1644/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1644/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1416/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 25/2/2016 κλήση της εκκαλούσας - καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίσθηκε δε εισηγητής ο Γεώργιος Μιχολιάς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1644/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 27/3/2017 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Του εφεσίβλητου - καθού η κλήση: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2004 αγωγή του ήδη εφεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2357/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1728/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε κατά ένα μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/10/2013 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1416/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 25/2/2016 κλήση της εκκαλούσας - καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίσθηκε δε εισηγητής ο Γεώργιος Μιχολιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επί της από 4-7-2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή και α) αναγνώρισε τη μερική ακυρότητα του ... Πρακτικού-Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου Κρίσεων της αναιρεσείουσας το οποίο του στέρησε τη μισθολογική του εξέλιξη από το μισθολογικό κλιμάκιο 8 στο μισθολογικό κλιμάκιο 7 από την 27-4-1995 μέχρι 27-4-1997 και τον προήγαγε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος των μελών του από 27-4-1997 αντί της 27-4-1995, β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ii) το συνολικό ποσό των 21.705,18 ευρώ ως μισθολογικές διαφορές των ετών 1995 έως 2005 με το νόμιμο τόκο κάθε μισθολογικής διαφοράς από το τέλος κάθε μήνα που ήταν καταβλητέα, ii) το ποσό των 300 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και iii) τους επιδικασθέντες ως άνω τόκους επί των τόκων των μισθολογικών διαφορών με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατόπιν της από 15-6-2007 με αριθμό κατάθεσης .../2007 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας με τη με αριθμό 1728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξαφανίσθηκε και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή επειδή κρίθηκε ότι δεν είναι νόμιμη". Κατά της απόφασης αυτής (1728/2008) του Εφετείου Αθηνών ο ενάγων άσκησε αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις πλην της χρηματικής ικανοποίησης είναι νόμιμες, στηρίζονται στη διάταξη του άρθρου 938 Α.Κ.
και, αφού αναίρεσε εν μέρει την ως άνω απόφαση του Εφετείου εκτός από το μέρος και τη διάταξη της, που άφορα την απόρριψη της αγωγής κατά το αίτημα της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε, ότι με την κρινόμενη έφεση δεν πλήττεται η εκκαλουμένη ως προς τις παραδοχές της που αφορούν την ουσία της υπόθεσης και περαιτέρω δέχθηκε εν μέρει την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο ως προς το κεφάλαιο και τη διάταξη αυτής περί καταβολής τόκων επί των επιδικασθέντων τόκων των μισθολογικών διαφορών του ενάγοντος το οποίο το έκρινε ως αόριστο και απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Την αναίρεση της τελευταίας ως άνω αποφάσεως του Εφετείου (3800/2013) ζήτησε η αρχικά αναιρεσείουσα με την από 14-10-2013 αίτηση της. Επί της τελευταίας αυτής αναιρέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 1416/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα επειδή δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λόγο έφεσης και πρόσθετο λόγο έφεσης), με τους οποίους πλήττεται η εκκαλούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με το να εκτιμήσει ότι με την κρινομένη έφεση δεν πλήττεται η εκκαλουμένη ως προς τις παραδοχές της που αφορούν την ουσία της υπόθεσης, και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Ήδη η υπόθεση εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την απ 25-2-2016 κλήση της αναιρεσείουσας.
2.- Από τη διάταξη του άρθρου 938 που ορίζει ότι "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να αποδώσει "ότι περιήλθε" σ’ αυτόν ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί", συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι μετά την παραγραφή της αξιώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία παραμένει ακέραιη η υποχρέωση εκείνου που αδικοπράγησε να αποδώσει στο ζημιωθέντα κάθε ωφέλεια που αποκόμισε από την αδικοπραξία, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ακόμη ότι ο αδικήσας υποχρεούται ν’ αποδώσει στον αδικηθέντα την ωφέλεια που απέκτησε από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής και όχι ότι ωφελήθηκε αυτός συνεπεία της επελθούσας παραγραφής. Τέτοια ωφέλεια υπάρχει και όταν εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία και όχι μόνο όταν στον αδικοπραγήσαντα περιήλθε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, προς απόδοση αυτού.
Και τούτο, διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ είναι ν’ αποδώσει ο αδικήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που απέκτησε από αυτήν, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος. Έτσι, όταν τ’ αρμόδια όργανα νομικού προσώπου, παρά το νόμο και τον διέποντα το νομικό πρόσωπο Κανονισμό, δεν εκδίδουν την προβλεπόμενη και αναγκαία απόφαση για να λάβει ο υπάλληλος τις βαθμολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις που δικαιούται και η αξίωση από την αδικοπραξία αυτή έχει παραγραφεί, τότε το νομικό πρόσωπο "υποχρεούται από τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ ν’ αποδώσει στον υπάλληλο την ωφέλεια από την παράνομη αυτή πράξη των οργάνων του.
Ωφέλεια που πρέπει ν’ αποδοθεί αποτελεί, στην περίπτωση αυτή, το ποσό που θα κατέβαλε για μισθολογικές διαφορές στον υπάλληλο αν δεν πραγματωνόταν η αδικοπραξία, τις οποίες και εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του υπαλλήλου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), με την ένδικη από 4/7/2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 1/4/1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την ειδικότητα του χειριστή προωθητήρων στην κατηγορία Τ4/1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 13, ότι την 1/1/1990 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στο μ.κ. 12, σύμφωνα με τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ),που επέχει ισχύ νόμου, ενώ στις 27/4/ 1992 προήχθη στο μ.κ. 8, ότι κατά τις κρίσεις που έγιναν στις 27/4/1995, 27/4/1996 και 27/4/1997 δεν εγκρίθηκε η μισθολογική του προαγωγή και παρέμεινε στάσιμος στο 8ο μ.
κ., ότι το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως της εναγόμενης (ΔΣΚ - ΔΕΗ), στο οποίο προσέφυγε μετά την τελευταία κρίση της 27/4/2007 με το με αριθμό ...-2-1998 πρακτικό - απόφαση του, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό ...7-1998 πρακτικό - απόφαση του, δεχόμενο, μερικά, την προσφυγή του αποφάσισε τη μισθολογική ;προαγωγή του από το 8ο στο 7ο μ.
κ. από την 27/4/1997 και όχι από την 27/4/1995, με αποτέλεσμα, κατά την άσκηση της αγωγής, να έχει ενταχθεί στο 6ο και όχι στο 5ο μ.κ., και ότι το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, παράνομα και καταχρηστικά, δεν τον ενέταξε από την 27/4/1995 στο 7ο μ.κ. Ζήτησε δε με την αγωγή, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 938, 904 και 911 ΑΚ, αφού οι αξιώσεις του από την αδικοπραξία, είχαν παραγραφεί α) να αναγνωριστεί η μερική ακυρότητα του με αριθμό ...-2-1998 πρακτικού, - απόφασης του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως που τον ενέταξε στο μ.κ. 7ο από 27/4/1997 και όχι από 27/4/1995, β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει μισθολογικές διαφορές για τα έτη από 1995 έως και 2004 ύψους 21.705,18 €, τις οποίες θα κατέβαλε σε υπάλληλο της με τα ίδια με αυτόν προσόντα και οι οποίες μισθολογικές παροχές αποτελούν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το περιελθόν σ’ αυτήν, ως μη καταβληθέν και συνεπώς εξοικονομηθέν ποσό, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, γ) ποσό 586,94 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και δ) τους αναλογούντες τόκους τόκων.
Με δήλωση του επί της αγωγής παραιτήθηκε μάλιστα του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της με αριθμό 6373/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι αξιώσεις του εκ της αδικοπραξίας κατ’ άρθρο 937 ΑΚ έχουν παραγραφεί.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και τη δέχθηκε ως ανωτέρω υπό το στοιχείο 1 της παρούσης αναφέρεται και ακολούθως οι αναφερόμενες παραπάνω επίσης υπό το στοιχείο 1 της παρούσης διαδοχικά δύο αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, (η δεύτερη μετά από αναίρεση της πρώτης), που και οι δύο αναιρέθηκαν εν μέρει με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Αρείου Πάγου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα επίσης υπό το στοιχείο 1 της παρούσης.
Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων μετά την αναίρεση (για δεύτερη φορά) της απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2357/2006αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να ερευνηθεί η υπόθεση κατ’ ουσίαν από το Τμήμα αυτό του Δικαστηρίου τούτου σύμφωνα με τα άρθρα 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της απόφασης αυτής , α) η υπ’ αριθμόν 1728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν αναιρέθηκε και έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς τυπικά δεκτό της ένδικης από 15-6-2007 έφεσης και ως προς το μέρος και τη διάταξη της περί απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο περί χρηματικής ικανοποίησης αίτημα της δυνάμει της 1823/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου και β) η υπ’ αριθμόν 3800/ 2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν αναιρέθηκε και έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς τυπικά δεκτό των πρόσθετων λόγων της έφεσης που ασκήθηκαν με τις από 15-3-2013 προτάσεις της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ως προς το κεφάλαιο και τη διάταξη της περί καταβολής τόκων επί των επιδικασθέντων τόκων (ανατοκισμού) των μισθολογικών διαφορών του ενάγοντος που απορρίφθηκε το σχετικό κεφάλαιο ως απαράδεκτο με την ως 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επομένως οι τέταρτος και έκτος λόγος της έφεσης και ο δεύτερος λόγος των πρόσθετων λόγων της έφεσης με τους οποίους προσάπτονται στην εκκαλούμενη τα σχετικά σφάλματα της όσον αφορά τα κεφάλαια της αγωγής της χρηματικής ικανοποίησης και της καταβολής τόκων επί των επιδικασθέντων τόκων δεν θα ερευνηθούν, καθόσον παρέλθει η εκ νέου εξέταση τους, αφού έχουν ήδη γίνει δεκτοί αμετακλήτως, κατά τα προαναφερθέντα, και έχουν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών απορριφθεί τα εν λόγω κεφάλαια της αγωγής.
Περαιτέρω οι λοιποί λόγοι έφεσης και δη το αναφερόμενο γενικά αλλά και στον πρώτο λόγο της έφεσης παράπονο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπεία της οποίας ήταν η παραδοχή τής αγωγής, ενώ αν το δικαστήριο εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις θα την απέρριπτε ως νόμω και ουσία αβάσιμη και ο συναφής πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αυτής, για την παράλειψη έρευνας των οποίων άλλωστε αναιρέθηκε, κατά τα ανωτέρω, η 3800/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ερευνηθούν ως προς η βασιμότητα τους.
Από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από τις με αριθμούς .../18-4-2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης και από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 1-4-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την ειδικότητα του χειριστή προωθητήρων στην κατηγορία Τ4/1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 13 και τοποθετήθηκε στο Ορυχείο ... του Λιγνιτικού Κέντρου Πτολεμαϊδας-Αμυνταίου [...].Την1-1-1990 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης εναγόμενης, σύμφωνα με τον ΚΚΠ-ΔΕΗ, που επέχει ισχύ νόμου, στην κατηγορία Τ4/1 [χειριστής μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων] και στο μ.κ. 12.
Μετά από αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας 11 μηνών και 4 ημερών προήχθη στο μ.κ. 11 και εν συνεχεία στις 1-10-1991 προήχθη λόγω ανακλιμάκωσης στο μ.κ.9 και στις 27-4-1992 προήχθη στο μ.κ. 8. Με τις υπ’ αριθμ...-2-1996, ...-10-1996 και ...-3-1997 αποφάσεις του Διευθυντή του Λιγνιτικού Κέντρου Πτολεμαϊδας- Αμυνταίου, κατά τις επόμενες προαγωγικές κρίσεις την 27- 4-1995, 27-4-1996 και 27-4-1997 αποφασίστηκε η παραμονή του ενάγοντος στο μ.κ. 8 και ο χαρακτηρισμός του ως "στάσιμου", για το λόγο ότι οι συχνές απουσίες λόγω ασθενείας η χαμηλή βαθμολογία και η υπηρεσιακή του απόδοση δεν δικαιολογούσαν την προαγωγή.
Κατά των αποφάσεων ...-2-1996, ...-10-1996 του Διευθυντή του Λιγνιτικου Κέντρου Πτολεμαϊδας- Αμυνταίου ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δεν άσκησε προσφυγή εντός μηνός από την κοινοποίηση τους στον ίδιο." Αντίθετα κατά της τελευταίας αποφάσεως ...-3-1997 ο ενάγων άσκησε την υπ’ αριθμ. Πρωτ. .../24.4.1997 προσφυγή ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως της εναγομένης διαμαρτυρόμενος για την στασιμότητα του στο 8° μ.κ.
για τρίτη συνεχόμενη φορά και αιτιολογώντας τους λόγους της απουσίας του από την υπηρεσία αφενός σε σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και αφετέρου σε πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο σπίτι του, συνεπεία της οποίας υπέστη αυτό σοβαρές υλικές ζημιές. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως Προσωπικού με το με αριθμό ...-2-1998 πρακτικό- απόφαση του απέρριψε την προσφυγή του ενάγοντος για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη κρίση (μη έγκριση μισθολογικής προαγωγής) είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 25 του ΚΚΠ-ΔΕΗ.
Εν συνεχεία ο ενάγων υπέβαλε προς το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως την από 10-6-1998 αίτηση θεραπείας αιτούμενος να επανεξεταστεί η περίπτωση της μη μισθολογικής του προαγωγής επισημαίνοντας ότι οι σοβαροί λόγοι υγείας που αντιμετώπιζε ήταν και η αιτία που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του.
Με την υπ’ αριθμ. ...7-1998 απόφαση του το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως Προσωπικού της εναγομένης έκανε δεκτή την αίτηση θεραπείας του ενάγοντος και αποφάσισε τη μισθολογική προαγωγή του από το μ.κ. 8 στο μ.κ.7 της κατηγορίας Τ4 από 27.4.1997. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής άσκησε κατά της εναγομένης την από 18-6-2001 αγωγή του με την οποία ζητούσε αφενός μεν αναγνωρισθεί η μερική ακυρότητα του υπ’ αριθ. ...-2-1998 πρακτικού- απόφασης του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως της εναγομένης και αφετέρου να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει τις οφειλόμενες διαφορές, που ανέκυπταν από την υποτιθέμενη ακυρότητα του ως άνω πρακτικού για την περίοδο 1995-2001.
Η αγωγή του αυτή απορρίφθηκε με τη 1993/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια απορρίφθηκε και η ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεση του ενάγοντος και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής με την 6373/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων του ενάγοντος που στηρίζονταν στην επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπραξία των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης.
Όμως, από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης διέπραξαν σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία με την παράνομη και καταχρηστική εκ μέρους τους κρίση περί μη προαγωγής του στο μισθολογικό κλιμάκιο 7 από 27-4-1995,αλλ Ούτε και από τις αποφάσεις 1728/2008 και 3800/2013 του Εφετείου Αθηνών, που αναιρέθηκαν κατά τα ανωτέρω, ούτε και από την 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την πρώτη από τις δύο ως άνω αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτές δέχθηκαν ότι η εναγομένη και οι προστηθέντες από αυτήν αρμόδιοι διέπραξαν αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος.
Μάλιστα η 1728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή ποσού από τον ενάγοντα αναφέρει ως προϋπόθεση το αληθές του παρανόμου και καταχρηστικού της παραλείψεως προαγωγής του ενάγοντος από 27-4-1995, ενώ η 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε ότι είναι νόμιμη ένδικη αγωγή, ερμηνεύοντας ορθά τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ, δέχεται ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος, (αναιρεσείοντος τότε), θεμελιώνονται σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη αγωγή, σε αδικοπραξία που τελέστηκε σε βάρος του, και όχι ότι τελέστηκε αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συζήτηση της υπόθεσης, κρίνονται αβάσιμα και δεν συνάγεται από την 1823/2011 ότι υπάρχει δεδικασμένο και αμετάκλητο για αδικοπραξία που τέλεσε η εναγομένη σε βάρος του.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ενάγων πάσχει από χρόνια οξεία ρευματοειδή αρθροίτιδα επί διαβητικού εδάφους και έχει απόλυτη ανάγκη συχνών ιατρικών παρακολουθήσεων, μετακινήσεων καθώς και υποβολής σε ειδικές ιατρικές εξετάσεις σε ειδικά κέντρα εκτός της περιοχής της Πτολεμαϊδας, όπου εργάζεται, ενώ του συνεστήθη κατ’ επανάληψη από τους θεράποντες ιατρούς του η αποφυγή κοπιώδους εργασίας λόγω της χρόνιας και αρνητικής εξελικτικής πορείας της νόσου.
Για την κατάσταση της υγείας του (προσκομίζονται σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις του έτους 1996 των θεραπόντων ιατρών του Β. Β., Α. Κ., Χ. Σ. και άλλων). Στις 15-6-1998 αποφασίστηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ..../11-6-1998 αποφάσεως του Διευθυντή του ... της εναγομένης η εσωτερική μετακίνηση του ενάγοντος στον τομέα συνεργείων βάσης της μονάδας κεντρικής συντήρησης προκειμένου να απασχοληθεί σε ελαφρότερη εργασία για λόγους υγείας κατόπιν των από 18-10-1996, 21-3-1997,15-7-1997, 23-2-1998,29-5-1998 προσωπικών εγγράφων του ενάγοντος προς τη Δ/νση ...
της εναγομένης αιτούμενος τη μετάθεση του από το ορυχείο ... στο κεντρικό μηχανουργείο για τους προαναφερόμενους λόγους υγείας που αντιμετώπιζε. Έως την έκδοση των δύο πρώτων ως άνω αποφάσεων του Διευθυντή του Λιγνιτικού Κέντρου Πτολεμαϊδας- Αμυνταίου, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-4-1995, 27-4-1996 που εκδόθηκαν αντίστοιχα στις 6-2-1996 και 1-10 -1996, τις οποίες αποφάσεις μάλιστα ο ενάγων δεν προσέβαλε, ο ίδιος δεν είχε ζητήσει τη μετάθεση του για λόγους υγείας σε θέση με μικρότερη καταπόνηση από αυτήν που υπηρετούσε.
Με αυτά τα δεδομένα η άρνηση της εναγομένης να προβεί στη μισθολογική προαγωγή του ενάγοντος από 27-4-1995 δια των αρμοδίων οργάνων της α) δεν συνιστά συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια καθόσον, το ότι ο ενάγων αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι στο γεγονός αυτό οφείλονταν οι συχνές απουσίες του από την εργασία του, η χαμηλή βαθμολογία του και η υπηρεσιακή του απόδοση κατά τις κρίσιμες περιόδους πριν από τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, ελήφθησαν υπόψη από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης προκειμένου να αιτιολογηθούν οι αρνητικές περί μισθολογικής προαγωγής του ανωτέρω αποφάσεις της εναγομένης και β] η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της δεν απάλλαξε μεν εγκαίρως τον ενάγοντα από τα καθήκοντα της ειδικότητας του, παρά το γεγονός ότι γνώριζε το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και τις συνεχείς και επί μακρό χρόνο αιτήσεις του για μετάθεση του προκειμένου να απασχοληθεί σε ελαφρύτερη εργασία, με πρώτη αυτή της 18-10-2016, πλην όμως προέβη τελικά κατά τα ανωτέρω στην ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος του, και επιπλέον λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προεκτεθέντα τα αρμόδια όργανα της εναγομένης χορήγησαν μισθολογική προαγωγή στον ενάγοντα από το μ.κ. 8 στο μ.κ.7 της κατηγορίας Τ4 για το διάστημα από 27-4-1997 και εντεύθεν, ήτοι για το διάστημα το αμέσως μετά την υποβολή της πρώτης, κατά τα ως άνω, αίτησης από αυτόν για μετάθεση του προκειμένου να απασχοληθεί σε ελαφρύτερη εργασία, και αφού εκδόθηκε και η με αριθμό πρωτοκόλλου ...14-3-1997 γνωμοδότηση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Πτολεμαϊδας κατόπιν παραπομπής του σε αυτή από την εναγομένη, περί του ότι ο ενάγων πάσχει από αρνητική ρευματοειδή αρθρίτιδα με προσβολή αρθρώσεων κάτω άκρων, καρπών, μικρών αρθρώσεων κάτω χειρών, αγκώνων και ότι οι λόγοι υγείας δικαιολογούν το αίτημα του μισθωτού για αλλαγή θέσης εργασίας και απασχόλησης.
Υπό τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά με το να προαχθεί τελικά ο ενάγων στο επόμενο του 8ου μισθολογικού κλιμακίου της εναγομένης, ήτοι στο 7°, από 27-4-1997 και όχι από 27-4-1995, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης δεν ενήργησαν κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος των στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και δεν διεπράχθη σε βάρος του αδικοπραξία από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης.
Επομένως δεν πάσχει από ακυρότητα το σχετικό πρακτικό-απόφαση του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεων της εναγομένης που προήγαγε τον ενάγοντα στο μισθολογικό κλιμάκιο 7 από το μισθολογικό κλιμάκιο 8 από 27-4-1997 και όχι από 27-4-1995, και εντεύθεν η αγωγή του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει κατόπιν τούτου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και κατά παραδοχή και του σχετικού λόγου της έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και του αντίστοιχου πρώτου λόγου των πρόσθετων λόγων της έφεσης ως βάσιμων κατ’ ουσίαν να γίνει δεκτή η ένδικη από 15-6-2007 έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα αντίθετα, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Τέλος ενόψει του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο ενάγων - εφεσίβλητος να καταδικασθεί σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης- εκκαλούσης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να συμψηφισθεί το υπόλοιπο μέρος αυτών μεταξύ των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 15-6-2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 έφεση και τους από 15-3-2013 προσθέτους λόγους της έφεσης κατά της 2357/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την αναίρεση της 3800/ 2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την 1416/2015απόφαση του Αρείου Πάγου.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Εξαφανίζει την 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί τη υπόθεση και δικάζοντας την από 4-7-2004 και με αριθμό κατάθεσης .../2004 στο Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή.
Απορρίπτει αυτή.
Και
Καταδικάζει τον ενάγοντα- εφεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης -εκκαλούσης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας το οποίο μέρος προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000,00) ευρώ, συμψηφίζει το υπόλοιπο μέρος αυτών μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ