Legislator Case Law & Legislation
1644/2018 AI generated

1644/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1644/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1644/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή.

Keywords

AI generated
immediate termination for fraud disproportionate sanction trading in influence provisions on emoluments cessation of insurance benefits extortion of excessive official fees
AI generated
1059/2010
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουνίου 2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3008/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6412/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Μαΐου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης και ν' απορριφθεί ο τέταρτος.
194/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1409/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1617/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 479/1996 μη οριστική, 3082/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 737/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 1η Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1765/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1644 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1644/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Σ. Ν., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 2) Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 3) Χ. Ν. του Σ., κατοίκου ... και 4) Σ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων του Σ. Ν. του Α.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ντάλια του Νικολάου.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ Ι.Κ.Α. - ΕΤΑΜ, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μωυσίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - Ε.Φ.Κ.Α.", ως καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ", όπως προκύπτει και από τις από 8-8-2018 προτάσεις του ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5574/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1561/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των απαιτήσεων, προκύπτει, ότι υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ως και ότι τα έξοδα εκτέλεσης δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά μόνο προαφαιρούνται για να γίνει η κατάταξη των δανειστών στο εναπομένον πλειστηρίασμα.

Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις που κατατίθενται από τον δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελο του πλειστηριασμού. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί, όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αναγραφή, επί της ιδιαίτερης πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών.

Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή.

Η αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος, όπως και η κατάταξη των δανειστών, και συνεπώς προσβάλλεται μόνο με ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση αυτή η άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού η ανακοπή ή του μεγέθους της, που αφορά στα προαφαιρεθέντα έξοδα εκτέλεσης, αποτελεί παραδεκτό και ορισμένο λόγο ανακοπής, στον καθού δε εναπόκειται να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του και του μεγέθους της περιστατικά.

Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί. Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.

Περαιτέρω, δικαιούχος των εξόδων εκτελέσεως, τα οποία κατά νόμο φέρει ο καθού ενεργείται η εκτέλεση (άρθρο 932 ΚΠολΔ), είναι ο επισπεύδων εκείνος δανειστής που έδωσε την εντολή στα όργανα εκτελέσεως και τα έχει προκαταβάλλει, ο οποίος δικαιούται να συμμετάσχει στην ως άνω απλή διαδικασία εκκαθαρίσεως των εξόδων από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.

Ωστόσο, με την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 και 1006 παρ. 3 ΚΠολΔ ανακοπή, ο ανακόπτων αναγγελθείς δανειστής μπορεί να προσβάλλει τον πίνακα κατατάξεως και όταν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά την εκκαθάριση με τον πίνακα των εξόδων του δικηγόρου, που κατ` εντολή του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστού προέβη στις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες, εσφαλμένα αφαιρεί ορισμένο ποσό πλειστηριάσματος προς κάλυψη τούτων, εφόσον θίγονται, με την κατ` αυτόν τον τρόπο γενομένη μείωση του πλειστηριάσματος, τα έννομα συμφέροντά του, με την κατάταξη άλλου δανειστή, ή τη μη προσήκουσα κατάταξη αυτού.

Ετσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ανακόπτων επικαλείται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα έξοδα του καταταγέντος στον πίνακα γι` αυτά δικηγόρου του επισπεύδοντος την εκτέλεση, τα οποία δεν είναι νόμιμα και υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ή άλλους νόμους και υπουργικές αποφάσεις ποσά αμοιβής των δικηγόρων, για πράξεις που διενήργησαν κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή απευθύνεται κατά του δικηγόρου ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται παθητικά.

Αντίθετα αν με την ανακοπή δεν αμφισβητείται η διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικηγόρος αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως, τότε νομιμοποιείται παθητικά ως καθ` ου η ανακοπή μόνο ο επισπεύδων δανειστής (AΠ658/2014,ΑΠ 60/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται, ότι σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, νομιμοποιούνται μόνον ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ`ού η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον.

Τέτοιο συμφέρον του ανακόπτοντος θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής του δεν εξαντλείται μόνο στην ακύρωση της κατάταξης του καθού, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος. Έτσι αν παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθού κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Ο ανωτέρω κανόνας ισχύει και όταν με την ανακοπή προσβάλλεται η προαφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως από το πλειστηρίασμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 932, 971 και 975 ΚΠολΔ. Αν ο λόγος της ανακοπής, με τον οποίο επιδιώκεται η μείωση των εξόδων ή αμφισβητείται το ύψος αυτών, γίνει δεκτός ως βάσιμος, τότε το δικαστήριο επαναπροσδιορίζει το προς διανομή υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, στο οποίο κατατάσσεται ο ανακόπτων, που έχει υποβάλλει σχετικό αίτημα έστω και αν το προνόμιο του ανακόπτοντος είναι ασθενέστερο του προνομίου του καθού η ανακοπή, εφόσον όμως τούτο του παρέχει τη δυνατότητα να καταταγεί στον πίνακα προς ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαιτήσεώς του από το πλειστηρίασμα αυτό και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή δεν αμφισβητείται το προνόμιο του καθ`ού η ανακοπή αλλά η ίδια η απαίτησή του για τα έξοδα εκτελέσεως.

Αν όμως λόγω ειδικού προνομίου του καθ`ού η ανακοπή δεν επιτρέπεται η κατάταξη στο πλειστηρίασμα της αναγγελθείσας απαιτήσεως του ανακόπτοντος, τότε αυτός δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανωτέρω ανακοπής.(προβλΑΠ1157/2004).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 31 του ν. 1545/1985, "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ., γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Με το άρθρο 6 παρ. 16 του ν. 2497/1997 υπήχθησαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.

Ήδη με το άρθρο 56 του ν. 3994/2011 οι παραπάνω ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν με μικρές διαφορές στις διατάξεις του άρθρου 975 αριθ. 3, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις ειδικότερα που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων που αμείβονται με πάγια περιοδική αμοιβή κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από τον χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται και πάλι μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.

Περαιτέρω, με το άρθρο 41 του Ν. 3863/2010, με το οποίο τροποποιήθηκε η παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, ορίζονται τα εξής: "Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α' ), υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης ..." (παρ. 1). "Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί μέχρι την ψήφιση του παρόντος νόμου" (παρ. 5).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 960 επ. και 999 επ. ΚΠολΔ, η προδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με τη σύνταξη περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην προγράμματος πλειστηριασμού) και τελειώνει με τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Ο αναπλειστηριασμός δεν αποτελεί αυτοτελή πλειστηριασμό αλλά στάδιο ενός ενιαίου πλειστηριασμού (ΑΠ1291/2017,ΑΠ 1641/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε παραβιάσεις ουσιαστικού κανόνα δικαίου σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο(ΑΠ1291/2017).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996). Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο,και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 869/2017,ΑΠ 253/ 2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα :< Με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, στις 29-7-2009, διενεργήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Γ. αναγκαστικός πλειστηριασμός ενός ακινήτου (οριζόντιας ιδιοκτησίας), ιδιοκτησίας του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση, Ι. Δ. του Ν. και συγκεκριμένα του με αριθμό 3 διαμερίσματος που βρίσκεται στον α' υπέρ το ισόγειο όροφο της στο ... και Μυκόνου αριθμ. 20 πολυκατοικίας, το οποίο κατακυρώθηκε στην ως άνω επισπεύδουσα, το δε επιτευχθέν πλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 76.100Ε.

Μεταξύ των δανειστών, που ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού τις απαιτήσεις τους κατά του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση, περιλαμβάνονται: α) το ανακόπτον (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ήδη Ε.Φ.Κ.Α.), το οποίο ανήγγειλε, με την 16.484/2009 αναγγελία του, ληξιπρόθεσμη απαίτησή του κατά του καθ' ου η εκτέλεση, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή, που εκπροσωπούσε νόμιμα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε...", σύμφωνα με τον επισυναπτόμενο στην ως άνω αναγγελία από 6-8-2009 πίνακα, προερχόμενη από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές της ως άνω εταιρείας από τον Ιούνιο 2001 μέχρι τον Αύγουστο 2007, συνολικού ποσού 35.626,50€ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή του, σύμφωνα με το άρθρο 975 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 16 του ν. 2972/2001, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και β) ο καθ' ου η ανακοπή, με την από 1-9-2009 αναγγελία του για απαίτησή του κατά του καθ' ου η εκτέλεση, ποσού 20.268,44€, που αφορούσε σε δικηγορικές αμοιβές του για την άσκηση των στο εν λόγω έγγραφο αναλυτικά αναφερόμενων δικαστικών πράξεων (άσκηση ανακοπών και σύνταξη προτάσεων) κατ' εντολή και για λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση (Ι.

Δ.) και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή του, κατ' άρθρο 975 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Ακολούθως και επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν αρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, πλέον των εξόδων εκτελέσεως, η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού κατήρτισε τον προσβαλλόμενο με την ανακοπή αυτή 21616/2010 πίνακα κατάταξης δανειστών.

Σύμφωνα με τον πίνακα αυτό και πριν προχωρήσει στην κατάταξη των αναγγελθέντων δανειστών, η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη, καταρχήν, στην προαφαίρεση από το παραπάνω επιτευχθέν πλειστηρίασμα των εξόδων εκτελέσεως, συνολικού ποσού 22.320,24€, με ρητή μνεία ότι πρόκειται περί των αναγκαίων για τη διεξαγωγή της διαδικασίας της εκτελέσεως και των γενομένων προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ήτοι των εξόδων της διαδικασίας του πλειστηριασμού (κατασχέσεως, περιλήψεως κατασχετήριας έκθεσης, αντιγράφων, κοινοποιήσεων, δημοσιεύσεων κ.λ.π.) και τα από του πλειστηριασμού και εντεύθεν μέχρι της διανομής του εκπλειστημιάσματος έξοδα (εκθέσεως πλειστηριασμού, αντιγράφων, πίνακα κατάταξης, αντιγράφων κοινοποιήσεων) και, ακολούθως, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα (53.779,56€) κατέταξε στο 1/3 τούτου το Ελληνικό Δημόσιο για μέρος της αναγγελθείσας απαιτήσεώς του, ήτοι για το ποσό των 17.926,52€ και στα 2/3 την επισπεύδουσα, ωσαύτως, για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής της, εξοπλισμένης με υποθήκη, ήτοι για το ποσό των 35.853,04€.

Ειδικότερα, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προαφαίρεσε α) το ποσό των 1.599,80€, που αφορούσε στην αμοιβή της ίδιας και στα έξοδα που αυτή υποβλήθηκε και β) το ποσό των 20.720,44€, που αφορά στην αναγγελθείσα απαίτηση του καθ' ου "για αμοιβές του από διάφορες συνολικά δικαστικά ενέργειες", μνημονεύοντας, παρά ταύτα, τις διατάξεις περί προνομιακής κατατάξεως των απαιτήσεων των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις (άρθρα 31 ν. 1545/1985 και 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997) στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ.

Καθίσταται, λοιπόν, εμφανές ότι η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού, όλως εσφαλμένως εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, προέβη σε προαφαίρεση της απαίτησης του καθ' ου (και μάλιστα ποσού μείζονος του αναγγελθέντος), ωσάν να επρόκειτο περί εξόδων εκτελέσεως ή εξόδων που έγιναν για το συμφέρον όλων των δανειστών, αντί να προβεί στην προνομιακή κατάταξη της απαίτησης αυτής και μάλιστα πριν από την κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου και πριν τη διαίρεση του πλειστηριάσματος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ανακόπτον διατηρεί τις προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, συνολικού ποσού 35.626,50€ κατά της εταιρείας "Α.Ε...", που αφορά σε οφειλόμενες υπό της ως άνω εταιρείας ασφαλιστικές εισφορές για το χρονικό διάστημα από τον 6° μήνα του 2001 μέχρι τον 8° μήνα του 2007, υπεύθυνος δε για την καταβολή αυτών είναι ο καθ' ου η εκτέλεση.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνουν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι αιτιάσεις του ανακόπτοντος, που περιέχονται στον τέταρτο (δ) λόγο αυτής. Αντίθετα, οι λοιποί λόγοι της ανακοπής που αμφισβητούν την προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή τυγχάνουν άνευ αντικειμένου και πρέπει ν' απορριφθούν, αφού, όπως προεκτίθεται, η απαίτηση αυτή δεν κατετάγη στον προσβαλλόμενο πίνακα, αλλά προαφαιρέθηκε, ωσάν να επρόκειτο περί εξόδων εκτελέσεως.

Μετά ταύτα, πρέπει να μεταρρυθμιστεί ο ανακοπτόμενος πίνακας κατάταξης, προκειμένου να απαλειφθεί το ποσό των 20.720,44€ και σ' αυτό να καταταγεί το ανακόπτον, κατά στα διατακτικό οριζόμενα>.

Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, ναι μεν κατ' αρχήν ορθά έκρινε ότι εσφαλμένα κατετάγησαν οι δικηγορικές αμοιβές στα προαφαιρούμενα έξοδα, πλην όμως στη συνέχεια εσφαλμένα κατέταξε στο ποσό που αντιστοιχούσε σ'αυτές το ανακόπτον, ενώ θα έπρεπε να χωρήσει προηγουμένως στη σύγκριση του προνομίου του αναιρεσίβλητου με εκείνο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ενόψει του ότι αυτός τόσο κατά τη δίκη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου επικαλέστηκε κατά τρόπο ορισμένο την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του, πράγματα τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στη δίκη, έτσι ώστε, εφόσον ήθελε κριθεί ο προνομιακός χαρακτήρας των απαιτήσεών του, θα έπρεπε στο υπολειπόμενο μετά τα έξοδα εκτελέσεως ποσό να καταταγεί ο καθού η ανακοπή ως έχων υπέρτερο προνόμιο από εκείνο του ανακόπτοντος ΕΦΚΑ και ν'απορριφθεί η ανακοπή του ΕΦΚΑ για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας διαφορετικά, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 979 παρ 1 και 2 ΚΠολΔ και δεν έλαβε υπόψη πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και πρέπει μετά ταύτα να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ 1 και 8 ΚΠοΛΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση παρελκούσης της ερεύνης του εκ του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ τρίτου λόγου, λόγω της εμβέλειας των γενομένων δεκτών αναιρετικών λόγων.

Επίσης, πρέπει να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών, που υπέβαλαν προτάσεις, μετά από σχετικό αίτημά τους (176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) - τα οποία, όμως, πρέπει να περιορισθούν κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 9 του Ν.Δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του Ι.Κ.Α.

διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και επομένως οι διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου τούτου, και σε δίκες στις οποίες διάδικος είναι το Ι.Κ.Α. (ΑΠ 1655/2010) - ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 1561/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατατέθηκε.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ