Legislator Case Law & Legislation
1644/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against third-party intervention rejection due to lack of legal interest.

Case Number 1644/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision rejecting a third-party intervention. The appellant, a third party, argued he had a legal interest in the outcome regarding property rights and witness testimony, but the Court found his intervention was already rejected for lack of legal interest. Consequently, the Court held that only arguments specifically addressing the rejection of intervention were admissible, rendering the appellant's substantive claims inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 68, 81, 556, 559 of the Code of Civil Procedure; A third party rejected for lack of legal interest may only appeal on grounds relating to that rejection, not on substantive merits of the original case.

Keywords

AI generated
third party intervention legal interest requirement admissibility of appeal Code of Civil Procedure procedural standing rejection of intervention scope of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 81 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1644 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1644/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1985 αγωγή του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/1987 μη οριστική, 7319/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4153/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2007 αίτησή τoυ.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 6-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4153-2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης , με την σ` αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσείοντα, Χ, σύμφωνα με το άρθρ.128 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον ο εν λόγω διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν". Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1εδαφ.

β ΚΠολΔ. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, επί της από 21-6-1985 αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτων αγωγής του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ο αναιρεσείων άσκησε , το πρώτον κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του επικαλέσθηκε, ότι η επίδικη έκταση, τμήμα της οποίας, εμβαδού 1.600 τ.μ. η δικαιοπάροχος των εναγόντων Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου ... είχε εκμισθώσει προς τον ίδιο, δυνάμει μισθωτικής σύμβασης η οποία καταρτίσθηκε με το ... συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, υπό την οποία στην πραγματικότητα υποκρύπτονταν σύμβαση σύστασης προσωπικής δουλείας οίκησης, υπέρ αυτού, προκειμένου να κατοικεί αυτός με την οικογένειά του σε υπάρχουσα εντός αυτής μικρή λυόμενη οικία, δεν ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα ΑΑ, καθόσον αυτός την απέκτησε από μη κύριο, ήτοι την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ..., διότι το επίδικο υπήρξε, από της εποχής της τουρκοκρατίας, δασώδης έκταση, η οποία ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Το Εφετείο, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, έκρινε ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος, διότι αυτό δε θεμελιώνεται με μόνη την επίκληση της ιδιότητας της επίδικης εδαφικής έκτασης ως δημόσιου δασικού κτήματος, χωρίς συγχρόνως την επίκληση δικαιώματος του παρεμβαίνοντος προς προστασία του οποίου ασκείται αυτή, ή την αποτροπή δημιουργίας σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, πολύ περισσότερο, αφού, τον παρεμβαίνοντα φέρεται, κατά τα εκτιθέμενα στην παρέμβαση, να συνδέει ή έννομη σχέση της μισθωτικής σύμβασης με την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου ..., ως εκμισθώτριας, και όχι με το υπέρ ου η παρέμβαση Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τον απέβαλε από την επίδικη έκταση, με αμετάκλητο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 14 περ. β ΚΠολΔ, της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, καθόσον τα ανωτέρω εκτιθέμενα από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής του, όπως αυτή έχει διατυπωθεί στη νομική σκέψη, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλεται, ότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, την οποία ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, είναι απαράδεκτος, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 80 ΚΠολΔ είναι δικονομική, καθόσον με αυτή καθορίζεται ο τρόπος και η μορφή της ένδικης προστασίας του προσθέτου παρεμβαίνοντος για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων δικαιωμάτων του, και ως εκ τούτου η παραβίαση αυτής δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, ο οποίος θεμελιώνεται μόνο όταν η παραβιαζόμενη διάταξη είναι ουσιαστικού δικαίου.

Ο αυτός λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ 8β ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση επικουρικώς, η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη, από το Εφετείο, του θεμελιωτικού του εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ισχυρισμού, ότι στο επίδικο εδαφικό τμήμα είχε δικαίωμα οίκησης και παρέμεινε εγκατεστημένος, με την οικογένειά του, από το έτος 1970, τυχόν δε ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου θα ανατρέψει το δικαίωμά του αυτό, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των άλλων, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, συνάγεται ότι, αν η πρόσθετη παρέμβαση απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά της απορριπτικής της παρέμβασης απόφασης, προβάλλοντας αιτιάσεις μόνο για την απόρριψη της παρέμβασής του εξαιτίας της έλλειψης εννόμου συμφέροντος.

Συνακόλουθα, είναι προεχόντως απαράδεκτοι οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, δεύτερος, με τους οποίους προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, προσθέτως παρεμβάντα, του οποίου η παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αιτιάσεις από τους αριθ. 8 περ.β και 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, α) δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, περί καταδίκης σε ψευδορκία των αναφερόμενων στον λόγο αυτό μαρτύρων και περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας με την οποία η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου ...

μεταβίβασε στο δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιβλήτων ΑΑ το επίδικο ακίνητο, β) έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο, τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων που καταδικάσθηκαν για ψευδορκία , καθώς και ο τρίτος λόγος, από το άρθρ.559 αριθ.1 και 19 του αυτού ως άνω Κώδικα, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση του άρθρου 60 του ν.

δ. 86/1969 και έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4153/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ