Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, upholding lower court's burden of proof ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a regional court's decision regarding land ownership. The State argued that the lower court failed to consider its claims of private ownership over the disputed forested area. The court ruled that the State's arguments were already examined and rejected by the appellate court, and that the burden of proof remained on the State to establish its title when the presumption of forest ownership did not apply.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding land ownership lies with the party claiming title when statutory presumptions do not apply, and arguments already rejected by lower courts cannot be re-litigated on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1644/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … επί της οδού ... και ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κόρακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2018 αίτηση και τους από 24-10-2021 προσθέτους λόγους αυτού.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 20.12.2018 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 40/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 39/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης .
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) και να συνεκδικασθεί με τους από 24.10.2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 εδ.
α' ΚΠολΔ), καθώς το δικόγραφο τους κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό κατάθεσης 114/25.10.2021 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, στις 27.10.2021, σύμφωνα με την 8174Β /27.1°2021 έκθεσης επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Φωτεινής Καρατζά, ήτοι εντός προθεσμίας τριάντα τουλάχιστον ημερών πριν από την πρώτη ορισθείσα δικάσιμο της 1.12.2021, για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
To Β.Δ. της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών εις τα απελευθερωθέντα από τους Τούρκους εδάφη" με το οποίο θεσπίσθηκε το υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο της επ' αυτών κυριότητας, δεν είχε εφαρμογή στη νήσο Κρήτη, η οποία τότε δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας. Ειδικότερα, μετά την προσάρτηση της Κρήτης με την Ελλάδα, που δεν έγινε με πολεμικά και στρατιωτικά μέσα, ούτε με κάποια συνθήκη του διεθνούς δικαίου, οι εν λόγω εκτάσεις δεν μπορούσαν να περιέλθουν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, ή με παράγωγο τρόπο, συνθήκη κλπ.
Συνεπώς, το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω των συνθηκών προσάρτησης της Κρήτης σ' αυτό, με το από 3/4.10.1906 Διάταγμα της Κρητικής Πολιτείας, το άρθρο 4 του οποίου αναφέρει ότι "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχος του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κειμένους Κρητικούς Νόμους" κατέστη διάδοχος του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας και όχι του Οθωμανικού Δημοσίου.
Περαιτέρω με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, 'Ηπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε' 293, 294, 295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Αστικού Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την τακτική και την έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 293 του εν λόγω Κώδικα "ο καλή τη πίστη αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 του ίδιου Κώδικα "καλή πίστη νομεύς είναι ο αγνοών ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.
Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις". Η έκτακτη χρησικτησία, κατά το επόμενο άρθρο 295, συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει, ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα, τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (202) καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.
Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).
Ενόψει, συνεπώς, της, με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις, καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής, δια συνυπολογισμού και μέχρι πέντε ετών το πολύ νομής με τα λοιπά προσόντα αυτής (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη προ του κατά τα άνω χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητικού ΑΚ.
Εξάλλου, στην "έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.5.1915 δεν εφαρμόζονται και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτή/οι μεταγενέστερες ως άνω διατάξεις, οι οποίες ορίζουν ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω κι αν δεν ενήργησε σ' αυτά καμία πράξη νομής.
Τούτο καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδ.β' του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" 3 στο οποίο ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος, είτε ως καθ' ου η αίτησης, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ' αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του.
Κατ'εξαίρεσιν όμως η διάταξις αυτή δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και των νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων". Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη (ΑΠ 340/1985), για τη νομοθετική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου και συνεπώς προκειμένου περί δασών στις ως άνω περιοχές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η νήσος Κρήτη, μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά ένα από τους προβλεπόμενους από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου τρόπου κτήσεως κυριότητας (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2243/2014).
Επί πλέον, κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωριστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της.
Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα είχαν τον χαρακτήρα του δάσους, αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτών με χρησικτησία (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015), ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Επιπροσθέτως στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 3 παρ. 6 β' του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 3208/2003, ορίζεται ότι στα δάση και τις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και "οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και αι υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφαί ή αλπικές ζώνες των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών", ενώ στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων "Αι γεωργικώς καλλιεργούμενοι εκτάσεις, β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμενοι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος δασωτέαι...".
Δηλαδή η παράγραφος 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 "αφορούσε χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες το Δημόσιο είχε τίτλο ιδιοκτησίας και όχι αυτές που κατά την προηγούμενη παράγραφο εξαιρούντο της εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας. Κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998/1979, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού και τα εντός ή υπεράνω δασών και δασικών εκτάσεων ορεινά χορτολιβαδικά εδάφη, που δεν έχουν ξυλώδη (υψηλή ή θαμνώδη), αλλά ποώδη ή φρυγανώδη βλάστηση και συνεπώς δεν συνιστούν δάση ή δασικές εκτάσεις κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979.
Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, με την οποία προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 3 του ως άνω ν. 998/1979 " Οι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 6 καθώς και οι δημόσιες εκτάσεις που λόγω του είδους της βλάστησης δεν εμπίπτουν στις παραγράφους 1,2 και 4 αλλά ευρίσκονται εντός κλιτύος ορέων, που δεν παραδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 στις γεωργικές υπηρεσίες , εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας".
Η τελευταία ως άνω παράγραφος 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, παρότι έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 32 του ν. 4280/2014, καθ' ον χρόνο ήταν σε ισχύ αφορούσε δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις που εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας. Άλλωστε, με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 4280/2014 οι παραπάνω παράγραφοι 3-6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 αντικαταστάθηκαν και αναριθμήθηκαν ως παρ. 5 περ.
α', ορίζουν δε ότι οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιωτικές δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (ΑΠ 1541/2021). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει
καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 πα. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Επί πλέον, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1346/2018, ΑΠ 178/2014).
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.(ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ19/2021,ΑΠ 1021/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο π'ρεπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό μέρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.(ΑΠ 550/2020, ΑΠ 903/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης επιλήφθηκε αρχικά του προταθέντος πρωτοδίκως ισχυρισμού , που επαναφέρθηκε ενώπιον του με λόγο εφέσεως, με τον οποίο το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστήριξε ότι είναι κύριο του επιδίκου εδαφικού τμήματος με την επίκληση ότι αυτή αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, η οποία δεν έχει νόμιμα αναγνωρισθεί και συνεπώς αποτελεί κατά τεκμήριο δημόσια έκταση που περιήλθε σε αυτό από την Ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβασης ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Νόμο 79 (ΔΣΙΓ').
Τον ισχυρισμό αυτό το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: " ...Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθώς μόνη η χορτολιβαδική (δασική) μορφή της έκτασης δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίσθηκε με το β.δ.
της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά το Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια, οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23 -2-1946) τρόπους κτήσεως κυριότητας, δηλαδή τον τίτλο αγοράς ή δωρεάς, διαθήκη, χρησικτησία, κατάληψη αδέσποτου ή ενδεχομένως βάσει κάποιου ειδικού νόμου.
Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο στην Κρήτη οφείλει να διαχειρίζεται ως δημόσια μόνο τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις για τις οποίες έχει πράγματι αποκτήσει κυριότητα με νόμιμους τίτλους και όχι όλα τα δάση τις δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, των οποίων διοικητικώς ή δικαστικώς δεν έχει κριθεί η κυριότητά τους έναντι αυτού....".
Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει τον ίδιο ισχυρισμό ως μη νόμιμο, κρίνοντας ότι, έστω και χωρίς ειδική προς τούτο αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και αφού συμπλήρωσε το ίδιο την ως άνω αιτιολογία, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου ως αβάσιμο.
Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία είναι κυρία μιας έκτασης κατά τους τίτλους κτήσεως 427.522 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του πρώην δημοτικού διαμερίσματος ...
του ... Κρήτης και ορίζεται με τα στοιχεία.... Στο με χρονολογία Ιούνιος 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου μηχανικού Ηλία Μπορμπόλη. Το ακίνητο αυτό στην ως άνω μείζονα έκταση του περιήλθε στην ενάγουσα εταιρεία δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου συγχώνευσης... που μεταγράφηκε νόμιμα ..., λόγω συγχώνευσης από απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ειδικότερα ως περιουσιακό στοιχείο που μεταβιβάστηκε από την τελευταία στην ενάγουσα εταιρεία.
Στην δικαιοπάροχο της δε εταιρεία (...) είχε περιέλθει Α) κατά ένα τμήμα εκτάσεως 16.372 τ.μ. δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου.... που μεταγράφηκε νόμιμα ...., λόγω αγοράς από την Α., σύζυγο Μ. Δ., .... Στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του υπ'αριθμ. ... δωρητηρίου συμβολαίου .... που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω δωρεάς εν ζωή από τους γονείς της ...
οι οποίοι κατείχαν το ακίνητο αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Β) κατά ένα τμήμα εκτάσεως 50.000 τ.μ. δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα, ... λόγω αγοράς από την Καλλιόπη χήρα Μ. Μ. ... στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου... που μεταγράφηκε νόμιμα,...
λόγω αγοράς από τον Γ. Μ.. Στον τελευταίο δε είχε περιέλθει με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο.... που μεταγράφηκε νόμιμα..., λόγω δωρεάς εκ μέρους του πατέρα του... στον οποίο είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας , και Γ) Κατά το υπόλοιπο τμήμα των 361.150 τ.μ. λόγω αγοράς δυνάμει του υπ'αριθμ. ...
συμβολαίου .....που μεταγράφηκε νόμιμα... από τον Ν. Μ. του Μ.. Στον τελευταίο το ως άνω ακίνητο περιήλθε το μεν ως δωρεά εν ζωή, το δε λόγω κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα του... ως ακολούθως: 1) τμήμα του ως άνω ακινήτου (των 361.150 τ.μ.) εκτάσεως 70.000 τ.μ., δυνάμει του υπ'αριθμ. 1344/1973 συμβολαίου... που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω δωρεάς εν ζωή εκ μέρους του πατέρα του Μ.
Μ., στον οποίο είχε περιέλθει με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο..., που μεταγράφηκε νόμιμα..., λόγω ανταλλαγής ακινήτων μεταξύ αυτού και της Δ. συζ. Ι. Μ....., στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1910 πατέρα της Γ. Μ., μεταξύ των κληρονόμων του και 2) το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου των 361.150 τ.μ., εκτάσεως 291.150 τ.μ.
περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ν. Μ., λόγω κληρονομιάς του αποβιώσαντος την 30-4-1974 πατέρα του... δυνάμει της υπ' αριθμ. ... ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθμ. ... πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου...., νομίμως μεταγεγραμμένης..., όπως η πράξη αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ'αριθμ. ... πράξη, ... που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα. Στον δε κληρονομούμενο Μ. Μ. το παραπάνω ακίνητο (των 291.150 τ.μ.) είχε περιέλθει κατά τμήματα λόγω αγοράς από διάφορους ιδιοκτήτες ως ακολούθως :α) τμήμα εκτάσεως 66.000 τ.μ.
περίπου με το υπ'αριθμ. ...συμβόλαιο ..., που μεταγράφηκε νόμιμα... λόγω αγοράς από την Μ. συζ. Γ. Γ., στην οποία είχε περιέλθει λόγω κληρονομιάς του προ πεντηκονταετίας αποβιώσαντος πατρός της Ε. Μ. και την έκτοτε μέχρι της μεταβιβάσεως του αδιάλειπτης νομής και κατοχής του διανοία κυρίας, β) τμήμα εκτάσεως 57.000 τ.μ.
περίπου με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο.... που μεταγράφηκε νόμιμα..., λόγω αγοράς από τους Ε. Μ., Ν. Μ. και Κ. Μ., στους οποίους και είχε περιέλθει από κληρονομιά της συζύγου και μητέρας τους Δ. συζ. Ε. Μ., το γένος Π. Μ., που αποβίωσε το έτος 1950, κληρονομιά που αποδέχθηκαν με την υπ'αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς..., νόμιμα μεταγεγραμμένης...
Στην τελευταία είχε περιέλθει το άνω ακίνητο λόγω δωρεάς εν ζωή από τους γονείς της ..., με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο..., νόμιμα μεταγεγραμμένου..., 3) τμήμα εκτάσεως 47.000 τ.μ. περίπου με το ... συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα...λόγω αγοράς από τον Ε. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει λόγω χρησικτησίας κατέχων και νεμόμενο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από 25 ετίας και πλέον, 4) τμήμα εκτάσεως 25.500 τ.μ.
περίπου, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο .... , που μεταγράφηκε νόμιμα... λόγω αγοράς από την Α. συζ. Γ. Μ.... στην οποία είχε περιέλθει με το νομίμως μεταγεγραμμένο... υπ' αριθμ. ... συμβολαίου...., λόγω δωρεάς εν ζωή εκ μέρους του πατέρα της Ι. Μ. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του Μ. Μ. προ πεντηκονταετίας και την έκτοτε και μέχρι την μεταβίβασή του αδιάλειπτη διανοία κυρίου νομή και κατοχή του, 5) τα 2/6 εξ αδιαιρέτου τμήματος εμβαδού 58.000 τ.μ.
περίπου, με τα υπ'αριθμ. ... και ... συμβόλαια... που μεταγράφηκαν νόμιμα...., λόγω αγοράς από τους Γ. Μ. και Ε. Μ. (κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από καθένα) , στους οποίους είχε περιέλθει από κληρονομιά της αποβιώσασας το έτος 1966άνευ διαθήκης μητέρας τους Δ. Μ., το γένος Γ. Μ., κληρονομιά που αποδέχθηκαν με τις υπ' αριθμ. ...
και ... πράξεις αποδοχής κληρονομιάς.... νομίμως μεταγεγραμμένες... Στην άνω αποβιώσασα το όλο ακίνητο είχε περιέλθει με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής ... νομίμως μεταγεγραμμένου..., εξ ανταλλαγής ακινήτων με τον Μ. Μ. του Ν., στον οποίο και είχε περιέλθει με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα..., λόγω αγοράς από την Δ.
χα Ι. Μ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1910 πατέρα της Γ. Μ. και της άτυπης διανομής της κληρονομιάς του μεταξύ των συγκληρονόμων αυτού. Σημειώνεται εδώ ότι τα λοιπά 4/6 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω τμήματος, ανήκουν στην κυριότητα της εταιρείας ..., δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου ... ...
συμβολαίου ..., λόγω αγοράς από τους λοιπούς κληρονόμους της Δ. χας Ι. Μ...., την κληρονομιά της οποίας είχαν αποδεχθεί με την υπ'αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς... που μεταγράφηκε νόμιμα και το οποίο ακίνητο εκμεταλλεύεται η ενάγουσα δυνάμει της υπ'αριθμ. ... συμβάσεως μισθώσεως ... 6) τμήμα εκτάσεως 11.500 τ.μ.
περίπου με τα υπ'αριθμ. ... και ... συμβόλαια ..., που μεταγράφηκαν νόμιμα...,λόγω αγοράς από την Α. συζ. Μ. Δ., στην οποία είχε περιέλθει με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα... εκ μέρους της μητέρας της Π. συζ. Γ. Π., το γένος Ε. Μ.. Στην τελευταία είχε περιέλθει δυνάμει των υπ'αριθμ. ... και ... συμβόλαια...
που μεταγράφηκαν νόμιμα, λόγω δωρεάς εκ μέρους του πατέρα της Ε. Μ.. 7) τμήμα εκτάσεως 12.000 τ.μ. περίπου με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο..., λόγω αγοράς από την Δ. συζ. Ι. Μ. , το γένος Γ. Μ., στην οποία είχε περιέλθει με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής ... νομίμως μεταγραφέντος... εξ ανταλλαγής ακινήτων με τον Μ. Μ. του Ν..
Στον τελευταίο είχε περιέλθει δυνάμει του ... συμβολαίου... που μεταγράφηκε νόμιμα... λόγω αγοράς από την Δ. χα Ι. Μ., στην οποία και είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1910 πατέρα της Γ. Μ. και της άτυπης διανομής της κληρονομιάς του μεταξύ των συγκληρονόμων αυτού. 8) τμήμα εκτάσεως 7.000 τ.μ.
περίπου με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο ..., λόγω αγοράς από τον Σ. Μ. του Γ., στον οποίο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο... που μεταγράφηκε κατά τα άνω... , λόγω δωρεάς εν ζωή εκ μέρους της θείας του Δ. συζ. Μ. Π., το γένος Μ. Μ.. Στην τελευταία είχε περιέλθει , ως μείζον ακίνητο με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο..., που μεταγράφηκε νόμιμα... λόγω δωρεάς εν ζωή εκ μέρους του πατέρα της Μ. Μ.. 9) τμήμα εκτάσεως 3.500 τ.μ. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο..., νομίμως μεταγεγραμμένου... λόγω αγοράς από τον Θ. Χ. του Α., στον οποίο είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα...,λόγω δωρεάς εν ζωή εκ μέρους της μητέρας του Κ.
συζ. Α. Χ., το γένος Χ. Ε. Μ.. Στην τελευταία είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο... νομίμως μεταγεγραμμένου ... και 10) τμήμα εκτάσεως 3.000 τ.μ. περίπου με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα ...,λόγω αγοράς από την Κ. χα Α. Χ., το γένος Χ. Ε. Μ.. Στην τελευταία είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση με το υπ'αριθμ. ...
συμβόλαιο ... νομίμως μεταγεγραμμένου... Στην ως άνω συνολική έκταση των 427.522τ.μ. περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 24.028 τ.μ. , όπως αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται με στοιχεία ... στο με χρονολογία Ιούνιος 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ηλία Μπορμπόλη. Μέρος του μείζονος ακινήτου των 427.522 τ.μ., συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος, χρησιμοποιείται από τον ενάγουσα εταιρεία "...", ως λατομείο, λόγω της υποστάσεως του εδάφους της.
Εξορύξεις γύψου στην περιοχή γίνονταν και από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας από αμνημονεύτων ετών, το συγκεκριμένο όμως λατομείο λειτούργησε οργανωμένα σε έκταση εμβαδού 211.180 τ.μ. από την οποία τμήμα αυτής 55.000 τ.μ. είχε μισθωθεί από την Α.Ε. ..." με το υπ'αριθμ. ... μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Παρλιάρου και τμήμα ε 120.000 τ.μ.
είχε μισθωθεί με το υπ'αρ. ... μισθωτήτιο συμβόλαιο.... αρχικά από την Α. Ν. Γ., για το σκοπό αυτό, με αρχική μισθώτρια την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία απορροφήθηκε στη συνέχεια από την ενάγουσα που το απέκτησε κατά τα προαναφερθέντα. Για τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης του λατομείου γύψου ,η ενάγουσα εταιρεία είχε λάβει από το Ελληνικό Δημόσιο (υπουργείο Ανάπτυξης) την απαιτούμενη κατ' άρθρο 3 του ν. 669/1977 άδεια εκμετάλλευσης, καταρχήν στο όνομα της ...
έλαβε την υπ' αρ. ... για έκταση 122.580 τ.μ., και κατόπιν την υπ' αρ. ... άδεια για 88.600 τ.μ., και στη συνέχεια στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας έλαβε την υπ' αρ. ... άδεια και τέλος την υπ'αρ. ... παράταση και επέκταση αδείας εκμετάλλευσης Λατομείου Βιομηχανικού Ορυκτού συνοδευόμενη με το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ηλία Μπόμπολη για τη συνολική επιφάνεια των 211.180 τ.μ. (125.580+88.600).
Στα πλαίσια της έκδοσης των ως άνω παλαιοτέρων αδειών, που αφορούν τη συνολική έκταση των 211.180 τ.μ....η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ..., με αφορμή το από ... (αρ. ...) έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου, σύμφωνα με το οποίο τμήμα της έκτασής της εκ 169.262,50 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική, υπέβαλε αντιρρήσεις προς την Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λασιθίου με αίτηση χαρακτηρισμού του ακινήτου της σύμφωνα με το αρ. 14 του ν. 998/1979.
Από την ακολουθήσασα διαδικασία, όπως ρητά αναγράφεται στην υπ'αρ. ... εκδοθείσα απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων νομού Λασιθίου, κρίθηκε ότι το ακίνητο της εμβαδού 169.262,50 τ.μ.(στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 24.078 τ.μ.) με στοιχεία ... και ... του συνοδεύοντος τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Η.
Μπόμπολη "δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 998/79 και χαρακτηρίζει αυτό ως χορτολιβαδική έκταση μη εμπίπτουσα στα διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ήτοι της κατηγορίας του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. β', γ' του ν. 998/79", ταυτόχρονα δε ακύρωσε άλλως εξαφάνισε το προαναφερόμενο .../... έγγραφο τη Δ/νσης Δασών Λασιθίου. Με τις υπ'αρ.
δε ... και ... αποφάσεις της ίδιας Επιτροπής και όμορα τμήμα που αφορούσαν τους εκμισθωτές των εκτάσεων 55.000 και 120.000 τ.μ. αντίστοιχα κρίθηκαν με τον ίδιο χαρακτηρισμό ως μη υπαγόμενα στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Κατά της παραπάνω ... απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.
Λασιθίου, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, έτσι ώστε κρίθηκε αμετάκλητα ότι μεταξύ άλλων και το επίδικο τμήμα των 24.078 τ.μ. είναι μη δασικού χαρακτήρα, υπαγόμενο στο άρθρο 3 παρ. 6 β και γ του ν. 998/1979. Παρά ταύτα όμως το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν αμφισβητεί την κυριότητα της ενάγουσας κατά τον εκτιθέμενο τρόπο.
Ειδικότερα, τον Ιανουάριο του 2006, ενώ η ενάγουσα εταιρεία κίνησε τη διαδικασία ανανέωσης της τελευταίας άδειας εκμετάλλευσης λατομείου από το Υπουργείο Ανάπτυξης, στα πλαίσια αυτής ζητήθηκε γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Δασών Περιφέρειας Κρήτης. Τότε ο Διευθυντής Δασών Περιφέρειας Λασιθίου Κρήτης με την υπ' αρ. 119/13-1-2006 έγκριση επέμβασης κατ' επίκληση του άρθρου 1 του ν. 3208/2003, που πρόσθεσε παράγραφο 7 στο άρθρο 3 του ν. 998/79 και την παράγραφο 9 του άρθρου 18 του ίδιου ν. 3208/2003, αμφισβήτησε την ιδιότητα του ευρύτερου τμήματος των 142.078 τ.μ.
στο οποίο περιλαμβάνονται το επίδικο τμήμα των 24.078 τ.μ. που ανήκει στην ενάγουσα και τα τμήματα των 55.000 τ.μ. και των 63.000 τ.μ. ανήκουν στους κατά τα άνω εκμισθωτές, θεωρώντας ότι αυτό κατά τεκμήριο αποτελεί δημόσια έκταση. Ακολούθως, επέβαλε σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 5 του άρθρου 57 του ν. 998/79 αποζημίωση χρήσης ποσού 63.935ευρώ και το εναγόμενο στη συνέχεια υποχρέωσε την ενάγουσα να καταθέσει σχετική εγγυητική επιστολή ύψους 160.000 ευρώ για τα μισθώματα που επικαλείται ότι δικαιούται μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση των ιδιωτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί της παραπάνω έκτασης η οποία περιλαμβάνεται στην άδεια εκμετάλλευσης.
Το εναγόμενο ισχυρίστηκε ... ότι το επίδικο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6β' του ν. 998/1979 και επομένως ως τέτοια επικαλείται ότι ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο...... Συνεχίζοντας το Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής: "... Η επίδικη λοιπόν έκταση, χαρακτηρισθείσα αμετάκλητα με την υπ' αρ. ...
απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του νομού Λασιθίου, ως χορτολιβαδική, δεν υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ με τη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 κατά την οποία οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις Επιτροπές της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 998/79 ως μη δασικές δεν υπάγονται στις διατάξεις του δασικού Κώδικα.
Ωστόσο, στην αντίθετη περίπτωση, το κατά το άρθρο 62 παρ. εδ. 2 του ν. 998/79 τεκμήριο της προηγούμενης παραγράφου του ίδιου άρθρου για την κυριότητα του Δημοσίου , δεν ισχύει στις περιοχές που παρατίθενται στο εδάφιο αυτό, μεταξύ των οποίων και η Κρήτη. Γι'αυτό το Ελληνικό Δημόσιο μη έχον για τη συγκεκριμένη περιοχή την κάλυψη του "τεκμηρίου", επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης περιοχής, φέρει το βάρος της αποδείξεως των δικαιωμάτων που προβάλει .
Ο ισχυρισμός απόκτησης της κυριότητος εκ μέρους του Δημοσίου θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη των γεγονότων που την θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου ...
Εν προκειμένω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμμία θετική απόδειξη της επικαλούμενης από αυτό κυριότητας. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ανέκαθεν στην εκμετάλλευση των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και στη συνέχεια δική της, χρησιμοποιούμενο ως λατομείο γύψου. Η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι της, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατέχουν μετεγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας και επί πλέον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο χορήγησε αρχικά και επί σειρά ετών από το έτος 1988 τις αναφερόμενες άδειες της λατομικής εκμετάλλευσης, ως επί ιδιωτικής εκτάσεως, ουδέποτε είχε τη διαχείριση ή με οποιονδήποτε τρόπο περιουσία στην περιοχή, παρά μόνο στην ανανέωση της άδειας του έτους 2006 προέβη για πρώτη φορά στις ένδικες αντιρρήσεις του.
Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ουδόλως απέδειξε ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητά του...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την 39/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου (ΑΚ 1033) από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της και την ίδια είχε ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς της, επειδή την αμφισβητούσε το αναιρεσείον, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του ίδιου περί ιδίας κυριότητας επί αυτού.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε: α) ότι η επίδικη έκταση, αποτελούσα τμήμα μείζονος εκτάσεως, βρισκόταν ανέκαθεν, επί σειρά αμνημονεύτων ετών στην κυριότητα και εκμετάλλευση των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια της ίδιας, μεταβιβαζόμενη διαδοχικώς με τους λεπτομερώς αναφερομένους αλλεπάλληλους και συνεχείς νόμιμα μεταγραμμένους τίτλους , είτε λόγω ειδικής είτε λόγω καθολικής διαδοχής, με τον προσδιορισμό της περιέλευσής της στους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, κυρίως με παράγωγο τρόπο και σε ορισμένους ατύπως, με έκτακτη χρησικτησία, χρησιμοποιούμενη ανέκαθεν για εξορύξεις γύψου, και μετέπειτα οργανωμένα ως λατομείο εξόρυξης γύψου, την οποία (επίδικη έκταση) και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αντιμετώπιζε ανέκαθεν ως ιδιωτική, χορηγώντας επί σειρά ετών από το έτος 1988 άδειες λατομικής εκμετάλλευσής της, αμφισβητώντας για πρώτη φορά την ιδιότητά της ως ιδιωτικής, το έτος 2006, στα πλαίσια ανανεώσεως της άδειας λατομικής εκμεταλλεύσεως της αναιρεσίβλητης, β) ότι στα πλαίσια της έκδοσης των ως άνω παλαιοτέρων αδειών η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "...", με αφορμή το από ... (αρ. ...) έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου, σύμφωνα με το οποίο τμήμα της έκτασής της εκ 169.262,50 τ.μ.
είχε χαρακτηριστεί ως χορτολιβαδική, υπέβαλε αντιρρήσεις προς την Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λασιθίου με αίτηση χαρακτηρισμού του ακινήτου της,σύμφωνα με το αρ. 14 του ν. 998/1979, επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη ... απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων νομού Λασιθίου, που έκρινε ότι το ακίνητο της εμβαδού 169.262,50 τ.μ.(στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 24.078 τ.μ.) δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 998/79 και το χαρακτήρισε ως χορτολιβαδική έκταση μη εμπίπτουσα στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ήτοι της κατηγορίας του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.
β', γ' του ν. 998/79 ,ταυτόχρονα δε ακύρωσε άλλως εξαφάνισε το προαναφερόμενο .../... έγγραφο τη Δ/νσης Δασών Λασιθίου, γ) ότι με τις ... και ... αποφάσεις της ίδιας Επιτροπής και όμορα τμήμα που αφορούσαν τους εκμισθωτές των εκτάσεων 55.000 και 120.000 τ.μ. αντίστοιχα κρίθηκαν με τον ίδιο χαρακτηρισμό ως μη υπαγόμενα στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, δ) ότι σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν.3208/2003, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, οι εκτάσεις που κρίθηκαν ως μη δασικές από τις αρμόδιες Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων.
Τέλος, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλεοναστική αιτιολογία, ότι ακόμη και αν η επίδικη έκταση ήταν χορτολιβαδική υπαγόμενη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ήτοι δασική, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η επίδικη έκταση βρίσκεται στη νήσο Κρήτη δεν ισχύει το κατά το άρθρο 62 παρ.
εδ. 2 του ν. 998/79 τεκμήριο της προηγούμενης παραγράφου του ίδιου άρθρου για την κυριότητα του Δημοσίου, το οποίο, επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης περιοχής, φέρει το βάρος της αποδείξεως των δικαιωμάτων που προβάλει και το ίδιο δεν προέβη σε καμία θετική απόδειξη της επικαλούμενης από αυτό κυριότητας επί της επίδικης έκτασης.
Με τους λόγους αναίρεσης, αρίθμηση των οποίων δεν γίνεται στο αναιρετήριο, αλλά κατά την εκτίμησή του από το δικαστήριο, καθώς και τους προσθέτους αριθμημένους λόγους αναίρεσης, αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (πρώτος λόγος της αναίρεσης και πρώτος των προσθέτων λόγων αναίρεσης), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος αναίρεσης και μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης), από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης και δεύτερος των προσθέτων λόγων αναίρεσης) και από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (τέταρτος λόγος αναίρεσης και τρίτος των προσθέτων λόγων αναίρεσης).
Συγκεκριμένα, το αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις οικείες διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου περί μεταβιβάσεως δασών που γινόταν μόνο με "ταπί" (άρθρα 3, 9, 19, 30, 68, 71 και 92 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 23ης Μουχαρέμ 1293 (1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών"), η επίκληση του οποίου (ταπίου) δεν γίνεται στην ένδικη περίπτωση, διατάξεις που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/ 5.1.1914 "περί εν ταις προσαρτώμενες χώρες νομοθεσίας και δασικής οργανώσεως", που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που ορίζει ότι στις χώρες που τελούσαν υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους διατηρούνται σε ισχύ οι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου , καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 293,295, 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα , τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 998/1979, του ν.
ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή τούτου εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και προθεσμία επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915, όπως του άρθρου 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Επιπροσθέτως, το αναιρεσείον, με τους ίδιους αναιρετικούς λόγους και προσθέτους λόγους αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Β.Δ. 18 της 30.11.1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών", του άρθρου 1 του Β Δ. 3/12.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής" και του άρθρου 58 παρ. 1 του ΝΔ 86/1969, σύμφωνα με τις οποίες, σε συνδυασμό και με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.
ν. ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 , τα ως άνω ισχύοντα περί μη παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ως άνω ακινήτων , αν μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η τριακονταετής παραγραφή, κατά τους ισχύοντες νόμους και η τριακονταετής χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, μέχρι την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, ισχύουν και i) επί ελών και βαλτωδών γαιών, επί των οποίων ήταν δυνατή κτήση με τριακονταετή χρησικτησία με τους προαναφερόμενους όμως όρους, ii) επί των εθνικοιδιοκτήτων λιβαδιών, τα οποία ήταν δημόσια και ανήκαν στο Οθωμανικό Κράτος και εφόσον γιαυτά δεν είχε εκδοθεί "ταπί", παρέμεναν δημόσια, iii) επί αδέσποτων και δημοσίων εν γένει δασών, επί των οποίων θεωρείται νομέας το Δημόσιο , έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επί αυτών.
Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος , το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε ανέκαθεν στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια της ίδιας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ, αν ερμήνευε ορθά και προέβαινε στην εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο, που δεν ανήκε στην κατηγορία των μουλκιών , αλλά ήταν χορτολιβαδική έκταση, ήτοι δασική και ως τέτοια δεν ήταν δεκτική δικαιώματος "τεσσαρούφ" (εξουσιάσεως από ιδιώτη) ανήκε επί μεν τουρκοκρατίας στο Οθωμανικό Δημόσιο, μετά δε την απελευθέρωση περιήλθε στο ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του κατακτητή, δυνάμει της ως άνω από 1/14.11.2013 συμβάσεως Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας που κυρώθηκε με τον ν. 79 (ΔΣΙΓ") και έτσι κατά την ένωση της Κρήτης με το Βασίλειο της Ελλάδος περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, προσέτι δε ότι κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας η κυριότητα του επιδίκου δεν μπορούσε να αποκτηθεί με χρησικτησία, αφού ο θεσμός αυτός δεν προβλεπόταν στο Οθωμανικό δίκαιο, ούτε η τυχόν νομή του επιδίκου μπορούσε να προσμετρηθεί στην μετά την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα νομή, διότι από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23-7-1904) μέχρι και την 11-5-1915, ήτοι την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα δεν μπορεί να συμπληρωθεί η απαιτούμενη εικοσαετία, ώστε να προσπορισθεί κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, επί πλέον δε ότι ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης ως δημόσιας χορτολιβαδικής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι εντός αυτής υφίσταται λατομείο, ούτε η ύπαρξη τούτου συνιστά πράξη νομής.
Με τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον νομίμως προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα ενώπιον του ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ότι αυτό, ως δημόσιο κτήμα (χορτολιβαδική - δασική έκταση), ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος και δεν ήταν δυνατό να υπάρξει κτήση επί αυτού υπέρ ιδιώτη, παρά μόνο με την έκδοση "ταπίου", προϋπόθεση, που, κατά τα προαναφερόμενα, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, και συνεπώς το επίδικο ακίνητο που δεν έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτικό, περιήλθε στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο , ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει της ως άνω σύμβασης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι , καθόσον, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν δημόσια χορτολιβαδική, η οποία ουδέποτε χαρακτηρίσθηκε ως ιδιωτική, ώστε επί αυτής να έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις περί δημοσίου κτήματος που ανήκε αρχικά στο Οθωμανικό Κράτος και μετέπειτα στο αναιρεσείον ως διάδοχο τούτου, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση τις οποίες και μόνο, όπως αναφέρθηκε, ερευνώνται οι αναιρετικοί λόγοι ,το Εφετείο δέχθηκε, αντιθέτως, ότι το επίδικο ακίνητο, ουδέποτε υπήρξε δημόσια χορτολιβαδική - δασική έκταση, ήτοι έκταση για την οποία το αναιρεσείον είχε τίτλο ιδιοκτησίας και, σύμφωνα με τον αμετάκλητο χαρακτηρισμό της από την αρμόδια προς τούτο Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Διαφορών του Νομού Λασιθίου, αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, και δεν αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, ώστε να ανήκει αρχικά στο Οθωμανικό Δημόσιο και μετέπειτα στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του, αλλά, αυτή (επίδικη έκταση) ήταν πάντοτε ιδιωτική , ανήκουσα συνεχώς και αδιαλείπτως στην κυριότητα των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και της ίδιας, χωρίς στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα να υπάρξει απώλεια αυτής.
Συνεπώς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3, 9, 19, 30, 68, 71 και 92 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 23ης Μουχαρέμ 1293 (1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/5.1.1914 "περί εν ταις προσαρτώμενες χώρες νομοθεσίας και δασικής οργανώσεως, ο οποίoς εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ'της 14/14Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του ν.
ΔΞΗ/1912, του άρθρου 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" του Β.Δ. 18 της 30.11.1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών", του άρθρου 1 του Β.Δ. 3/12.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής" και του άρθρου 58 παρ. 1 του ΝΔ 86/1969 "περί δασικού κώδικος", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν τις εφάρμοσε, εφόσον αυτές αφορούν σε δημόσια κτήματα και συνεπώς δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε είχε την ιδιότητα δημόσιας έκτασης , αλλά ήταν ανέκαθεν ιδιωτική.
Επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε; 293, 294,295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Αστικού Κώδικα που καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την τακτική και την έκτακτη χρησικτησία και επί των γαιών, που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα είχαν τον χαρακτήρα του δάσους, οι οποίες αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, και επομένως υπήρχε δυνατότητα να αποκτηθούν εμπράγματα δικαιώματα επί αυτών, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και ουδέποτε δημόσια δασική, αλλά ούτε και ιδιωτικό δάσος, ώστε σύμφωνα με το Β Δ.
της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών εις τα απελευθερωθέντα από τους Τούρκους εδάφη" να ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με το εν λόγω Β.Δ/γμα, το οποίο άλλωστε δεν είχε εφαρμογή στη νήσο Κρήτη, καθώς τότε η Κρήτη δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας και συνεπώς δεν συνέτρεξε περίπτωση συνδρομής των ως άνω διατάξεων που αφορούν σε δημόσια κτήματα, οι οποίες δεν αποτέλεσαν ούτε χρειάζονταν να αποτελέσουν και περιεχόμενο της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οικεία ως άνω νομική σκέψη, αλλά περιεχόμενο του περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου, όπως και πράγματι συνέβη.
Περαιτέρω, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 998/1979 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 998/1979, καθώς και ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς διέλαβε σχετικά με αυτές αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το αναιρεσείον διαλαμβάνει στο αναιρετήριο τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες τούτο δέχθηκε ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 "αφορούσε χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες το Δημόσιο είχε τίτλο ιδιοκτησίας και όχι αυτές που κατά την προηγούμενη παράγραφο εξαιρούντο της εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας" και ότι η επίδικη έκταση χαρακτηρισθείσα με την ...
απόφαση της Α' βάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λασιθίου αμετάκλητα ως χορτολιβαδική, δεν υπάγεται στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, καθόσον με τη ρύθμιση της ως άνω παραγράφου 2 του άρθρου 21 του Ν. 3208/2003, οι εκτάσεις που κρίθηκαν από Επιτροπές της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του Ν. 998/1979, ήτοι τις Επιτροπές Δασικών Αμφισβητήσεων, ως μη δασικές δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, ήτοι αναφέρεται το αναιρεσείον στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι η επίδικη έκταση δεν ήταν δασική.
Περαιτέρω δε το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα ως άνω, ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν ιδιωτική, η οποία ουδέποτε είχε το χαρακτήρα δημόσιου ή ιδιωτικού δάσους, στη συνέχεια έκρινε αντιφατικά ότι αυτή έχει τον χαρακτήρα δασικής, καθόσον δέχθηκε ότι το τεκμήριο που καθιερώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 1 εδ.β' του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στις μεταξύ αυτού και οποιοδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου δίκες, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αξιώνουν οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του ίδιου νόμου αναφερομένων εδαφών, δεν ισχύει κατ'εξαίρεση σε ορισμένες περιφέρειες της Χώρας, μεταξύ των οποίων και στη νήσο Κρήτη , και απέρριψε τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) περί εφαρμογής υπέρ τούτου του ως άνω τεκμηρίου.
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με το μέρος των οποίων το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση από τους ίδιους ως άνω αριθμούς των άρθρων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Τούτο δε διότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς δέχθηκε με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική και ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης, την οποία αυτή έχει αποκτήσει με παράγωγο τρόπο.
Έτσι το Εφετείο έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, επειδή αυτή απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της. Οι επί πλέον παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του περί του ότι η επίδικη έκταση ήταν χορτολιβαδική - δασική, έγινε προς ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου περί του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως ιδιωτικής αλλά και γενικότερα της ουσιαστικής βασιμότητάς του, καθώς ο εν λόγω περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός σε κάθε περίπτωση ελέγχεται μετά την παραδοχή της αγωγής.
Το Εφετείο πράγματι δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική και ουδέποτε υπήρξε δασική, στη συνέχεια δε διέλαβε στις παραδοχές του ότι "ωστόσο", ήτοι σε κάθε περίπτωση, το ως άνω τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, δεν ισχύει σε ορισμένες περιοχές, όπου υπάρχει διαφορετική νομοθετική θέση για τα δάση, τα οποία σε αυτές δεν θεωρούνται αναπαλλοτρίωτα, και συνεπώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών αυτών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, με αποτέλεσμα προκειμένου περί δασών στις ως άνω περιοχές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η νήσος Κρήτη, μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου η επίκληση, και σε περίπτωση αμφισβήτησης, η απόδειξη της κτήσεως κατά ένα από τους προβλεπόμενους από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου τρόπου κτήσεως κυριότητας.
Έτσι το Εφετείο, που δέχθηκε εν τέλει ότι δεν αρκούσε το αναιρεσείον να επικαλείται ότι η επίδικη έκταση που βρίσκεται στην Κρήτη, η οποία περιλαμβάνεται στις περιοχές που δεν ισχύει το ως άνω θεπισθέν υπέρ του τεκμήριο κυριότητας επί δασών ή δασικών εκτάσεων κλπ, και ότι το ίδιο δεν προέβη σε ουδεμία θετική απόδειξη του αντίστοιχου ισχυρισμού του, δεν έκρινε αντιφατικά την επίδικη έκταση και ως ιδιωτική και ως δασική, διότι οι τελευταίες ως άνω παραδοχές του ήταν πλεοναστικές, αφού με αυτές κρίθηκε ότι , ακόμη και στην περίπτωση που είχε προκύψει ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης και πάλι το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της μη ισχύος του ως άνω τεκμηρίου, θα έπρεπε να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι απέκτησε την κυριότητά της με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους κτήσης κυριότητας.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και ο τρίτος των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτοι, όσον αφορά μεν την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητάς του επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και περί εφαρμογής υπέρ τούτου του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν από το Εφετείο.
Περαιτέρω, όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 13 οι πιο πάνω λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι με τα ως άνω που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις τις οποίες προσκόμισε η ίδια βαρυνόμενη με το σχετικό αποδεικτικό βάρος και όχι γιατί δεν ανταποδείχθηκαν οι αντίθετοι περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμοί του εναγομένου αναιρεσείοντος, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως και επί πλέον κατ' ορθή εφαρμογή των ορισμών του νόμου έκρινε ότι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει υπέρ του αναιρεσείοντος το τεκμήριο κυριότητας επί δασών και δασικών περιοχών, το ίδιο βαρύνεται με την απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η από 20.12.2018 αίτηση αναιρέσεως και οι από 24.10.2021 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 40/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β711/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2018 αίτηση αναιρέσεως και τους από 24.10.2021 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 40/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ