Supreme Court dismisses appeal for failure to state material facts and misapplication of law regarding inheritance claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Court of First Instance's ruling on inheritance claims. The appellants argued the lower court ignored their evidence regarding medical expenses and the nature of the deceased's illness. The court held that the appeal failed because it did not sufficiently state the material facts of the case or explain the alleged legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 578 and 566 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to state the material facts of the case or explain the alleged legal errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1644/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Φ.Κ. 2. Σ.Κ. και 3. Χ. θυγ. Φ.Κ., κατοίκων απάντων ... των δευτέρου και τρίτης αφ' ενός δι' εαυτούς ατομικώς, απάντων δε και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ζ. συζ. Φ.Κ. κατοίκου εν ζωή ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούβελα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ.Σ., 2. Χ. θυγ. Θ.Σ. συζ. Β.Δ. και 3. Γ. θυγ. Θ.Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιουλίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31152/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 518/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Μαΐου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 §4, 566 §1, 577 §3 και 578 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια την οποία αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 11.8.2003 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των γενομένων με τους αναιρεσίβλητους εναγόμενους και αναφερόμενων σε αυτή επαχθών δικαιοπραξιών, διότι ήταν αντίθετες προς τα χρηστά ήθη ως αισχροκερδείς (καταπλεονεκτικές), υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, καθόσον δέχθηκε:
α) ότι η συναφθείσα με το υπ' αριθ. ...1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίνας Ψαρού-Χιωτέρη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου αποτέλεσε μόνο τοκογλυφική σύμβαση και όχι αισχροκερδή τοιαύτη, β) ότι η συναφθείσα με το υπ' αριθ. ...1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου σύμβαση πωλήσεως άλλου ακινήτου, που εμπεριείχε και σύμφωνο εξωνήσεως, δεν ήταν αισχροκερδής, και γ) ότι η συναφθείσα με το υπ' αριθ. ...1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου σύμβαση πωλήσεως ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου τρίτου ακινήτου, που εμπεριείχε και αυτή σύμφωνο εξωνήσεως, δεν ήταν αισχροκερδής.
Στο αναιρετήριο, όμως, εκτίθενται μόνο σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν εκτίθεται το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, και περαιτέρω δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές επιγραμματικές αναφορές, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερομένη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο αυτό του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, γι' αυτό και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚπολΔ, είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό τους, ότι η ασθένεια της συζύγου και μητρός τους εμφανίσθηκε τον Απρίλιο του 1996 και διήρκεσε ως το Μάρτιο του 2000, οπότε απεβίωσε, και ότι για τη νοσηλεία της, με μεταβάσεις κατ' επανάληψη στο εξωτερικό και κυρίως στην οικία της στο εσωτερικό, που γινόταν με δικά τους έξοδα, δαπανήθηκαν συνολικά 30.000.000 δραχμές.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων εναγόντων, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως συνδεόμενο με τον όρο της εκμετάλλευσης της ανάγκης τους από τους αναιρεσιβλήτους εναγομένους για ακυρότητα των γενομένων δικαιοπραξιών ως αισχροκερδών, και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πράγματα που προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 (και όχι του αριθ. 11 γ, όπως ανακριβώς εκτίθεται στο αναιρετήριο) του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-5-2007 αίτηση των Φ.Κ. κλπ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 518/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ