1644/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤο Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δοθέντος ότι, η εναγόμενη (ΟΤΕ Α.Ε.) δεν είναι ΝΠΔΔ και δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Legislator headnote
AI generated1644/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπό την ισχύ λοιπόν των πιο πάνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρµογή στις κρινόμενες περιπτώσεις των εναγόντων των διατάξεων του άρθρου 8§3 του ν. 2112/1920 ή του άρθρου 671 ΑΚ, ούτε και κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7- 2002 (ηµεροµηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) µέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ/τος 164/2004, αλλά, βέβαια και µετά την έναρξη ισχύος αυτού.
Full text
Απόφαση 1644 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δοθέντος ότι, η εναγόμενη (ΟΤΕ Α.Ε.) δεν είναι ΝΠΔΔ και δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Αριθμός 1644/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Λ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Π. Β. του Ε., κατοίκου ... και 5) Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσαντωνοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2394/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4959/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-7-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, να απορριφθεί δε ο πρώτος κατά τα λοιπά.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990.
Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται αφενός και οι κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμοί καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς (άρθρ. 51 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991) και αφετέρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος (άρθρ. 14 παρ. 1 εδ.
β' παρ. 1 του 2190/1994).Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι : "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας, εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), κατά την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ. 815, 816/2011).
Να σημειωθεί ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2257/1994 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του ΟΤΕ", στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά ο σκοπός της εταιρίας, μεταξύ άλλων αναφερομένων δραστηριοτήτων είναι και η εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής υποδομής σε τοπικό εθνικό, διακρατικό και διεθνές επίπεδο και κατά το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, "Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ ΟΤΕ είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία κατά το δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής" και συνεπώς η εναγομένη δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14-6-2005 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες για τον καθένα εξ αυτών από την εναγομένη ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυμία "Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας", προκειµένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, µε την αναφερόμενη για τον καθένα ειδικότητα, απασχολήθηκαν δε σ' αυτήν µε διαδοχικώς ανανεούµενες συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, µέχρι το έτος 2004.
Ότι και µετά τη λήξη των εν λόγω συµβάσεων η εναγοµένη, ως άνω εταιρεία, έχοντας ανάγκη των υπηρεσιών τους, αφού κατήγγειλε τις συµβάσεις εργασίας τους συνέχισε να απασχολεί αυτούς (ενάγοντες) µέσω άλλων νοµικών προσώπων, που αναφέρονται στην αγωγή, σε έργα που είχαν αναλάβει τα τελευταία µε σύµβαση εργολαβίας που κατήρτισαν µε αυτήν (εναγοµένη).
Ότι ο καθορισµός συγκεκριμένης διάρκειας στις προϋπάρξασες και διαδοχικώς ανανεωθείσες µέχρι το έτος 2004 συµβάσεις εργασίας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό αυτής (της εργασίας τους), ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης αλλά ότι, αντιθέτως, η πρόσληψή τους κατά τον ανωτέρω τρόπο, έγινε στην πραγματικότητα προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτοί (ενάγοντες), δεν κάλυπταν πρόσκαιρες αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εταιρείας, οι οποίες συνίσταντο στην παροχή εξειδικευμένων εκ μέρους τους υπηρεσιών, όπως και το μόνιμο προσωπικό της.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ενάγοντες ζητούν: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της τελευταίας, από την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης καθενός από αυτούς, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της κατά τα ανωτέρω γενόμενης καταγγελίας της προυπάρξασας εργασιακής της σχέσης με την εναγομένη, γ) να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με την απειλή χρηματικής ποινής για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της στις διατάξεις της απόφασης που θα εκδοθεί.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 2394/2006 απόφαση του, απέρριψε την ως άνω αγωγή, κατά της απόφασης δε αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων, οι οποίες καταρτίστηκαν υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν μπορούν, ακόμη να χαρακτηριστούν ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με βάση τις συνθήκες, τις περιστάσεις κατάρτισης και λειτουργίας αυτών, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, ούτε και να χαρακτηριστούν αυτές, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν στην πραγματικότητα οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, εναγόμενου - εκκαλούντος, αφού το τελευταίο, ως ΝΠΔΔ, δεν είχε την ευχέρεια να συνάπτει συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Υπό την ισχύ λοιπόν των πιο πάνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρµογή στις κρινόμενες περιπτώσεις των εναγόντων των διατάξεων του άρθρου 8§3 του ν. 2112/1920 ή του άρθρου 671 ΑΚ, ούτε και κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7- 2002 (ηµεροµηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) µέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ/τος 164/2004, αλλά, βέβαια και µετά την έναρξη ισχύος αυτού.
Κατά συνέπεια, αφού δεν συντρέχουν, κατά τα προαναφερόμενα, στις περιπτώσεις των εναγόντων οι αναφερόμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, η ένδικη αγωγή αυτών, κατά το αίτημα της να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις αυτών αποτελούσαν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη και πρέπει για το λόγο τούτο ν' απορριφθεί.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 2394/2006 απόφασης με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη δεν είναι ΝΠΔΔ και δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012), προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4959/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ