Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding default appearance and mortgage priority rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear at the hearing despite proper legal summons, while the Court of Appeal correctly ruled that a subsequent mortgage registration did not invalidate the auction due to prior seizure. Furthermore, the court rejected the argument that the appellant lost standing after transferring the property, noting that such transfers do not alter the ongoing litigation's validity.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 C.P.D.; Art. 997 para. 3 C.P.D.; Art. 225 C.P.D.; The Supreme Court may proceed with a hearing despite a party's absence if legally summoned; a mortgage registered after a seizure does not require notification to the lender; and a transfer of the subject matter during litigation does not deprive the transferee of standing to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1644 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1644/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2)Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη-Γιατρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1994 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 61/1995 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 362/1998 μη οριστική, 118/2004 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η 2η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ΄αυτή, του επιδόθηκε νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. .......... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ............., σε συνδυασμό με τις κάτω από αυτήν αποδείξεις. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημειώσεως υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ) που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που είναι σύμφωνη με την όλη διάρθρωση και την ενότητα του συστήματος της αναγκαστικής εκτελέσεως, προσεπιβεβαιώνεται δε και από την αναδρομή στα πρακτικά της Συντακτικής Επιτροπής του Σχεδ. ΚΠολΔ (τόμος V
ΙΙΙ σελ 38-39), ως "αναγγελθέντες δανειστές", έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η, μετά την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο, μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης, θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεώς και της κατατάξεως, όχι δε μόνον εκείνοι που συμπτωματικά είχαν αναγγελθεί σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής ή της εγγραφής της υποθήκης ή της προσημειώσεως.
Eξάλλου στο άρθρο 999 παρ. 3-4 του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 24 του ν. 2295/1995 και έχει ενταύθα εφαρμογή, σύμφωνα με τη γενικού διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ), ορίζεται ότι το πρόγραμμα του πλειστηριασμού ακινήτου πρέπει να επιδίδεται στον οφειλέτη, στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές (επομένως δε και στους πρoσημειoύχoυς δανειστές, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ), μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως ή από την κατάθεση της εντολής για συνέχιση της αναγκαστικής εκτελέσεως στον υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, όταν πρόκειται για επαναληπτικό πρόγραμμα (κατ' άρθρα 973 παρ. 1 και 999 παρ. 5 ΚΠoλΔ), η παράλειψη δε της διατυπώσεως αυτής επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού και χωρίς το στοιχείο της βλάβης (άρθρο 999 παρ. 4 σε συνδ.
με άρθρο 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 999 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού ακινήτου (ήδη δε της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως) πρέπει να γίνεται μόνο στους ενυπόθηκους ή πρoσημειούχους δανειστές που έχουν εγγράψει την υποθήκη ή την προσημείωσή τους πριν από την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο, αφού μόνο αυτοί μπορούν ν' αντιτάξoυν αποτελεσματικά την υπέρ αυτών εγγραφείσα υποθήκη ή προσημείωση έναντι εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα στον πλειστηριασμό, όχι δε και σε εκείνους που ενέγραψαν υποθήκη ή προσημείωση μετά την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο, αφού οι υποθήκες ή προσημειώσεις αυτών είναι ανενεργείς απέναντι στον κατασχόντα και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα στον πλειστηριασμό (Ολ.
ΑΠ 6/1998). Στην προκειμένη περίπτωση το Eφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι ο .............., σε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής ......... του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου επέβαλε, με την έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ...........
της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας .........., αναγκαστική κατάσχεση επί του αναφερόμενου στην ανακοπή ακινήτου του αναιρεσείοντος, η οποία κατάσχεση και εγγράφηκε την ίδια ημέρα (.......) στα οικεία βιβλία κατασχέσεων, ότι το ακίνητο αυτό με το ......... πρόγραμμα του δικαστικού επιμελητή .............. εκτέθηκε σε πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε στις 20/10/1993 ενώπιον του Συμβoλαιoγράφου Ιω.
Τζελέπη, και κατακυρώθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο ως υπερθεματιστή και ότι επί του ακινήτου αυτού η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος είχε εγγράψει υποθήκη στις 10/8/1989. Έκρινε δε το Eφετείo ότι δεν απαιτείτo κατά νόμο η επίδοση του παραπάνω προγράμματος πλειστηριασμού στην ενυπόθηκη δανείστρια τράπεζα, αφού η εγγραφή της υποθήκης της είχε γίνει μετά την εγγραφή της κατασχέσεως, και επομένως δεν καθιδρύεται τέτοια υποχρέωση του επισπεύδοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και, κατ΄ αποδοχή των σχετικών λόγων της εφέσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει αντιθέτως, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά του πιο πάνω πλειστηριασμού, με τον οποίο προβαλλόταν η μη επίδοση στην ενυπόθηκη δανείστρια του προγράμματος πλειστηριασμού.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως της ακυρότητας του πιο πάνω πλειστηριασμού, που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος συνεπώς πρέπει ν΄ απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 225 ΚΠολΔ η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη, κατά του μεταβιβάσαντος δε αυτό ενάγοντος δεν μπορεί να προταθεί έλλειψη νομιμοποιήσεως. Όπως προκύπτει περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 και 516 ΚΠολΔ, έφεση μπορούν να ασκήσουν αυτοτελώς και παραλλήλως τόσο ο μεταβιβάσας το πράγμα ή το δικαίωμα διάδικος, όσο και ο προς ον η μεταβίβαση. Εξάλλου, η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο και επομένως μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός προέβαλε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικώς να ασκήσει έφεση, διότι μετά την άσκηση της ανακοπής μεταβίβασε το ακίνητο που πλειστηριάσθηκε σε τρίτο, και δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, εφόσον η ανωτέρω ένσταση δεν ήταν νόμιμη και η έφεση παραδεκτώς ασκήθηκε, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2004 αίτηση του X1 για αναίρεση της 118/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης από τους εφεσιβλήτους, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ