Legislator Case Law & Legislation
1644/2016 AI generated

1644/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1644/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1644/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, όλοι οι, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και Η’ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθεία ή εκ πλαγίου, των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Keywords

AI generated
unemployment benefits of directors extortion of excessive official fees management remuneration misappropriation of salary deductions redundancy unemployment benefits overpayment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1644 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1644/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Μ. - Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαλαφάντη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. Α1540/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-6-2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 30 Σεπτεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 724/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε Α) να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση τα άρθρα 1, 12, 14, 18, 26 § 1α’ , 27 παρ. 1, 51, 53, 79 του Π.Κ. και 25 παρ. 1 εδ. γ’ , 3 και 7 Ν. 1882/1990, όπως το άρθρο 25 αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και ακολούθως από το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004 και Β) να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-6-2015 (αριθμ. πρωτ. .../10-6-2015) αίτηση του Π. Μ.-Τ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1540/2015 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλη μ/των) Αθηνών καθώς και οι από 29-9-2016 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 30-9-2016, έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή σε δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.

Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής.

Ακολούθως, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται εν προκειμένω. Με τη νέα αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, δηλαδή εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Κατά τους ορισμούς δε του ίδιου , ως άνω, άρθρου, όπως ίσχυε υπό το καθεστώς του άρθρου 34 Ν. 3220/2004, που καταλαμβάνει το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης και πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 3 παρ. 1 α του Ν. 3943/2011 και στη συνέχεια από το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, με το οποίο αναπροσαρμόστηκαν τα ποσά των περιπτώσεων της παραγράφου 1 του συγκεκριμένου άρθρου (25 Ν. 1882/90), "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης : α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 1882/1990, "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.

Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κ.τ.λ.), η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...".

Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι αυτουργός του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας, είναι εκείνος, ο οποίος ήταν, εκτός των άλλων, διευθύνων σύμβουλος αυτής κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη, έστω και αν αυτός δεν είχε την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο της βεβαιώσεως αυτών.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται c αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Τέλος, μετά την κατάργηση με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 της περιπτώσεως Η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 510 του ΚΠΔ, δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αυτός (παράλειψη παράθεσης στην απόφαση του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε) στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 1540/2015 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

"Ο κατηγορούμενος διετέλεσε Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τις ..., κατά το διάστημα από 13-12-2006 έως και τη-δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 28-07-2010 (ΦΕΚ 8589-Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) του από 25-06- 2008 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω εταιρείας με το οποίο ανακοινώθηκε η νέα σύνθεση αυτού, αποτελούμενη από τους: 1) Α.

Δ. 2) Έ. Μ. Γ. και 3) Π. Δ., και ότι την εταιρεία εκπροσωπεί ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Α. Δ.. Από το πρακτικό αυτό καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την εταιρεία, τούτο δε δημοσιεύθηκε, κατ’ άρθρ. 7α παρ. 1γ, 7 β’ Ν.2190/1920 περί Α.Ε, στο προαναφερόμενο ΦΕΚ την 28-07-2010. Μέχρι δε την ημερομηνία αυτή (28-07-2010), στην Αθήνα ο κατηγορούμενος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "..." της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, κατά το διάστημα από 13-12-2006 έως την 28-07-2010 διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ και δη υπ’ αύξοντ’ αριθ. 1 έως 6 (αρ;.

ειδ. Βιβλίου …/2010) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-09-2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, και αναλυτικά [εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας, ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 246.040,68 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Ο ισχυρισμός που προέβαλε ο κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν πληρεξουσίου Δικηγόρου, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε συμμετοχή στη διαχείριση της εταιρείας, η οποία εν τοις πράγμασι είναι συμφερόντων του Δ.

Α., πέραν του γεγονότος ότι ουδόλως αποδείχθηκε, δεν ασκεί έννομη επιρροή υπό την έννοια ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ανατρεπτικά των όσων δημοσιεύονται, κατ’ επιταγή του νόμου, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αφορούν ακριβώς την ασφάλεια δικαίου αλλά και των συναλλαγών και απαιτούνται αναφορικά με την κεφαλαιουχική Ανώνυμη εταιρεία, όπως ήταν η "...", ούτε ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε ή προσκόμισε αντέγγραφα για τις μεταξύ αυτού και του Δ.

Α. επικαλούμενες σχέσεις του ή αντίθετα έγγραφα για εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες εναντίον του, όπως όλως αορίστως και προσχηματικά επικαλείται ο εξετασθείς μάρτυρας υπερασπίσεως. Ας σημειωθεί επίσης σχετικά ότι, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομισθείσα από τον κατηγορούμενο υπ’ αριθ.3236/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη δίκη εκείνη (διαδικασία εργατικών διαφορών) όπου, μεταξύ άλλων, εναγόμενοι ήσαν τόσον ο Δ.

Α. όσον και ο νυν κατηγορούμενος, ο Δ. Α. παραστάθηκε στο Δικαστήριο, κατά τη δικάσιμο της 30-09-2014, δια του ιδίου πληρεξουσίου Δικηγόρου που εκπροσωπεί σήμερα, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τον κατηγορούμενο Με τα δεδομένα αυτά, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, από πρόθεση δεν κατέβαλε το ποσό των 246.040,68 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.

Αντίθετα, πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τα αντίστοιχα χρέη της παραπάνω εταιρείας και δη υπ’ αύξοντ’ αριθ. ... του συνημμένου πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου …/2010) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-09-2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, και αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας, αφού για το χρονικό διάστημα που αφορούν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα χρέη αυτά, ο κατηγορούμενος δεν ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ούτε και την εκπροσωπούσε, δεν ήταν δε ουδέ καν μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου".

Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 28-7-2010 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του -Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την η καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος -της εταιρίας με την επωνυμία ... της οποίας τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου .../2010) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29.9.2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 246.067,68 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1 α’ , 27 παρ. 1, 51, 53, 79 του ΠΚ και 25 παρ. 1 εδ.

γ’ , 2 περ. α’ , 3 και 7 του Ν. 1882/1990, όπως το άρθρο αυτό (25) αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ακολούθως από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 (τα οποία, αν και εφαρμόστηκαν, δεν έχουν παρατεθεί στην προσβαλλομένη απόφαση και πρέπει να παρατεθούν κατ’ αρθρ. 514 εδ. β’ περ. α’ ΚΠΔ, κατά τα ειδικότερα κατωτέρω εκτιθέμενα), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και επομένως δεν στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την, κατά τα άνω, ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του, ενώ για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντα ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση όλα τα αναφερόμενα ανωτέρω κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ενώ το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξαίρει ορισμένα δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα υπόλοιπα.

Η αντίθετη κατά τούτο αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δηλαδή δεν λήφθηκε υπόψη και δεν εκτιμήθηκε προσηκόντως το αν6ιγνωσθέν στο ακροατήριο υπ’ αριθμ. πρωτ. …. από 17-12-2012 έγγραφο της Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, εκ του οποίου κατά τους ισχυρισμούς του προέκυπτε ότι αποχώρησε από την ... στις 25-6-08, είναι αβάσιμη και πρέπει ν’ απορριφθεί καθόσον, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, που δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο με αριθμό 8589/28-7-2010 ΦΕΚ- Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, το Δικαστήριο διέλαβε ιδιαίτερες σκέψεις για την εξέλεγξη της βασιμότητας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, τον οποίο δεν υιοθέτησε, δεχθέν ανελέγκτως ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων διετέλεσε ουσιαστικά διευθύνων σύμβουλος (έχων συμμετοχή στη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) της ως άνω οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά το από 13-12-2006 έως και 28-7-2010 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα επίδικα χρέη, καθώς και ότι αποχώρησε από τη διοίκηση αυτής όχι την 25-6-2008, ως ισχυρίζεται, αλλά την 28-7-2010, ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του από 25-6-08 πρακτικού, που αφορούσε τη νέα σύνθεση του ΔΣ αυτής.

Εξ αυτού μάλιστα του λόγου, το Δικαστήριο προήλθε στην αθώωσή του για τις πράξεις που αφορούσαν τα επιγενόμενα της αποχώρησής του εταιρικά χρέη, ορθά έτσι ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004. Περαιτέρω, η παράλειψη παράθεσης στην προσβαλλομένη απόφαση των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκαν, δεν αποτελεί, ως ήδη ειπώθηκε, λόγο αναιρέσεως, επιτρεπομένης της παράθεσής τους από τον Άρειο Πάγο κατ’ άρθρο 514 εδ.β’ περ.

α’ ΚΠΔ, ενώ, η μη αναφορά στο σκεπτικό της τής ημερομηνίας καταχώρησης στο ... του προαναφερθέντος από 25-6-2008 πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης της οφειλέτριας εταιρείας, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, σύστοιχο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, η αιτίαση ότι το Δικαστήριο όφειλε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντoς, επειδή η μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας Δ.Ο.Υ αφορούσε χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός είχε αποχωρήσει από την προαναφερθείσα εταιρεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το μεν είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, δεδομένου ότι η κατάδειξη της βασιμότητάς του οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου και όχι στην εξάλειψη του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως, το δε, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, το Δικαστήριο με την προσήκουσα αιτιολογία έκρινε τα αντίθετα, ουδόλως δε υπερέβη την εξουσία του με το να μην παύσει οριστικά την κατ’ αυτού ποινική δίωξη.

Επομένως, όλοι οι, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και Η’ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθεία ή εκ πλαγίου, των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Οι εκτιθέμενες στους λόγους αυτούς λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Μετά ταύτα πρέπει α) να παρατεθούν αυτεπαγγέλτως στην προσβαλλόμενη απόφαση τα σχετικά άρθρα του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκαν αλλά δεν παρατέθηκαν σ’ αυτή και β) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραθέτει στην αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1540/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών τα μη παρατεθέντα σ’ αυτήν άρθρα 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1 α’ , 27 παρ. 1, 51, 53, 79 του ΠΚ και 25 παρ. 1 εδ. γ’ , 2 περ. α’ , 3 και 7 του Ν. 1882/1990, όπως το άρθρο αυτό (25) αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ακολούθως από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 που εφαρμόστηκαν.

Απορρίπτει την από 9-6-2015 (αριθμ. πρωτ. .../10-6-2015) αίτηση του Π. Μ.-Τ. του Ι., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1540/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών καθώς και τους από 29-9-2016 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 30-9-2016. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ