόσοψη και είσοδο προς αυτόν, ... ερείπια και θεμέλια των οποίων υπήρχαν ...(το έτος 2010). Επιπλέον, η πεποίθηση και η βεβαιότητα ότι ο εν λόγω επίδικος χώρος ήταν κοινοτικός επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η άλλοτε κοινότητα Συκαμινέας είχε τοποθετήσει στην επιφάνεια τούτου πυροσβεστικό κρουνό και κολώνα της ΔΕΗ για δημοτικό φωτισμό, ενώ υπό το έδαφος, διαχρονικά, διέρχονται οι εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης του οικισμού, ενέργειες που υποδηλώνουν ότι το επίδικο ανέκαθεν ανήκε στη νομή του Δήμου και ουδέποτε υπήρξε αδέσποτο, όπως χαρακτηρίστηκε παράνομα και αυθαίρετα, προκειμένου να επιτευχθεί και πραγματοποιηθεί η πώλησή του στον αντίδικο ...
Το γεγονός δε ότι στη θέση του μονοπατιού υπήρχαν μπάζα και σκουπίδια ... δεν σημαίνει ότι δεν συνέχισε να εξυπηρετεί τις οδικές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής. ... Ειδικότερα ο μάρτυράς μου κατέθεσε ... πως ο δρόμος υπήρχε από τουρκοκρατίας ... Εν τούτοις το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να θεμελιώσουν το δικαίωμα κυριότητάς μου, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο είναι αδέσποτο. ..., αφού ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε νόμιμο τίτλο πρωτότυπης κτήσεως κυριότητας και συνεπώς ούτε νομής ...
ο εφεσίβλητος, που απέκτησε παρά μη κυρίου δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ αληθής κύριος ... και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή του ... θα έπρεπε να είχε απορριφθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεώς μου ...".
Περαιτέρω, από την επισκόπηση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς την προβληθείσα ένσταση του αναιρεσιβλήτου Δήμου τα εξής: "... Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση δόλου που πρότεινε ο εναγόμενος είναι ορισμένη και νόμιμη ...το γεγονός δε ότι ο εναγόμενος δεν αναφέρει με ποιο τρόπο κατέστη το εν λόγω μονοπάτι κοινόχρηστο, δεν αποτελεί στοιχείο της εν λόγω ένστασης, ... . Ο εναγόμενος θα όφειλε να ορίσει με ποιο τρόπο η επίδικη λωρίδα κατέστη κοινόχρηστη, αν πρόβαλε την ένσταση ότι αυτή είναι κοινόχρηστη, έχοντας καταστεί τέτοια με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους (ρυμοτομία, ιδιωτική βούληση, αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα), πλην όμως ο εναγόμενος δεν πρόβαλε την ένσταση αυτή (ένσταση ότι πρόκειται για κοινόχρηστη οδό), αλλά ότι το πράγμα ήταν εκτεθειμένο σε κοινή χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα (ένσταση γενικού δόλου άρθρο 281 ΑΚ), που σε περίπτωση που γίνει δεκτή, δεν προσπορίζει κυριότητα στον οικείο ΟΤΑ, αλλά προστατεύεται η χρήση έναντι του κυρίου, ...
Συνεπώς, η εν λόγω ένσταση ... πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα ...". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος επανέφερε με την έφεσή του, την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που είχε επίσης προβάλλει πρωτοδίκως, όχι όμως με την έννοια του γενικού δόλου ώστε να καταστεί το επίδικο κοινόχρηστο αλλά με την έννοια της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος εξαιτίας της μακρόχρονης νομής του επίδικου ακινήτου από την προκάτοχο του αναιρεσίβλητου Δήμου Κοινότητα Συκαμινέας.
Μετά από αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, ερεύνησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ισχυρισμό περί γενικού δόλου του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν είχε προβληθεί με λόγο έφεσης από τον αναιρεσίβλητο Δήμο. Με τις ανωτέρω παραδοχές του όμως το Μονομελές Πρωτοδικείο επανέκρινε ως Εφετείο μη εκκληθέν κεφάλαιο, το οποίο ερεύνησε καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) και έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή ανύπαρκτο λόγο έφεσης και δη το μη εκκληθέν με την έφεση κεφάλαιο του γενικού δόλου του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δη το πράγματι μεταβιβασθέν με την έφεση του αναιρεσιβλήτου Δήμου κεφάλαιο της ιδίας κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 Ν. 3693/1957 και 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 137/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου