Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations; service of summons was valid despite address change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment convicting her of a misdemeanor. The appellant argued the statute of limitations had expired because the summons was served at an old address after she moved, rendering the service invalid. The court rejected this claim, finding that the service at the former address was legally valid and that the subsequent change of address did not invalidate the proceedings or interrupt the limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111, 112, 113 of the Penal Code; Articles 320, 321, 339, 340, 343 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(b) of the Code of Criminal Procedure: A change of address by the accused after service of summons does not invalidate the service or interrupt the statute of limitations if the new address was unknown to the competent authority.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1644/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Β. του Δ.και της Θ. Π., πρώην σύζυγος Ι. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νίκου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 301/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Β, του Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην επιδοθείσα την 22.4.2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθ. πρωτ. 4808/22.4.2019 από 19.4.2019 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 743/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιδοθείσα την 22-4-2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ: ... από 19-4-2019 δήλωση της Μ. Β. του Δ. και της Θ. Π., πρώην συζύγου Ι. Β., κατοίκου ... (...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 301/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 του Κ.Π.Δ.), όπως ίσχυε πριν από το Νόμο 4620/2019 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ. 2, ενόψει του ότι η ένδικη δήλωση αναίρεσης ασκήθηκε πριν την 1 Ιουλίου 2019 που άρχισε να ισχύει ο ανωτέρω Νόμος (άρθρο 585 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΙ.Π.Δ. προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την, χωρίς εναντίωση, εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της κατ' αυτού υπόθεσης.
Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται η αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, γιατί, στην περίπτωση αυτή, καλύπτεται η ακυρότητα, το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία.
Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με ειδικό λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτά ασκηθείσας έφεσης, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 155 του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ. που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ. 2 του νέου Κ.Π.Δ.: "1. Η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερόμενου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, από όργανα της δημόσιας δύναμης ή από τον πρόεδρο ή τον γραμματέα της κοινότητας ή τον υπάλληλο του Δήμου ο οποίος έχει οριστεί για τον σκοπό αυτόν με απόφαση του Δημάρχου.
Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου όπου ασκεί το επάγγελμά του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο.
Από όλους τους παραπάνω εξαιρούνται, όσοι κατά την ανέλεγκτη αντίληψη αυτού που κάνει την επίδοση είναι μικρότεροι από δέκα επτά (17) ετών ή ψυχικά ασθενείς ή προφανώς μεθυσμένοι. Εξαιρούνται επίσης οι παθόντες από το έγκλημα, όταν η επίδοση πρόκειται να γίνει στον κατηγορούμενο ή στον αστικώς υπεύθυνο, και αντιστρόφως.
Αν πρόκειται για εργαζόμενο σε εργοστάσιο, η επίδοση μπορεί να γίνει στο διευθυντή του εργοστασίου ή στον θυρωρό. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδάφια β' και γ' είναι υποχρεωμένα να παραδώσουν στον ενδιαφερόμενο το έγγραφο που του επιδόθηκε χωρίς καμία χρονοτριβή.....2. Αν ένα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά στην πόρτα της κατοικίας ή, προκειμένου για ξενοδοχείο ή οικοτροφείο, στην πόρτα του δωματίου, όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος ή στην πόρτα του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου.
Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ιδίου Κώδικα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ', 173 παρ. 2 και 174 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η ακυρότητα από τη μη έγκυρη επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καλύπτεται, εάν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης.
Εφόσον, όμως, κατ' αυτή δεν εμφανίσθηκε και δικάσθηκε ερήμην, μπορεί να προταθεί στο Εφετείο, με ειδικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το Εφετείο οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο, με την έφεση, λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αν είναι βάσιμος, να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και χωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά το άρθρο 502 παρ. 4 του Κ.Π.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη με την υπ' αριθμ. ΓΤΠΘ 2788/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία, για ψευδή καταμήνυση, που φέρεται ότι τέλεσε στις 30-10-2012.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθμ. 882/26-9-2018 έκθεση έφεσης, στον ειδικό λόγο της οποίας πρότεινε, ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο, για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη, θυροκολλήθηκε σε κατοικία της επί της οδού ..., στην ..., πλην όμως η θυροκόλληση αυτή ήταν άκυρη, αφού ήδη αυτή από τις 30-10-2012 είχε αποχωρήσει από την παραπάνω κατοικία, που ήταν η οικογενειακή στέγη, στην οποίαν έκτοτε διαμένει συνεχώς ο πρώην σύζυγός της και αυτή διαμένει, μετά την αποχώρησή της από την οικογενειακή στέγη, στην οικία των γονέων της επί της οδού ...
στην ..., αναφέροντας δε σ' αυτή και τα έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της, τα οποία προσκομίσθηκαν στην παρούσα δίκη και επομένως ήταν άκυρη η εν λόγω επίδοση, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία και να μην έχει επέλθει η αναστολή της πενταετούς παραγραφής, η οποία έχει ήδη συμπληρωθεί και η υπόθεση για την οποίαν αυτή κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Στην συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε ουσία, αφού προηγουμένως απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης, ως αβάσιμο στην ουσία του, με την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκκαλούσα εφόσον δεν εμφανίσθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη και δικάσθηκε ερήμην, παραδεκτά πρότεινε, με λόγο έφεσης, την εν λόγω ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος.
Σχετικά δε με την κατοικία της νυν κατηγορουμένης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η νυν κατηγορούμενη Μ. πρώην σύζυγος Ι. Β., το γένος Δ. Π., κατέθεσε στις 30-10-2012 στο ΙΒ Τ.Α……. τη με αριθμό ... έγκληση σε βάρος του τότε συζύγου της Ι. Β. του Π., στην οποίαν αναφέρονταν ότι κατοικεί στην ..., επί της οδού .... Στην από 26-6-2013 ανωμοτί εξέταση αυτής ενώπιον της Γ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης Μαριάννας Κουϊνέλη η νυν κατηγορουμένη δήλωσε ότι κατοικεί στην ……, επί της οδού ...
και ... στην .... Επίσης, στο από 26-6-2013 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων επί προκαταρκτικής εξέτασης, που κατέθεσε η ίδια προς την Γ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, δηλώνει ως κατοικία της την……, οδός ... και ως προσωρινά διαμένουσα επί της οδού ... στην .... Στην από 31-10-2012 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της κατηγορούμενης προς τον τότε σύζυγό της, την οποίαν κοινοποίησε στον τελευταίο στις 2-11-2012 (βλ.
την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Ε.) αναφέρεται επίσης ως τόπος κατοικίας της η….., οδός ..., ενώ στην από 27-5-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... δικόγραφο-αίτηση της κατηγορούμενης περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του τότε συζύγου της αναφέρεται ως κατοικία της η ….., οδός ...
και ως προσωρινά διαμένουσα επί της οδού ... στην .... Στην από 4-6-2013 μήνυση του τότε συζύγου της κατηγορούμενης, η οποία εγχειρίστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και με βάση την οποίαν ασκήθηκε σε βάρος της τελευταίας ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση και καταδικάσθηκε η κατηγορούμενη με την εκκαλούμενη απόφαση, για την πράξη αυτή, σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη κατοικεί στην …., επί της οδού ..., ....
Από το αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Β. Π. προκύπτει ότι το με αριθμό ... κλητήριο θέσπισμα με κατάλογο των μαρτύρων που θα εξετασθούν, επειδή η κατηγορούμενη δεν ανευρέθη η ίδια προσωπικά επί της δηλωθείσας από αυτήν ως διεύθυνση κατοικίας της οδού ..., αλλά ούτε κανένα άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 273 του Κ.Π.Δ., θυροκολλήθηκε νομίμως στις 17-1-2018 επί της οδού αυτής, προκειμένου η κατηγορούμενη να εμφανισθεί στις 19-5-2018 στο ακροατήριο του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία δικάσιμο όμως η κατηγορούμενη δεν εμφανίσθηκε και δικάσθηκε ερήμην.
Πριν όμως χωρήσει η ως άνω θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος, από την από 20-12-2017 βεβαίωση του Δικαστικού Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Β. Κ., προκύπτει ότι η κατηγορούμενη αναζητήθηκε από τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή στην οδό ... της ... και δεν ανευρέθη σε αυτήν, καθόσον τυγχάνει άγνωστη.
Ενόψει των παραπάνω, εφόσον η κατηγορούμενη απουσίαζε από την δηλωθείσα από την ίδια στην Γ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης κατοικία της, επί της οδού ... και ήταν άγνωστη και δεν ανευρέθη και στη δηλωθείσα από την ίδια επίσης στην ίδια ως άνω Πταισματοδίκη διαμονή της επί της οδού ... της ..., η επίδοση ορθώς έγινε με θυροκόλληση στη δηλωθείσα από την ίδια διεύθυνση κατοικία της, ήτοι επί της οδού ..., που γνώριζε η Εισαγγελική Αρχή, όπου, κατά νόμο, θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής, εφόσον αυτή δεν επιλήφθηκε, μεταγενεστέρως, ώστε να γνωστοποιήσει τυχόν μεταβολή αυτής στην Εισαγγελία ή άλλη αρμόδια Αρχή".
Με βάση τα προαναφερόμενα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς απέρριψε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό ως ουσία αβάσιμο, συνακόλουθα δε, έκρινε, ότι έπρεπε να απορριφθεί κατ' ουσία ο ίδιος αυτοτελής ισχυρισμός (περί ακυρότητας της κλητεύσεως) και ως προς την παραγραφή της ως άνω πράξης, όπως τούτο προκύπτει από το σκεπτικό της ιδίας απόφασης.
Η αιτιολογία της απόφασης είναι η απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης του υπ' αριθμ. ... κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον μάλιστα η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε με αυτοτελή ισχυρισμό της και με την έφεση που είχε ασκήσει, ότι είχε καταστήσει γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή της Θεσσαλονίκης που είχε παραγγείλει την επίδοση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίον κατέστησε γνωστή την αλλαγή της διεύθυνσής της.
Άλλωστε, το γεγονός της αλλαγής της διεύθυνσής της δεν ήταν γνωστό στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, ούτε ήταν δυνατό το αρμόδιο όργανο επίδοσης, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιμέλεια, να πληροφορηθεί, ότι η αναιρεσείουσα διαμένει πλέον σε άλλη διεύθυνση. Παρά ταύτα όμως, πριν λάβει χώρα η θυροκόλληση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος στις 17-1-2018, από την από 20-12-2017 βεβαίωση του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Β.
Κ. προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα αναζητήθηκε από αυτόν και στην οδό ... στην ..., πλην όμως αυτή δεν βρέθηκε σ' αυτήν, καθόσον τυγχάνει άγνωστη. Επομένως, εφόσον ήταν έγκυρη η επίδοση του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος στην αναιρεσείουσα κατά την παραπάνω ημερομηνία, με χρόνο τέλεσης της πράξης, για την οποίαν αυτή καταδικάσθηκε στις 30-10-2012 και διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, επήλθε νόμιμη αναστολή της πενταετούς παραγραφής, λαμβανομένης υπόψη και της αναβολής της, κατά το άρθρο 59 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., που έλαβε χώρα με την από 28-3-2015 πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και που αναφέρεται στο σκεπτικό της αναγνωσθείσας εκκαλούμενης απόφασης, και όταν εκδικάσθηκε η υπόθεσή της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στις 6-2-2019, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και άρα δεν είχε παραγραφεί το πλημμέλημα, για το οποίο αυτή καταδικάσθηκε νόμιμα με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίον παραπονείται η αναιρεσείουσα, επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό που αυτή είχε προβάλλει, ότι η ως άνω αξιόποινη πράξη, για την οποίαν αυτή καταδικάσθηκε, είχε υποπέσει σε παραγραφή, ενόψει του ότι η κλήτευσή της, στις 17-1-2018, προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο αυτή δικάσθηκε ωσεί παρούσα, ήταν άκυρη, λόγω του ότι κλητεύθηκε στη διεύθυνση ..., στην ..., ενώ είχε μετοικήσει από την ως άνω διεύθυνση και διαμένει πλέον στην οδό ... της ίδιας περιοχής, με αποτέλεσμα η εν λόγω σχετική ακυρότητα να μην έχει καλυφθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπαρχόντων άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη δήλωση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το Νόμο 4620/2019), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 22-4-2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ: ... από 19-4-2019 δήλωση της Μ. Β. του Δ. και της Θ. Π., πρώην συζύγου Ι. Β., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 301/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ