Supreme Court dismisses appeal on medical negligence damages, upholding lower court's discretion on compensation amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a third-instance judgment awarding damages for medical negligence. The court found that the lower court correctly exercised its discretion in setting compensation for permanent neurological injuries and the cost of future nursing care, rejecting the claim that the amounts were arbitrary. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 931 and 932 of the Civil Code; The Supreme Court reviews appeals on damages for personal injury only for errors of law, not for the exercise of judicial discretion in quantifying compensation, which is based on common sense and the specific circumstances of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1644/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ.. Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Β. «Θ., Ι. Κ. Α..Ε.., που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ………που εδρεύει στον …..και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σκορδαλό, η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τρύφωνα Ιορδάνογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 11-11-2013 αγωγή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, τις δύο από 12-4-2013 και 25-8-2014 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου, τις δύο από 16-9-2013 και 16-7-2014 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 18-6-2014 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 3ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7760/2015 μη οριστική και 6094/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΠ 511/2022).
Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 683/2020).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος αφετέρου.
Είναι πρόδηλο, ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα.
Είναι αυτονόητο, ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 306/2022).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 5/2020, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων της πρώτης κύριας αγωγής, Ι. Α. (αναιρεσείων), γεννηθείς το έτος 1977, σε ηλικία 17 ετών και δη στις 15.4.1994 υπεβλήθη σε επέμβαση ορχεκτομής αριστερά για την αντιμετώπιση εμβρυϊκού καρκινώματος όρχεως.
Την προηγουμένη ημέρα της άνω επέμβασης είχε υποβληθεί σε αξονική τομογραφία άνω - κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, από την οποία διαπιστώθηκε η παρουσία αδενικής μάζας αριστερά παραορτικά στο ύψος των νεφρών, η οποία επεκτεινόταν μέχρι τον διχασμό της αορτής, σε μήκος 6-7 εκατοστών, και απωθούσε επί τα εκτός τον σύστοιχο ουρητήρα....
Μετά την άνω επέμβαση ο ενάγων υπεβλήθη σε συστηματική χημειοθεραπεία έξι κύκλων, από 22-4-1994 έως 13-9-1994. Σε νέα αξονική τομογραφία άνω - κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, στην οποία υπεβλήθη λίγο πριν την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας, στις 11-8-1994, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σαφής βελτίωση των ευρημάτων συγκριτικά με την προηγούμενη αξονική τομογραφία, προφανώς λόγω ανταπόκρισης του οργανισμού του στη θεραπεία, ενώ διαπιστώθηκαν και διογκωμένοι παραορτικοί αδένες αριστερά στο ύψος του κάτω πόλου του αριστερού νεφρού διαστάσεων 18 και 20 χιλιοστών....
Στη συνεχεία, ο ενάγων, επί δεκαέξι έτη παρακολουθούσε την υγεία του και ειδικότερα την άνω αδενική μάζα, υποβαλλόμενος τακτικά σε εξετάσεις και ιδίως αιματολογικές εξετάσεις και αξονικές τομογραφίες. Από τα ευρήματα των άνω εξετάσεων προέκυπτε ότι υπήρχε μικρή σταδιακή αύξηση των διαστάσεων της άνω μάζας και δη από 6-7 εκατοστά που ήταν το έτος 1994, σε αξονική και μαγνητική τομογραφία που υποβλήθηκε στις 9-4-2010 παρατηρήθηκε μπλοκ λεμφαδένων με τήξεις παραορτικά αριστερά στο επίπεδο της πύλης του νεφρού διαστάσεων 7 Χ 6,7 εκατοστών....
και σε νέα εξέταση στις 28-7-2010 παρατηρήθηκε μάζα διαμέτρου 7 εκατοστών, με ανομοιογενή υφή και συμπαγή και κυστική πυκνότητα κατά τόπους με επασβεστώσεις στο περίγραμμα.... Επιπρόσθετα, από τον Απρίλιο του έτους 2010 παρουσιάστηκε και προοδευτική αύξηση της Άλφα Εμβρυϊκής Πρωτεΐνης (AFP) ενδεικτικό προοδευτικής ενεργοποίησης του εμβρυϊκού καρκίνου.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα στις 16-4-1999 ο ενάγων υπεβλήθη και σε επέμβαση τοποθέτησης σιλικονούχου ενθέματος στο όσχεον αριστερά. Στις 30-7-2010 ο ενάγων εισήχθη επειγόντως στη Γ Χ/Θ Κλινική του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ", λόγω έντονου άλγους στην αριστερά βουβωνική χώρα με αντανάκλαση στη σπονδυλική στήλη και εμπύρετο.
Παρέμεινε νοσηλευόμενος επί μια περίπου εβδομάδα και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υπεβλήθη στην από 4-8-2010 μαγνητική τομογραφία με τα ακόλουθα ευρήματα: "... Παρουσία αορτικής αριστερά εξεργασίας με ανομοιογενές MR σήμα, ανομότιμο εμπλουτισμό και κυστικά και συμπαγή στοιχεία, εύρημα συμβατό με λεμφαδενικό μπλοκ σε τήξη - ομογενοποίηση.
Συγκριτικά με την προηγούμενη MRI στις 9-4-2010 δεν παρατηρείται ιδιαίτερη αύξηση των διαστάσεων της βλάβης, παρατηρείται αύξηση των υγρικών στοιχείων της βλάβης και πάχυνση με εμπλουτισμό του τοιχώματος αυτής, χωρίς διήθηση ή ρύπανση των πέριξ ιστών". Κατά την έξοδο του από το άνω νοσοκομείο ο ενάγων επισκέφθηκε ιατρό χειρουργό στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, προκειμένου να διερευνηθεί ο τρόπος που έπρεπε να αντιμετωπισθεί ο άνω όγκος που επρόκειτο για νεοπλασματική "μάζα", ο οποίος του συνέστησε την αφαίρεσή του, ενημερώνοντας τον ότι, λόγω της θέσης του όγκου, επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα δύσκολο χειρουργείο, καθώς υπήρχε και κίνδυνος να χάσει το νεφρό του.
Εν συνεχεία ο ενάγων ζήτησε τη συμβουλή και διάφορων άλλων ιατρών στην Αθήνα, οι οποίοι επίσης σύστηναν την αφαίρεση του όγκου, ενημερώνοντας τον για την επικινδυνότητα της επέμβασης. Στις 2-10-2010 υπεβλήθη και σε ποζιτρονική υπολογιστική τομογραφία στο Γ.Ν. Αθηνών " Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", με τα ακόλουθα ευρήματα: "...
Παρατηρείται παθολογική πρόσληψη FDG ανομοιογενώς σε ευμέγεθες λεμφαδενικό block διαστάσεων 6,7X6,1X7,2 εκ. αριστερά παραορτικα από το ύψος των νεφρικών αγγείων μέχρι το μεσοσπονδύλιο διάστημα 03-04, σε άμεση επαφή με τον σύστοιχο ψοϊτη μυ (SUV max:5). Στην ΥΤ παρατηρούνται διάσπαρτες τήξεις και ασβεστώσεις εντός του λεμφαδενικού block.".
Ένας εκ των ιατρών που επισκέφθηκε, ο Δημήτριος Κ., ειδικός παθολόγος, του συνέστησε να απευθυνθεί και να ζητήσει την ιατρική συμβουλή του πρώτου κυρίως εναγομένου, Ευστράτιου Καλαϊτζή (αναιρεσιβλήτου), ο οποίος είναι ιατρός χειρουργός και κατέχει τη θέση του επιστημονικού Διευθυντή της χειρουργικής κλινικής της δεύτερης εναγομένης "...." στη Θεσσαλονίκη, καθώς είχε εκπαιδευτεί στη Γαλλία, είχε ιδιαίτερη φήμη και θεωρείτο κορυφαίος στην ειδικότητα του.
Πράγματι ο ενάγων στις 6-10-2010 επισκέφθηκε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος αφού έλαβε γνώση όλου του ιατρικού ιστορικού του ενάγοντος και των εξετάσεων του, ιδίως δε της πολύ πρόσφατης ποζιτρονικής υπολογιστικής τομογραφίας της 2-10-2010, του σύστησε και αυτός την αφαίρεση του όγκου, εντός της κλινικής της δεύτερης εναγομένης με την οποία συνεργαζόταν.
Ειδικότερα, η σχέση του πρώτου εναγομένου με την άνω κλινική -δεύτερη εναγομένη ήταν σχέση ελεύθερης συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος είχε δικαίωμα να διενεργεί στους χώρους της κλινικής χειρουργικές επεμβάσεις σε ασθενείς του και να επιμελείται της θεραπείας τους, εντασσόμενος όμως στο πρόγραμμα της κλινικής, η οποία καθόριζε τους γενικούς όρους που αφορούσαν τις επεμβάσεις και τη νοσηλεία.
Ο ιατρός, πρώτος εναγόμενος εισέπραττε χωριστή αμοιβή από τους ασθενείς του, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες και τα τεχνικά μέσα της κλινικής-δεύτερης εναγομένης, η οποία επιπλέον εκτός της είσπραξης χωριστής αμοιβής από τους ασθενείς του ιατρού για τις υπηρεσίες που προσέφερε σε αυτούς, ωφελούνταν από την εν λόγω δραστηριότητα, αφού κατάφερνε να επεκτείνει τον επαγγελματικό κύκλο δράσης της και συνακόλουθα τα κέρδη της κι ως εκ τούτου έπρεπε εύλογα να επιβαρύνεται και από τα επιζήμια αποτελέσματα της ίδιας δραστηριότητας.
Υπό τα άνω δεδομένα ο πρώτος εναγόμενος λειτουργούσε ως προστηθείς της δεύτερης εναγομένης, (αρθ. 922ΑΚ), δοθέντος ότι..., για το χαρακτηρισμό της σχέσης πρόστησης μεταξύ τους κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ τους σχέσης, ούτε απαιτείται η παροχή ειδικών και λεπτομερών οδηγιών από την κλινική κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ιατρού, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ενεργεί σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, αλλά αρκεί και η παροχή από την κλινική γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική.
Στις 21-10-2010 συγκλήθηκε ογκολογικό συμβούλιο στην κλινική της δεύτερης εναγομένης, στο οποίο συμμετείχαν οι ιατροί Κ., παθολόγος, ως θεράπων ιατρός του ενάγοντος, ο οποίος παρουσίασε και το περιστατικό, ο πρώτος εναγόμενος και οι ιατροί Κ. Τ., χειρουργός. Σ. Μ., παθολόγος - ογκολόγος, Σ. Ε., ακτινολόγος, Α. Ε., γαστρεντερολόγος και Α., ακτινοθεραπευτής, όπου αποφασίσθηκε η χειρουργική αφαίρεση του όγκου και η εν συνεχεία υποβολή του ενάγοντος σε χημειοθεραπεία.
Κατόπιν τούτων, ο ενάγων, συναινώντας να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, εισήχθη στην κλινική της δεύτερης εναγομένης στις 23.11.2010 και την επομένη ημέρα 24.11.2010 -σε εκτέλεση σύμβασης ιατρικής αγωγής που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο- υποβλήθηκε από τον τελευταίο, έχοντας ως βοηθό του την χειρουργό Κ. Τ.
στην προγραμματισμένη επέμβαση αφαίρεσης του παραορτικού όγκου, η οποία διήρκησε περίπου 5 ώρες, ήτοι από τις 07:30' έως τις 12:40'. Ειδικότερα η χειρουργική επέμβαση που υποβλήθηκε ο ενάγων συνίστατο, όπως προκύπτει από 24-11-2010 πρακτικό χειρουργείου, υπογραφόμενο από τον πρώτο εναγόμενο και την άνω βοηθό χειρουργό σε "η αφαίρεση της μάζας και αορτο-λαγόνιος λεμφαδενικός καθαρισμός.
Με γενική αναισθησία και επισκληρίδιο (κος Α.) τομή μέση ξιφοηβική - κινητοποίηση προς τα δεξιά όλου του αριστερού τμήματος του παχέος εντέρου και της γωνίας του Treitz. Αφαίρεση δύο οζιδίων από το μείζον επίπλουν για ιστολογική εξέταση. Αορτο-λαγόνιος αριστερός λεμφαδενικός καθαρισμός συναφαιρώντας μαζί με την πάρα - αορτική μάζα και τα σπερματικά αγγεία από την απολίνωση τους στην βουβωνική χώρα προ 16 ετών μέχρι την νεφρική φλέβα.
Η αποκόλληση του αριστερού ουρητήρα από την μάζα είναι αρκετά εργώδης, περισσότερο όμως εργώδης είναι η αποκόλληση της μάζας από την αορτή όπου αφαιρείται αναγκαστικά τμήμα του πλαγίου τοιχώματος της. Η αιμόσταση στην αορτή πραγματοποιείται δυσχερώς λόγω της σαθρότητας των τοιχωμάτων της με ένα συνεχές ράμμα PROLENE 5/0 και TACHOSYL.
Η ραφή αυτή προκαλεί μία μικρή στένωση χωρίς απόφραξη. Παροχέτευση με Redon No 16. Σύγκλειση των τοιχωμάτων κατά στρώματα". Μετά το πέρας της επέμβασης, ο ενάγων οδηγήθηκε από τον αναισθησιολόγο Α. και τη χειρουργό Τ. στη Μ.Ε.Θ. της δεύτερης εναγομένης διασωληνωμένος και υπό καταστολή, με κόρες 2φ άμφω, ήτοι δύο χιλιοστά και φυσιολογικές, με άριστο δείκτη οξυγόνωσης σε μηχανικό αερισμό, αιμοδυναμικά σταθερός χωρίς ινότροπη - αγγειοδραστική υποστήριξη, με ικανοποιητική διούρηση, χωρίς απώλειες από το Redon (παροχέτευση), παρελήφθη δε από τους εντατικολόγους της δεύτερης εναγομένης.
Το μετεγχειρητικό πλάνο προέβλεπε επαναθέρμανση και αφύπνιση του ενάγοντος την επομένη, λόγω του παρατεταμένου χειρουργικού χρόνου. Άμεσα όμως, μετά την άφιξη του στη Μ.Ε.Θ, όπως προκύπτει από το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα που υπογράφει η Διευθύντρια της ΜΕΘ Σ. Π., παθολόγος-ενταντικολόγος, ο ενάγων εμφάνισε σοβαρότατη αιμοδυναμική αστάθεια με ταυτόχρονη μεγάλη απώλεια αίματος από την κοιλιακή παροχέτευση, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί γρήγορα σε κατάσταση καρδιακής ανακοπής και υποβολαιμικό σοκ.
Αμέσως οι εντατικολόγοι κάλεσαν την ομάδα ανάνηψης της κλινικής, ιατρούς και τους νοσηλευτές του Τ.Ε.Π, ενώ άρχισαν οι ίδιοι προσπάθειες καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης, κλήθηκε δε και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος υπό συνθήκες αναζωογόνησης, διάνοιξε τη λαπαροτομία επί κλίνης και εν μέσω αθρόας αιμορραγίας, διαπιστώνοντας ότι είχε επέλθει ρήξη στην κοιλιακή αορτής τοποθέτησε σ' αυτή ψηλαφητά δύο αγγειολαβίδες, ώστε να γίνει αιμόσταση.
Μετά από περίπου 45 λεπτά ΚΑΡΠΑ, κατά τα οποία χορηγήθηκαν και 4 απινιδώσεις των 360 J προς ανάταξη των επεισοδίων κοιλιακής μαρμαρυγής, αποκαταστάθηκαν ο φλεβοκομβικός ρυθμός και η κυκλοφορία του ενάγοντος, οπότε περί ώρα 13:30' οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο, όπου υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της ρήξης της αορτής με μόσχευμα.
Την εν λόγω επέμβαση, η οποία διήρκησε περίπου 3 ώρες, διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος από κοινού με τον αγγειοχειρουργό Μ., ο οποίος κλήθηκε προς αυτό τον σκοπό και με τη συνδρομή και πάλι της χειρουργού Κ. Τ.. Σύμφωνα με το δεύτερο από 24-11-2010 πρακτικό χειρουργείου "Μια ώρα περίπου μετά την επέμβαση ο ασθενής παρουσιάζει υποβολεμικό σοκ και καρδιακή ανακοπή.
Του χορηγείται αγγειοσύσπαση και διενεργούνται ηλεκτρικές ανατάξεις συγχρόνως με εξωκαρδιακές μαλάξεις. Η μέση τομή διανοίγεται στην εντατική και - επιβεβαιώνεται η ρήξη της κοιλιακής αορτής, η οποία είναι σαθρή και μικρής διαμέτρου περί τα 16 εκ. Αιμόσταση με δύο αγγειακές λαβίδες. Μεταφορά στο χειρουργείο.
Καλείται ο κος Μ. (αγγειοχειρουργός) με του οποίου την συνεργασία και κατόπιν σταθεροποιήσεως της αιμοδυναμικής καταστάσεως του ασθενούς διενεργείται η αποκατάσταση της κοιλιακής αορτής με μόσχευμα GORE - TEX No 18. Σημειωτέον ότι η ρήξη επήλθε στην οπίσθια σαθρή επιφάνεια της αορτής και όχι στο επίπεδο της προηγηθείσης συρραφής.
Μεταγγίσθηκε ο ασθενής με 9 πλάσματα, 6 αίματα, 3 αιμοπετάλια και 4 κρυοκαθιζήματα. Η περιτοναϊκή κοιλότητα μετά από σύγκλιση του οπισθοπεριτοναίου παροχετεύεται με μία ελαστική λάμα και τα τοιχώματα συγκλείονται με VICRYL και PDS Νοί. Μεμονωμένα ράμματα και κλιπς στο δέρμα. Σταθεροποιημένος αιμοδυναμικά μεταφέρεται στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης".
Μετά το πέρας της επέμβασης ο ενάγων οδηγήθηκε εκ νέου στη Μ.Ε.Θ. της δεύτερης εναγομένης υπό καταστολή, με κόρες 4 mm και ακτινολογικά ευρήματα συμβατά με οξύ πνευμονικό οίδημα. Παρά την ανάταξη όμως της σχάσης της κοιλιακής αορτής με μόσχευμα, συνεπεία της προηγηθείσας καρδιακής ανακοπής, ο ενάγων εμφάνισε νευρολογικές διαταραχές λόγω ισχαιμίας και συγκεκριμένα υποξική εγκεφαλική βλάβη (ισχαιμικές βλάβες μετωπιαία -βρεγματικά δεξιά, βασικών γαγγλίων - κερκοφόρων πυρήνων) ευρήματα που προέκυψαν από δύο μαγνητικές τοπογραφίες εγκεφάλου (28.11.2011 και 22.12.2011) με συνοδό επιληπτική δραστηριότητα (γενικευμένες και εστιακές επιληπτικές κρίσεις), η οποία αποκαταστάθηκε μετά την έναρξη αντιεπιληπτικής αγωγής (βλ.
από 8.1.2011 ιατρική γνωμάτευση της ΜΕΘ της δεύτερης εναγομένης). Κατά τη νοσηλεία του εμφάνισε κατάσταση εμβροντησίας, όπου ήταν σε θέση να παρακολουθεί το περιβάλλον με τους οφθαλμούς και να δείχνει ότι αντιλαμβάνεται, χωρίς όμως να είναι ικανός για ουσιαστικότερη επικοινωνία. Στις 22-12-2010 εμφάνισε συγχυτικοδιεγερτική κατάσταση, που αντιμετωπίστηκε φαρμακευτικά, όμως στη συνέχεια παρουσίασε παρκινσονικού τύπου δυσκαμψία στα άνω και κάτω άκρα, καθώς και εστιακή δυστονία στον αυχένα, υπό τη μορφή ραιβόκρανου, οφειλόμενες πιθανότατα στις βλάβες των βασικών γαγγλίων, λόγω της υποξίας σε συνδυασμό με τη χορήγηση αντιψυχωσικών φαρμάκων.
Παρέμεινε νοσηλευμένος στην άνω Μ.Ε.Θ. έως 9-1-2011, ήτοι επί 45 ημέρες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Κέντρο Αποκατάστασης "ΑΡΩΓΗ" στη Νίκαια Λάρισας. Κατά την έξοδο του από την κλινική ο ενάγων ήταν σε θέση να συνεργάζεται, να εκτελεί σύνθετες εντολές kch να επικοινωνεί ικανοποιητικά, μη λεκτικά, με το περιβάλλον.
Εμφάνιζε ήπια κάμψη της κεφαλής προς τα αριστερά, εξωττυραμιδικού τύπου δυσκαμψία (ere βελτίωση) στους καρπούς και στα δάκτυλα των άνω άκρων, καθώς και στις κατά γόνυ αρθρώσεις άμφω... Ο ενάγων, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του και των σωματικών του βλαβών παρέμεινε στο άνω κέντρο αποκατάστασης στη Νίκαια Λάρισας έως 20-4- 2012, ενώ από τις 23-4-2012 μεταφέρθηκε στο ίδιο κέντρο αποκατάστασης "ΑΡΩΓΗ" στην Καρδίτσα, όπου και παρέμεινε έως τις 7-9-2012, ενώ εν συνεχεία μεταφέρθηκε και διαμένει στην οικογενειακή κατοικία στην Καρδίτσα, συνεχίζοντας ωστόσο να παρακολουθεί πλήρες πρόγραμμα αποκατάστασης ως εξωτερικός ασθενής...
Ο ενάγων έχει τελικές νευρολογικές υπολειμματικές βλάβες, οφειλόμενες χωρίς αμφιβολία, στην καρδιακή ανακοπή που υπέστη κατά την εισαγωγή του στη Μ.Ε.Θ. της δεύτερης εναγομένης μετά το πρώτο χειρουργείο της 24-11-2010, συνεπεία της υποβολαιμικής καταπληξίας, που επέφερε την ιστική υποξία του εγκεφάλου. Οι εν λόγω βλάβες είναι ψυχικές διαταραχές, συναισθηματική αστάθεια, διαταραχές μνήμης, αδυναμία συγκέντρωσης και προσοχής, διαταραχές λόγου - δυσφασία, εκσεσημασμένη σπαστικότητσ άνω άκρων, ιδία αριστερά και κάτω άκρων, ιδία δεξιά, εξωπυραμιδικού τύπου δυσκαμψία άνω και κάτω άκρων, δυστονία αυχένος/ραιβόκρανο, μειωμένη κινητικότητα, αδυναμία ορθοστάτισης χωρίς υποστήριξη, αδυναμία βάδισης χωρίς υποστήριξη, επιληπτικές κρίσεις.
Οι άνω υπολειμματικές νευρολογικές βλάβες είναι μη αναστρέψιμες και ως εκ τούτου μόνιμες... Συνεπεία δε της βαριάς σπαστικής τετραπληγίας του κρίθηκε αρχικά, με την υπ. αριθμ. 5/24.8.2011 απόφαση της αρμόδιας Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο είναι ο ασφαλιστικός φορέας στον οποίο υπάγεται, ανάπηρος για το χρονικό διάστημα από 28.6.2011 μέχρι 30.6.2013.
με ποσοστό αναπηρίας 80%, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, από 1.7.2013 έως εφ όρου ζωής, με ποσοστό αναπηρίας 85% (βλ. από 7.9.2011 πιστοποίηση γνωμάτευσης και από 9 8.2013 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας, αντίστοιχα της άνω επιτροπής του ΙΚΑ). Εξάλλου, μετά τη διενέργεια της προαναφερόμενης πρώτης επέμβασης στον ενάγοντα, ο πρώτος εναγόμενος απέστειλε προς ιστολογική εξέταση στο ιστοπαθολογικό και κυτταρολογικό εργαστήριο του Ι.
Χ., καθηγητή Ανατομικής σχετικό υλικό, από το από 6.12.2010 πόρισμα της οποίας προκύπτει ότι ο παραορτικός όγκος που αφαιρέθηκε, επρόκειτο για κακόηθες νεόπλασμα όρχεος μη σεμινατώδες, γεγονός που σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες προεγχειρητικές εξετάσεις του ενάγοντος, καθιστούσε ενδεδειγμένη και αναγκαία τη χειρουργική αφαίρεση του εν λόγω όγκου, καθώς ο όγκος αυτός θα μπορούσε να προκαλέσει πιεστικά φαινόμενα και δυσλειτουργία των γύρω οργάνων (εντέρου, αριστερού νεφρού και ουρητήρα) και γιατί επρόκειτο για επιθετικό και κακοήθη και ήταν βέβαιη η διασπορά του σε άλλα όργανα, όπως αναφέρει στην με αριθμ. 2414/2014 ένορκη βεβαίωση του, ο μάρτυρας Σταύρος Εφραιμίδης, καθηγητής ακτινολογίας, που συμμετείχε στο προαναφερόμενο από 21-10-2010 ογκολογικό συμβούλιο.
Για το ότι η χειρουργική αφαίρεση του όγκου ήταν αναγκαία και η απολύτως ενδεδειγμένη θεραπευτική αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του ενάγοντος, κάνουν λόγο και οι ιατροί Γ. Φ., καθηγητής ΑΠΘ και διευθυντής της Πανεπιστημιακής Ογκολογικής Παθολογίας του νοσοκομείου "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και Β. Κ., καθηγητής ΑΠΘ και διευθυντής της Πανεπιστημιακής Ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου "Γ.
Γεννηματάς", στην από 10.10.2014 Ιατρική πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε από τον ιατρικό σύλλογο Θεσσαλονίκης, κατόπιν αιτήματος του πρώτου εναγομένου. Η χειρουργική επέμβαση, οπισθοπεριτοναϊκού λεμφαδενικού καθαρισμού, δεν ήταν επέμβαση "ρουτίνας", αλλά μια πολύπλοκη επέμβαση που ενείχε κινδύνους, λόγω της θέσης του όγκου που εφαπτόταν στην κοιλιακή αορτή-χωρίς να προκύπτει ότι την διηθούσε - και έφθανε μέχρι το ύψος των νεφρών, της πιθανής δυσχέρειας στην αποκόλληση του από αυτή και των υπονοιών ύπαρξης κακοήθειας, όπως αυτό προέκυπτε από το ιστορικό του ενάγοντος που σε συνδυασμό με τις διενεργηθείσες εξετάσεις εξαγόταν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για υποτροπή της νόσου μετά την παρέλευση δεκαέξι ετών από την αφαίρεση του πρωτοπαθούς όγκου και την επακολουθήσασα χημειοθεραπεία.
Η υποβολή επίσης του ασθενούς σε χημειοθεραπεία κατά το παρελθόν, καθιστούσε δυσχερέστερη και πολυπλοκότερη την ούτως ή άλλως δυσχερή και πολύπλοκη χειρουργική επέμβαση, γιατί σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Μ., διευθυντή ΕΣΥ ΓΠΝ "Γ. Παπανικολάου" που διορίστηκε με την προαναφερόμενη με αριθμ. 7760/2015απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε περίπτωση χημειοθεραπείας οι ιστοί του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου παρουσιάζονται πιο "καθηλωμένοι" και πιο "στερροί", με αποτέλεσμα να αποκολλώνται με δυσκολία.
Τα δεδομένα αυτά, ήταν γνωστά στον πρώτο εναγόμενο, όπως είναι γνωστά και στους χειρουργούς που διενεργούν αντίστοιχες επεμβάσεις. Κι επειδή η ιδιαίτερη επικινδυνότητα της επέμβασης αυξάνει το μέτρο της απαιτούμενης επιμέλειας του ιατρού ..., ο πρώτος εναγόμενος είχε ιδιαίτερη υποχρέωση εκ των προτέρων, να προβεί σε προσεκτικό προεγχειρητικό σχεδιασμό και να εξασφαλίσει την επιστημονική επάρκεια και εμπειρία της χειρουργικής ομάδας που θα επιλαμβανόταν του περιστατικού,...
Οι δυσκολίες που θα παρουσίαζε η χειρουργική επέμβαση που ανέλαβε να εκτελέσει, με πιθανές σοβαρές επιπλοκές, αλλά και το νεαρό της ηλικίας του ασθενούς, επέβαλαν στον πρώτο εναγόμενο να λάβει όλα τα αναγκαία και επιβαλλόμενα από τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και πείρας μέτρα για την προστασία της ζωής και της υγείας του ενάγοντος και για την εξασφάλιση της κατά το δυνατό χωρίς επιπλοκές, διεξαγωγής της επέμβασης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η παρουσία αγγειοχειρουργού κατά τη διενέργεια της επέμβασης ..., ως του πλέον κατάλληλου ειδικού ιατρού για θεραπευτική αντιμετώπιση παθήσεων και τραυματιών αιμοφόρων αγγείων.
δηλαδή αρτηριών, φλεβών και λεμφοφόρων αγγείων του σώματος. Η προηγούμενη εμπειρία του πρώτου εναγομένου, που έχει την ειδικότητα του γενικού χειρουργού, στην αντιμετώπιση αντίστοιχων περιστατικών αφαίρεσης όγκων,... δεν αρκούσε από μόνη της στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε τούτος να υποκαταστήσει την παρουσία του πλέον ειδικού προς τούτο ιατρού, που έχει εξειδικευμένη εκπαίδευση στον τομέα της αγγειοχειρουργικής και διαθέτει τίτλο άσκησης της ειδικότητας αυτής.
Η δε επικαλούμενη εξειδίκευση του επί ένα έτος στον τομέα της αγγειοχειρουργικής, πέραν του ότι από κανένα έγγραφο δεν επιβεβαιώνεται, δεν τον καθιστά ειδικό αγγειοχειρουργό, όπως τούτος εμφανίζεται στο από 11.12.2013 σημείωμα παροχής εξηγήσεων που κατέθεσε στη Πταισματοδίκη του ΙΕ Τμήματος Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε σε βάρος του, όπου δηλώνει "είμαι γιατρός χειρουργός με ειδικότητα στην αγγειοχειρουργική".
Η άνω παραδοχή περί αναγκαίας και ενδεδειγμένης της παρουσίας αγγειοχειρουργού κατά την πρώτη επέμβαση του ενάγοντος, ενισχύεται από την γνωμοδότηση του Ε. Χ., που διενεργήθηκε δυνάμει της προαναφερόμενης Εισαγγελικής παραγγελίας στα πλαίσια της ποινικής δίκης, όπου επί λέξει αναφέρεται ότι "η φύση και η τομογραφία της προσκολλημένης στην αορτή μάζας και κυρίως η ένδειξη για ογκολογική χειρουργική εξαίρεση της, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας και την ιδιαιτερότητα του ασθενούς, καθιστούσαν επιβεβλημένη την πρόνοια, για την έστω και συμβουλευτικά παρουσία ή ενεργό συμμετοχή ειδικού αγγειοχειρουργού.
Κάτι τέτοιο, σε τέτοιας φύσεως χειρουργική επέμβαση, θα είχε ενδεχομένως αποτρέψει τις κατωτέρω σοβαρότερες σωματικές βλάβες", την οποία (γνωμοδότηση) δεν αναιρούν ούτε οι γνωμοδοτήσεις των διορισμένων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμόνων, Θ. Π. και Α. Μ., καθώς και του διορισμένου από τον πρώτο εναγόμενο τεχνικού συμβούλου Ν.
Σ., καθηγητή αγγειοχειρουργικής ΑΠΘ, ..... Και ναι μεν ο ιατρός σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.3 του Ν. 3418/2005 "Κώδικας της Ιατρικής Δεοντολογίας" ενεργεί με πλήρη ελευθερία, πλην όμως η επιστημονική του ελευθερία δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει σημείο αναφοράς τους αποδεκτούς κανόνες και μεθόδους της ιατρικής επιστήμης, καθώς και τον συγκεκριμένο ασθενή και στην προκειμένη περίπτωση η επιλογή του πρώτου εναγομένου να χειρουργήσει τον ενάγοντα χωρίς την παρουσία αγγειοχειρουργού, του οποίου τις ειδικές γνώσεις και ικανότητες δεν διέθετε, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη και συνιστά ιατρικό σφάλμα, γιατί επέφερε τη βλάβη του ενάγοντος,....
Περαιτέρω, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πρακτικό του πρώτου χειρουργείου, που συνέταξε ο πρώτος εναγόμενος, " η αποκόλληση του αριστερού ουρητήρα από την μάζα ήταν αρκετά εργώδης, περισσότερο όμως εργώδης ήταν η αποκόλληση της μάζας από την αορτή, όπου αφαιρέθηκε αναγκαστικά και τμήμα του πλάγιου τοιχώματος της.
Η αιμόσταση στη αορτή πραγματοποιήθηκε δυσχερώς λόγω της σαθρότητας των τοιχωμάτων της ...". Επιβεβαιώθηκε, δηλαδή, αυτό που όφειλε να είχε λάβει υπόψη του ο πρώτος εναγόμενος, πριν τη διενέργεια της επέμβασης και ειδικότερα η σημαντική δυσχέρεια κατά την αποκόλληση του όγκου από την αορτή, λόγω των γνωστών σ' αυτόν προαναφερόμενων παραγόντων, εξαιτίας της οποίας ο ως άνω χειρουργός αναγκάστηκε να συναφαιρέσει και τμήμα του πλάγιου τοιχώματος της, έκτασης τριών εκατοστών.
Η εν λόγω συναφαίρεση, αυτή καθεαυτή, δεν οφείλεται σε εσφαλμένο χειρισμό του ως άνω χειρουργού, αλλά αποτελεί πιθανό ενδεχόμενο κατά τη διάρκεια ανάλογων επεμβάσεων αποκόλλησης μάζας από την αορτή..., το οποίο και αντιμετωπίζεται, είτε με συρραφή των τοιχωμάτων της αορτής, είτε με τοποθέτηση μοσχεύματος.
Στη συγκεκριμένη όμως, περίπτωση, εφόσον τα τοιχώματα του ως άνω αγγείου ήταν σαθρά, όπως ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος τα χαρακτηρίζει, γεγονός που σημαίνει, με βάση την εννοιολογική σημασία της ως άνω λέξης, ότι δεν ήταν γερά και ανθεκτικά, παρά ήταν διαβρωμένα ή φθαρμένα και εφόσον μετά την αφαίρεση τμήματος της αορτής μαζί με τον όγκο, αφαιρέθηκαν οι δύο από τους τρεις συνολικά χιτώνες (που αποτελούν τη σκληρή αθηρηματική πλάκα), σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α.
Μ. όφειλε τούτος, σταθμίζοντας τους κινδύνους, επιμελώς φερόμενος, να είχε προβλέψει την πιθανότητα ρήξης της αορτής σε περίπτωση απλής συρραφής τους και με τη συνδρομή αγγειοχειρουργού, να είχε προβεί στην αντικατάσταση του τμήματος της αορτής με μόσχευμα.... Το ότι ο πρώτος εναγόμενος όφειλε να είχε προβεί με τη συνδρομή αγγειοχειρουργού σε τοποθέτηση μοσχεύματος και όχι σε συρραφή της αορτής, επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, Ε.
Χ.,... Στη φάση δε εκείνη του χειρουργείου, πριν τη συρραφή, με βάση τα δεδομένα που είχε ο πρώτος κυρίως εναγόμενος στη διάθεση του, τόσο προεγχειρητικά όσο και διεγχειρητικά, και τις επιστημονικές του γνώσεις όφειλε και μπορούσε να είχε προβλέψει τον σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ρήξης της αορτής, στην οποία θα οδηγούσε αιτιακά η συρραφή των σαθρών τοιχωμάτων, η συνακόλουθη στένωση του αγγείου και μείωση της ελαστικότητας αυτών, η κακή αιμάτωση του ιστού και τελικά η απώλεια της αντοχής του και ως εκ τούτου να προτάξει τη διενέργεια της μεταμόσχευσης, αφού βέβαια να ζητήσει την παρουσία του αγγειοχειρουργού έστω και σε εκείνο το στάδιο της επέμβασης.
Δεν ενήργησε, δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις ένας, μέσος συνετός και επιμελής ιατρός.... εάν εξ αρχής ο πρώτος εναγόμενος είχε επιλέξει να προβεί σε αντικατάσταση με μόσχευμα και όχι σε συρραφή, δεν θα δαπανούσε χρόνο για να κατορθώσει να πραγματοποιήσει τη συρραφή και την εν συνεχεία "δυσχερή", όπως την χαρακτήρισε, αιμόσταση.
Ως εκ τούτου δεν θα υπήρχε ούτε "παράταση" απώλειας αίματος και υγρών, ούτε "παράταση" του χρόνου αναισθησίας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο χρόνος που θα απαιτούνταν για την τοποθέτηση του μοσχεύματος δεν θα προστίθετο, αλλά θα αντικαθιστούσε, τον ήδη "παρατεταμένο" χρόνο του πρώτου χειρουργείου, αφού θα είχε αποφευχθεί ο χρόνος που απαιτήθηκε για τη συρραφή και τη δυσχερή πραγματοποίηση της αιμόστασης.
Ο κίνδυνος εξάλλου επιμόλυνσης του μοσχεύματος, ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση μεταμόσχευσης, πλην όμως τούτη επιλέγεται εφόσον αυτό επιτάσσουν, όπως εν προκειμένω, τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί περί του ότι δεν επελέγη από τον πρώτο εναγόμενο η αντικατάσταση της αορτής με μόσχευμα, προς αποφυγή των κινδύνων παράτασης της απώλειας αίματος και υγρών, της παράτασης του χρόνου αναισθησίας και επιμόλυνσης του μοσχεύματος, δεν κρίνονται πειστικοί, σε κάθε δε περίπτωση οι ως άνω υποτιθέμενοι κίνδυνοι ήταν αντιμετωπίσιμοι, μικρότερης -σε εκείνη τη χρονική στιγμή- σπουδαιότητας ή όχι το ίδιο άμεσοι με αυτόν που ελλόχευε από τη διενεργηθείσα συρραφή, ο οποίος τελικά πραγματώθηκε.
Ειδικότερα, λόγω της προαναφερόμενης κατάστασης του τοιχώματος της αορτής και λόγω της στένωσης του αγγείου από τη συρραφή, αυξήθηκε η ενδοαυλική πίεση κεντρικότερα της στένωσης, επήλθε προοτενωτική διάταση και μη δυνάμενο το αορτικό τοίχωμα -αφού έχασε τα στηρίγματα του, να αντέξει τις ασκούμενες πιέσεις προκλήθηκε "ρήξη στην οπίσθια σαθρή επιφάνεια της αορτής", σύμφωνα με το πρακτικό του δεύτερου χειρουργείου, ή "διάσπαση της συρραφής" σύμφωνα με την γνωμοδότηση του Π.
Β. και του Χ..Τ…, καθηγητή Νευροχειρουργικής ΑΠΘ, που προσκομίζει ο ενάγων. Στο ίδιο ως άνω πρακτικό του δεύτερου χειρουργείου, αναφέρεται ότι "μία ώρα" μετά την πρώτη επέμβαση ο ενάγων παρουσιάζει υποβολαιμικό σοκ και καρδιακή ανακοπή. Ωστόσο, το αναγραφόμενο τούτο γεγονός, είναι ανακριβές καθόσον κατά τα προαναφερόμενα, αμέσως μόλις ο ενάγων μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ εμφάνισε σοβαρότατη αιμοδυναμική αστάθεια, με ταυτόχρονη μεγάλη απώλεια αίματος από την κοιλιακή παροχέτευση, που οδήγησε γρήγορα σε καρδιακή ανακοπή.
Είναι μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι το πρώτο χειρουργείο ολοκληρώθηκε στις 12:40, η προσπάθεια καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης μετά την καρδιακή ανακοπή διήρκεσε 45 λεπτά, ενώ ο ασθενής οδηγήθηκε στις 13:30 εκ νέου στο χειρουργείο. Τούτο σημαίνει (μετρώντας αντίστροφα κανείς από τις 13:30 και πίσω) ότι η ρήξη επήλθε μεταξύ 12:40 με 12:45, δηλαδή λίγα μόλις λεπτά μετά την ολοκλήρωση του πρώτου χειρουργείου, "άμεσα" δηλαδή όπως αναφέρει και το προαναφερόμενο ενημερωτικό σημείωμα της ΜΕΘ της δεύτερης εναγομένης.
Ο ελάχιστος αυτός χρόνος που παρήλθε μεταξύ του πρώτου χειρουργείου και της ρήξης της κοιλιακής αορτής, επιβεβαιώνει την άμεση αιτιώδη συνάφεια της ως άνω ρήξης και των άνω εσφαλμένων διεγχειρητικών χειρισμών του πρώτου εναγομένου και της μη στάθμισης του κινδύνου του ενάγοντος, γεγονός που αναιρεί τους ισχυρισμούς του τελευταίου, ότι η ρήξη της αορτής ήταν τυχαίο περιστατικό.
Άλλωστε .μετά την αντικατάσταση της κοιλιακής αορτής με μόσχευμα που έγινε με τη συμμετοχή του άνω αγγειοχειρουργού, δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα λόγω του μοσχεύματος, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι τούτη ήταν η εξ αρχής ενδεδειγμένη μέθοδος αποκατάστασης της αορτής, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου.
Όσον αφορά τον επιπρόσθετο ισχυρισμό του εναγομένου ότι η μετεγχειρητική ρήξη της αορτής δεν συνδέεται με το σημείο συρραφής, γιατί η ρήξη επήλθε στο οπίσθιο τμήμα του τοιχώματος της αορτής, λεκτέα είναι τα εξής: στο άνω πρακτικό του δεύτερου χειρουργείου που εκτός από τον πρώτο εναγόμενο, συνυπογράφουν, οι συμμετέχοντες σε αυτό, Κ.
Τ. β' χειρουργός και ο αγγειοχειρουργός Μ., αναφέρεται "Σημειωτέον ότι η ρήξη επήλθε στην οπίσθια σαθρή επιφάνεια της αορτής και όχι στο επίπεδο της προηγηθείσας συρραφής". Αμεση αντίληψη για το αναγραφόμενο τούτο γεγονός, είχε εκτός από τον πρώτο εναγόμενο που το κατέγραψε, η Κ. Τ. που το επιβεβαίωσε και με την ένορκη βεβαίωση της και ο αγγειοχειρουργός Μ., όλοι οι υπόλοιποι πραγματογνώμονες και μάρτυρες δεν μπορούν ούτε να το επιβεβαιώσουν, ούτε να το ανατρέψουν αφού δεν συμμετείχαν στο δεύτερο χειρουργείο.
Άξιο μνείας είναι όμως το αναγραφόμενο στην ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης ότι "Με βάση την βιβλιογραφία και την προσωπική μου εμπειρία, όλες οι μετεγχειρητικές αιμορραγίες που εμφανίζονται το πρώτο εικοσιτετράωρο ξεκινούν από το σημείο της αρτηριοραφής".
Ωστόσο, ακόμη κι αν ληφθεί ως δεδομένο, ότι η ρήξη επήλθε επί της οπίσθιας σαθρής επιφάνειας της αορτής, τούτο δεν αίρει την ευθύνη του πρώτου εναγομένου, γιατί γνωρίζοντας την τοπική κατάσταση των ιστών, αντί να σταθμίσει τους κινδύνους και να προβεί σε αντικατάσταση του τμήματος της αορτής με μόσχευμα προέβη στην σύγκλιση του κοιλιακού τοιχώματος, προτού τουλάχιστον έστω και συμβουλευτικά να ζητήσει τη γνώμη αγγειοχειρουργού.
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, παρέλειψε να προβεί στις ενέργειες εκείνες στις οποίες θα προέβαινε ο μέσος συνετός και επιμελής χειρουργός, πολύ δε μάλλον ο εναγόμενος που όλοι αποδέχονται τα αυξημένα προσόντα του, -χωρίς βέβαια το γεγονός αυτό να τον καθιστά υπόχρεο να υπερβεί το πρότυπο της επιμέλειας που ισχύει για γιατρούς της ειδικότητας του- και συγκεκριμένα, συνοψίζοντας τα προεκτεθέντα:
α) παρόλο που η πρώτη χειρουργική επέμβαση για τους προαναφερόμενους λόγους καθιστούσε επιβεβλημένη την πρόνοια για την συμμετοχή ειδικού αγγειοχειρουργού ο ανωτέρω εναγόμενος σχεδίασε και διενήργησε μόνος του την επέμβαση, χωρίς να έχει τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις και ικανότητες αγγειοχειρουργού και β) παρά το ότι τα τοιχώματα της κοιλιακής αορτής του ενάγοντος ήταν "σαθρά", τούτος, ενώ μπορούσε με βάση τις ιατρικές του γνώσεις και εμπειρία, αλλά και όφειλε να προβλέψει τη ρήξη της αορτής, επέλεξε μη δικαιολογημένα να προβεί μετά τη συναφαίρεση τμήματος της αορτής, στην αποκατάσταση αυτής, με απλή συρραφή και όχι με τοποθέτηση μοσχεύματος, όπως επέβαλαν οι κανόνες επιμέλειας και το συμφέρον της υγείας του ενάγοντος, ενώ αν δεν είχε επιδείξει την εν λόγω αμελή συμπεριφορά και ενεργούσε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, δηλαδή της ρήξης αορτής και της συνεπεία τούτης αιμορραγίας που επέφερε την προαναφερόμενη βαριά σωματική βλάβη του ενάγοντος.
Η προεκτεθείσα αμελής και συνεπώς υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου ιατρού που συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο για τον ενάγοντα αποτέλεσμα, είναι παράνομη διότι αντιβαίνει, αφ' ενός στην εκτιθέμενη στις νομικές σκέψεις της παρούσας διάταξη του άρθρου 24 του Α.Ν. 1565/ 1939 "περί κωδικός ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος" και αφετέρου στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής και επαγγελματικής δραστηριότητας των ιατρών, συνιστά δε παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και απορρέουσας εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνετής συμπεριφοράς, υποχρέωσης για λήψη εκείνων των μέτρων επιμέλειας, που είναι αναγκαία για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η κρίση τούτη, περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου ιατρού δεν αναιρείται από την αθώωση του με την ήδη αμετάκλητη με αριθμ. 2533/12.3.2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάζοντος ως Εφετείο), για την αποδοθείσα σε αυτόν πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντος, η οποία συνεκτιμάται μεν από το παρόν Δικαστήριο, πλην όμως δεν είναι δεσμευτική γι αυτό, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη ...
Επομένως, ο τρίτος λόγος της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με τον οποίο αναφέρει απλώς την άνω αθωωτική απόφαση, προφανώς για να ενισχύσει τις αιτιάσεις της περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι αβάσιμος. Ο πρώτος εναγόμενος επικαλείται με το εφετήριό του το αμετάκλητο της αθωωτικής αυτής απόφασης, ενώ με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αμετάκλητη απόφαση είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτου, γιατί υπέρ του ισχύει το τεκμήριο αθωότητας.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του πρώτου εναγομένου, πέραν του ότι απαράδεκτα προβάλλεται με τις προτάσεις του και έπρεπε να αποτελέσει λόγο έφεσης ..., είναι αβάσιμος γιατί δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας. Και τούτο γιατί ο κατοχυρωμένος από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και αρθ. 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται να καταλήξει μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφαση του.
Οι διατάξεις των άρθρων 93 - 96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Βασική συνέπεια που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ. 197 ΚΔΔ). Αποδεικτική δε δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΛ) που εν προκειμένω δεν υφίσταται ...
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέπεσε στα άνω ιατρικά σφάλματα, που συνιστούν κατά τη μείζονα σκέψη της παρούσας, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης (αρθ. 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης του πρώτου εναγομένου και της έφεσης της προσθέτως παρεμβαίνουσας- παρεμπιπτόντως εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας (GENERALI HELLAS), καθίστανται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου πλήττει όμως με τον πρώτο λόγο της αντέφεσής της και η δεύτερη εναγομένη (της πρώτης κύριας αγωγής), πλην όμως ο λόγος τούτος είναι απαράδεκτος, καθόσον με την έφεση του ενάγοντος προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης ,της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της αποζημίωσης του αρθ. 931 ΑΚ, με τα οποία δεν συνέχεται αναγκαία το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και ως εκ τούτου, ελλείπει η προϋπόθεση του παραδεκτού της αντέφεσης (αρθ. 523 παρ.1 ΚΠολΔ) ,που είναι μεταξύ άλλων η προσβολή μόνο των κεφαλαίων που προσβάλλονται με την έφεση και εκείνων που συνέχονται αναγκαία με αυτά ...
Πέραν της ευθύνης του πρώτου εναγομένου, ενόψει της αποδειχθείσης σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτού και της δεύτερης εναγομένης, η τελευταία ευθύνεται εις ολόκληρο με τον πρώτο σε αποζημίωση σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών και πρόστησης διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, στις οποίες θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας κλινικής και η υποκειμενική ευθύνη του προστηθέντος ιατρού ως αποκλειστικά υπαίτιου προσώπου ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά από παραμονή 45 ημερών στην Μ.Ε.Θ. της δεύτερης κυρίως εναγομένης, υποχρεώθηκε λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του να παραμείνει στο κέντρο αποκατάστασης "ΑΡΩΓΗ" στη Νίκαια Λάρισας από την 09.01.2011 έως την 20.04.2012, ενώ την 23.04.2012 μεταφέρθηκε στο ίδιο κέντρο αποκατάστασης "ΑΡΩΓΗ" στην Καρδίτσα, όπου και παρέμεινε έως την 07.09.2012.
Για την ως άνω παραμονή του αναγκάστηκε να καταβάλει στο πρώτο κέντρο αποκατάστασης το ποσό των 19.914,60 ευρώ..., ενώ στο δεύτερο κέντρο αποκατάστασης αναγκάστηκε να καταβάλει για το χρονικό διάστημα από την 23.04.2012 μέχρι τον χρόνο σύνταξης της αγωγής, δηλαδή την 25.07.2012, το ποσό των 623.00 ευρώ μηνιαίως και για 3 μήνες, συνολικά δηλαδή το ποσό των 1.869,00 ευρώ...
Τα ως άνω ποσά αποτελούν τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κάλυπτε ο ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντος, δηλαδή το Ι.ΚΑ, το οποίο αφορούσε την παραμονή του ενάγοντος σε τρίκλινο δωμάτιο (Γ' θέση) και του κόστους παραμονής του τελευταίου σε μονόκλινο δωμάτιο (Α' θέση). Την ως άνω διαφορά δικαιούται ο ενάγων, ο οποίος δεν ήταν υποχρεωμένος, για να μην επιβαρύνει τον υπόχρεο, να αρκεσθεί να δεχθεί τις υπηρεσίες τις οποίες του προσέφερε ο ασφαλιστικός του φορέας από πλευράς θέσης στην κλινική, ενόψει της σημασίας που έχει η υγεία για τον άνθρωπο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λειτουργήσει στην περίπτωση αυτή το βάρος που έχει ο παθών για περιορισμό της ζημίας του.
Εξάλλου, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του, που απαιτούσε την παρουσία τρίτου προσώπου δίπλα του επί 24ωρης βάσης, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, καθόσον πάθαινε συχνά κρίσεις επιληψίας, λάμβανε συχνά φαρμακευτική αγωγή, ενώ δεν μπορούσε να πιει μόνος του νερό, ούτε και να πατήσει το κουμπί κινδύνου, ώστε να καλέσει τρίτο άτομο, αλλά και την ανάγκη μακράς παραμονής του σε θεραπευτικό κέντρο, προκειμένου να παρακολουθείται καθημερινά από διαφορετικές ειδικότητες ιατρών, η επιλογή του μονόκλινου δωματίου εκ μέρους του τελούσε σε σχέση αναλογίας μεταξύ του είδους της προσβολής που υπέστη και της δαπάνης που απαιτούνταν γι αυτό, στο οποίο θα διέμενε για πρακτικούς λόγους (παραμονή τρίτου προσώπου δίπλα του επί 24ώρου για μεγάλο χρονικό διάστημα), συνετά φερόμενος, ακόμα και αν η σχετική δαπάνη, αναγκαία και μη οφειλόμενη σε υπερβολική πρόνοια καλυπτόταν από τον ίδιο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονας της παρούσας σκέψης.
Ο γενικός αντίλογος που προβάλλει ο πρώτος εναγόμενος, ότι αν η παραμονή του ενάγοντος σε μονόκλινο δωμάτιο ήταν απολύτως αναγκαία, τότε το ΙΚΑ θα κάλυπτε τη σχετική δαπάνη, δεν αρκεί να αναιρέσει τις άνω παραδοχές για την περίπτωση του συγκεκριμένου ασθενούς. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε βάσιμο στην ουσία του το άνω αγωγικό κονδύλι των 21.783,60 ευρώ συνολικά(19.914,60 + 1.869,00), δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου εναγομένου, καθίσταται αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, λόγω της πιο πάνω επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του ο ενάγων είχε την ανάγκη άλλου προσώπου κοντά του, για να τον βοηθάει και να τον περιποιείται, καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο κέντρο αποκατάστασης "ΑΡΩΓΗ" στη Λάρισα, όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο της δεύτερης εναγομένης, δηλαδή από 09.01.2011 έως 20.04.2012, όσο και μετέπειτα στην Καρδίτσα, από 23.04.2012 έως 30.06.2012, που ζητάει ο ενάγων.
Μάλιστα ενόψει της πλήρους αδυναμίας του να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση μόνος του, ακόμα και να πατήσει το κουμπί κινδύνου προκειμένου να καλέσει τις νοσοκόμες, αλλά και να μιλήσει, σε συνδυασμό με τις συχνές κρίσεις επιληψίας που υφίστατο και την ανάγκη διαρκούς λήψης φαρμακευτικής αγωγής, ήταν απαραίτητη η παρουσία τρίτου προσώπου δίπλα του, τουλάχιστον όσο παρέμεινε στα ως άνω κέντρα αποκατάστασης, καθ' όλη τη διάρκεια του 24ώρου, όπως προέκυψε όχι μόνο από την ίδια την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, αλλά και από τις υπ' αριθμ. 10814, 10.816 και 10.815/09.10.2014 ένορκες βεβαιώσεις των Ι.
συζ. Α. Δ., Μ. και Δ. Α. αντίστοιχα, θείας, αδελφής και μητέρας του ενάγοντος, που είχαν άμεση αντίληψη των όσων κατέθεσαν. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε χωρίς αντάλλαγμα η μητέρα του, Δ. Α., πρώην νοσηλεύτρια, η οποία ασχολούνταν με τη φροντίδα του ενάγοντος, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, δηλαδή επί 24ώρου βάσεως, προσφέροντας του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας και περιποιήτριας, επιπλέον αυτών που προσέφερε ως μητέρα στα πλαίσια της σχέσης της με τον ενάγοντα και με υπερένταση των δυνάμεων της.
Έτσι, ο ενάγων, ακόμη και αν δεν κατέβαλε ιδιαίτερη αμοιβή στη μητέρα του για τις άνω υπηρεσίες, δικαιούται να αξιώσει για την αιτία αυτή, σύμφωνα με όσα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις της παρούσας εκτέθηκαν, την καταβολή εκ μέρους των εναγομένων αποζημίωσης ίσης με εκείνη που αυτός θα κατέβαλε ως αποδοχές ,αν προσλάμβανε για τις υπηρεσίες του νοσηλευτή και για την περιποίηση του τρίτο πρόσωπο ως υποκατάστατη δύναμη το οποίο θα αμειβόταν.
Ο πρώτος εναγόμενος, αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος τούτου του ενάγοντος και επικαλούμενος επιπρόσθετα ότι αυτός καμία ζημιά δεν υπέστη, αφού δεν κατέβαλε κανένα ποσό στη μητέρα του για την απασχόληση της ως αποκλειστική νοσοκόμα του, ισχυρίζεται ότι καταχρηστικά κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ασκεί το δικαίωμα τούτο.
Ωστόσο, η ένσταση τούτη του πρώτου εναγομένου, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή δικαιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του ..., όπως πράττει ο πρώτος εναγόμενος. Η αποζημίωση δε που δικαιούται ο ενάγων, η οποία αποτιμάται βάσει των αμοιβών που καταβάλλονταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες τις ίδιες ώρες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, ανέρχεται στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 24.750 ευρώ (1.500 Χ 16,5 μήνες).
Όπως στη μείζονα της παρούσας σκέψη προεκτέθηκε, μεταξύ των χρηματικών παροχών που καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα ασφαλισμένο του περιλαμβάνεται και το παραπληγικό επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 1140/1981 και το οποίο τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, με τη δαπάνη για την αμοιβή προσώπου, απασχολούμενου με την επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση του παθόντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έλαβε από τον εν λόγω ασφαλιστικό του φορέα ως παραπληγικό επίδομα, κατά το χρονικό διάστημα από 28.06.2011 έως 30.06.2012 το συνολικό ποσό των 9.127,31 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 4.924,37 ευρώ για το έτος 2011 (από 28.06.2011 έως 30.12.2011) και το ποσό των 4.202,94 ευρώ για το έτος 2012 (από 01.01.2012 έως 30.06.2012), όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. 24/12.09.2013 υπηρεσιακό σημείωμα του Ι.ΚΑ, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων ότι έλαβε κατά το άνω χρονικό διάστημα που είναι και το επίδικο το ποσό των 18.500,04 ευρώ.
Επομένως, από το άνω κονδύλι των 24.750 ευρώ, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 9.127.31 ευρώ που έλαβε ο ενάγων ως παραπληγικό επίδομα από το ΙΚΑ κι ως εκ τούτου το ποσό που αυτός δικαιούται για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, ανέρχεται σε 15.622,69 (24.750 - 9.127,31) ευρώ, από το οποίο δεν απαλλάσσεται ο πρώτος εναγόμενος, καθώς το γεγονός ότι τις υπηρεσίες αυτές κάλυψε η μητέρα του ενάγοντος δεν μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλεια αυτού, που είναι υπόχρεος να το καταβάλει.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ,που απορρίπτοντας σιωπηρά την άνω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επιδίκασε στον ενάγοντα για την άνω αιτία το ποσό των 33.772,69 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου εναγομένου και ο δεύτερος λόγος της αντέφεσης της δεύτερης εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ απεναντίας, ο πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο παραπονείται γιατί δεν του επιδικάστηκε το αξιούμενο από αυτόν ποσό των 86.700 ευρώ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.
Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα με τις σπουδές του απασχολήθηκε στα Ελληνικά Ταχυδρομεία, ενώ από το έτος 2007 μέχρι και τον Απρίλιο του 2010 απασχολούνταν στην Αθήνα, όπου και διέμενε, στο οικονομικό τμήμα της εταιρίας…., αντί μηνιαίου μισθού, ύψους 800 ευρώ.
Από τον Απρίλιο του 2010 μέχρι και τον Απρίλιο του 2011 λάμβανε επίδομα ανεργίας, ενώ μέχρι τον χρόνο της επέμβασης βρισκόταν σε αναζήτηση άλλης εργασίας στην Αθήνα, έχοντας αποφασίσει ότι εάν δεν κατάφερνε να ανεύρει τέτοια, τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο που κάλυπτε τα έξοδα του με το επίδομα ανεργίας, θα επέστρεφε στον τόπο καταγωγής του στην Καρδίτσα, όπου θα άνοιγε γραφείο ως οικονομολόγος.
Εξαιτίας της σωματικής βλάβης που υπέστη από την αμελή συμπεριφορά του ενάγοντος, έχει ήδη καταστεί ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία, όπως ιατρικά βεβαιώνεται, τουλάχιστον μέχρι και τον Ιούνιο του 2013. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν συνέβαινε το ανωτέρω ατύχημα, ο ενάγων, με βάση τις σπουδές του, την εμπειρία του, την ηλικία του και την πραγματική θέληση του να εργαστεί, θα ανεύρισκε έστω μέχρι τον Ιούνιο του 2011 εργασία, από την οποία θα αποκόμιζε τουλάχιστον το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως.
Ως εκ τούτου κατά τη διετία από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι και τον Ιούνιο του 2013 απώλεσε το συνολικό ποσό των 19.200 ευρώ. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα όμως έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα, όπως ο ίδιος συνομολογεί, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως ως σύνταξη αναπηρίας, με αποτέλεσμα η ζημία του να ανέρχεται στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών του υπό καθεστώς επαγγελματικής δραστηριότητας και του μικρότερου ποσού της σύνταξης, δηλαδή στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 4.800 ευρώ.
Ενόψει τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα για την ίδια αιτία το ποσό των 4.800 ευρώ, δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης του πρώτου εναγομένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τον χρόνο των ως άνω επεμβάσεων, ο ενάγων ήταν 33 χρονών και πέραν της ορχεκτομής στην οποία είχε υποβληθεί στην ηλικία των 17 ετών, δεν αντιμετώπιζε άλλα προβλήματα υγείας, Ασχολούνταν ενεργά με τον αθλητισμό (πολεμικές τέχνες), στον οποίο είχε λάβει μάλιστα διακρίσεις και ζούσε μια φυσιολογική ζωή, Εξαιτίας της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, κινδύνεψε η ζωή του, η οποία έχει ήδη αλλάξει άρδην, αφού έχει καταστεί πλέον ανάπηρος κατά ποσοστό 85%.
οι δε υπολειμματικές νευρολογικές βλάβες που υπέστη θεωρούνται μη αναστρέψιμες και ως εκ τούτου μόνιμες. Το εξειδικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης στο οποίο έχει ενταχθεί δεν αποβλέπει στην περαιτέρω βελτίωση της νευρολογικής του κατάστασης, αλλά στη σταθεροποίηση αυτής στο σημερινό επίπεδο, παράλληλα με την πρόληψη και αντιμετώπιση ενδεχόμενων επιπλοκών.
Ο ίδιος δείχνει να αντιλαμβάνεται την κατάσταση του, αφού κλαίει συχνά, χωρίς όμως να μπορεί να εκφράσει λεκτικά αυτά που αισθάνεται. Παρέμεινε 45 ολόκληρες ημέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της δεύτερης εναγομένης και στη συνέχεια επί σχεδόν δύο χρόνια (20 συνεχείς μήνες, από 09.01.2011 έως 07.09.2012) σε κέντρα αποκατάστασης, τα οποία συνεχίζει να επισκέπτεται ως εξωτερικός ασθενής.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καθώς και του σημαντικού ψυχικού και σωματικού πόνου που δοκίμασε, των σοβαρότατων κινδύνων τους οποίους διέτρεξε, αλλά και αυτών που υφίστανται για το μέλλον, της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε και κυρίως της μη αναστρέψιμης κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η υγεία του, συνεπεία της συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την ανόρθωση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε η βλάβη της υγείας του, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες αυτής, το νεαρό της ηλικίας του, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος του ενάγοντος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση όλων των μερών και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, καθορίζει στο εύλογο κατά την κρίση του ποσό των 150.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι εύλογο (αρθ. 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (αρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2,9παρ.2 της ΕΣΔΑ) που επιβάλλει να μην υποβαθμίζεται μεν η απαξία της πράξεως, αλλά συγχρόνως να μην επέρχεται εξουθένωση του ενός μέρους με αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (ΑΠ 132/2006, ΑΠ 1020/2004 ΕλλΔνη 2005.492).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα για την άνω αιτία το ποσό των 250.000 ευρώ, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν ο πρώτος εναγόμενος και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με τις εφέσεις τους, καθώς και η δεύτερη εναγομένη με τον τρίτο λόγο της αντέφεσής της, ενώ ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο υποστηρίζει ότι έπρεπε να επιδικασθεί σ' αυτόν το αιτούμενο ποσό των 700.000 ευρώ, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι πιο πάνω μόνιμες νευρολογικές υπολειμματικές βλάβες (ψυχικές διαταραχές, συναισθηματική αστάθεια, διαταραχές μνήμης, αδυναμία συγκέντρωσης και προσοχής, διαταραχές λόγου - δυσφασία, εκσεσήμασμένη σπαστικότητα άνω άκρων, ιδία αριστερά και κάτω άκρων, ιδία δεξιά, εξωπυραμιδικού τύπου δυσκαμψία άνω και κάτω άκρων, δυστονία αυχένος/ραιβόκρανο, μειωμένη κινητικότητα, αδυναμία ορθοστάτισης χωρίς υποστήριξη, αδυναμία βάδισης χωρίς υποστήριξη, επιληπτικές κρίσεις), συνιστούν αναμφίβολα έλλειψη σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας αυτού και κατ' επέκταση αναπηρία.
Η αναπηρία αυτή που είναι μόνιμη θα επιφέρει με βεβαιότητα αρνητικές επιπτώσεις στο μέλλον αυτού, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του, γιατί είναι βέβαιο ότι τούτη, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του, καθιστά αδύνατη την εκ μέρους του εξάσκηση όχι μόνο επαγγέλματος συναφούς με τις σπουδές του ως οικονομολόγου, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εφ' όρου ζωής, ενώ θα έχει δυσμενείς συνέπειες στις κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές του, καθώς και στην κοινωνική του ένταξη και ζωή, ενόψει του ότι αδυνατεί να συμμετέχει σε κάθε μορφή κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
Κι επειδή οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των αρθρ. 929 και 932 ΑΚ, ο ενάγων δικαιούται αυτοτελούς χρηματικής παροχής, σύμφωνα με την... διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Η χρηματική αυτή παροχή, λαμβανομένου υπόψη της ηλικίας, του είδους και του βαθμού της αναπηρίας του ενάγοντος και τις επιπτώσεις αυτής, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 100.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε για την άνω αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι, της έφεσης του πρώτου εναγομένου, της έφεσης της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της αντέφεσης της δεύτερης εναγομένης, είναι αβάσιμοι, όπως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο αιτιάται ότι έπρεπε να επιδικασθεί σε αυτόν το αιτούμενο ποσό των 200.000 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την οριστική υπ' αριθμόν 6094/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το εκκληθέν κεφάλαιο, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπ' αριθμόν 24901/2012 κύρια αγωγή του αναιρεσείοντος, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον ποσό 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 ΑΚ, ποσό 100.000 ευρώ ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ, και ποσό 15.622,69 ευρώ για έξοδα αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για κάθε μία από τις επιδικασθείσες αξιώσεις πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι α) όσον αφορά τον προσδιορισμό της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο ποσό των 150.000 ευρώ, έλαβε υπόψη την ηλικία του κατά το χρόνο διενέργειας της χειρουργικής επέμβασης, την κατάσταση της υγείας του κατά το χρονικό εκείνο σημείο, την αποκλειστική αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, το ποσοστό αναπηρίας του, το ότι παρέμεινε 45 ημέρες στη μονάδα εντατικής θεραπείας και εν συνεχεία επί δύο σχεδόν έτη σε κέντρο αποκατάστασης, τα οποία εξακολουθεί να επισκέπτεται ως εξωτερικός ασθενής, τον σημαντικό ψυχικό και σωματικό πόνο που υπέστη, τους σοβαρούς κινδύνους που διέτρεξε για τη ζωή του και που θα διατρέξει στο μέλλον, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, η σχετική κρίση του του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, και β) όσον αφορά την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 100.000 ευρώ, σύμφωνα με τις αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου προκλήθηκαν στον αναιρεσείοντα μόνιμες νευρολογικές υπολειμματικές βλάβες (ψυχικές διαταραχές, συναισθηματική αστάθεια, διαταραχές μνήμης, αδυναμία συγκέντρωσης και προσοχής, διαταραχές λόγου - δυσφασία, εκσεσημασμένη σπαστικότητα άνω άκρων, ιδία αριστερά, και κάτω άκρων, ιδία δεξιά, εξωπυραμιδικού τύπου δυσκαμψία άνω και κάτω άκρων, δυστονία αυχένος/ραιβόκρανο, μειωμένη κινητικότητα, αδυναμία ορθοστάτισης χωρίς υποστήριξη, αδυναμία βάδισης χωρίς υποστήριξη,, επιληπτικές κρίσεις), ήτοι μόνιμη αναπηρία, η οποία θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στο μέλλον του αναιρεσείοντος, στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του, με συνέπεια, εκτός από την επίδραση, που μπορεί να ασκήσει στις παροχές, που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, θεμελιώνει και αυτοτελή αξίωση για ιδιαίτερη χρηματική παροχή, ενόψει δε αυτών το Εφετείο, με την κρίση του ως προς τα επιδικασθέντα ποσά, δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο μοναδικός, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ως προς το κονδύλιο της αποκλειστικής νοσοκόμου, η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε κρίνοντας ότι η αποζημίωση που δικαιούται βάσει των αμοιβών που θα κατέβαλε για τις ανάλογες υπηρεσίες, εάν προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο, ανέρχονται στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 24.750 ευρώ από τα οποία μάλιστα αφαιρεί το ποσό του παραπληγικού επιδόματος ύψους 9.127,31 ευρώ, καταλήγοντας τελικά στο ποσό που κρίνει ότι πρέπει να λάβει για την αιτία αυτή των 15.622,69 ευρώ, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ' αριθμόν 36/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ