Legislator Case Law & Legislation
1643/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague facts and misapplied article regarding appellate review scope.

Case Number 1643/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision awarding legal fees. The appellant argued the lower court ignored professional customs by allowing a lawyer to claim fees for prior actions while simultaneously performing unpaid work for the client. The court rejected this claim as vague and inadmissible because it conflated factual evaluation with legal error, noting the specific articles cited did not apply to the appellate stage. Consequently, the appeal was rejected without further examination of the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 571 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on the lower court's failure to apply general principles of common sense is inadmissible if it merely restates factual findings without specifying the exact legal rule misapplied.

Keywords

AI generated
appellate review scope legal fees dispute inadmissible appeal common sense principles procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 615(5) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1643 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1643/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κασοκεράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Θανοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη, η δε πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10.7.2023 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 399/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 236/2021 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, διακρατηθείσας της υποθέσεως προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσόν των 19.153,04 ευρώ, το οποίο ήταν η αμοιβή του σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων, για τις περιγραφόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες που ενήργησε, ως Δικηγόρος, χειριζόμενος τις υποθέσεις που σχετίζονταν με τη λύση του γάμου της αναιρεσείουσας με τον πρώην σύζυγό της έναντι της προβλεπόμενης νόμιμης αμοιβής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Α) Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.

Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019), όπως ειδικότερα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ή, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθόσον στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιελήφθησαν αναιρετικοί λόγοι αντίστοιχοι των αριθμών 14 και 11γ του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1006/2021, ΑΠ 366/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 61, 165, 82 παρ. 2 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", οι οποίες ορίζουν την υποχρέωση κατάθεσης ενώπιον των δικαστηρίων γραμμάτιου προκαταβολής εισφορών προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, τις συνέπειες της μη κατάθεσής του και τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή.

Ειδικότερα, αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα όλων των ενεργειών του αναιρεσίβλητου ενώπιόν του, όπως την παράσταση, την κατάθεση προτάσεων, την κατάθεση προσθήκης - αντίκρουσης και δέχθηκε την έφεσή του, την οποία έπρεπε ν' απορρίψει ως απαράδεκτη.

Και τούτο διότι, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος είχε απωλέσει τη δικηγορική του ιδιότητα ήδη από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2021, με αποτέλεσμα να μην υπάγεται στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82 του Ν. 4194/2013 που επιτρέπουν τη μη καταβολή προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής όταν παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου δικηγόρος εκπροσωπώντας δικηγόρο, με συνέπεια η μη προσκόμισή της από την πληρεξούσια δικηγόρο του ήδη αναιρεσίβλητου κατά την εκδίκαση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να καθιστά άκυρες όλες τις δικηγορικές πράξεις που διενήργησε αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου.

Η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά, κατά το περιεχόμενό της και κατά την ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και συγκεκριμένα τις ως άνω διατάξεις του ν. 4194/2013 δέχθηκε ότι η εκπροσώπηση του αναιρεσίβλητου από την πληρεξούσια δικηγόρο του ήταν έγκυρη και παραδεκτή παρά το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε το γραμμάτιο προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής της, ήτοι στον αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση που προσβάλλεται η 399/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατά της 236/2021 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.

Ο ίδιος δε λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, τον οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι πληττόμενες με αυτόν διατάξεις των άρθρων 61, 165, 82 παρ. 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα περί δικηγόρων, είναι διατάξεις δικονομικού δικαίου,, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 11/2023).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο: α) δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος αρχικά προέβη σε επίσχεση των εγγράφων της δικογραφίας που χειρίστηκε για το ποσόν των 400 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, κατέθεσε αγωγή εναντίον της για το ποσόν των 20.000 ευρώ, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν γνωρίζει το ακριβές ποσό που του οφείλει η αναιρεσείουσα και β) δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος είχε στερηθεί της δικηγορικής του ιδιότητας και, επομένως, εξαπάτησε το δικαστήριο αναγράφοντας ψευδώς στα δικόγραφα ότι είναι δικηγόρος, ενώ από το ποσόν που του επιδικάστηκε έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσόν που αναλογεί στον ΦΠΑ επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου, καθώς, έχοντας απωλέσει την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν εμπίπτει στις διατάξεις περί είσπραξης και απόδοσης ΦΠΑ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Γ) Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένες στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις έγγραφες προτάσεις και των δύο διαδίκων πλευρών τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθώς και την προσθήκη επ' αυτών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα αναφέρεται εκτενώς στο περιεχόμενο της αντιδικίας της με τον αναιρεσίβλητο και στα επιχειρήματα και απόψεις που διατύπωσε η ίδια ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου) είναι απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της επίκλησης των πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επιχειρείται η θεμελίωση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 11 άρθρο 559 ΚΠολΔ περί μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, με το εδάφιο β' του ως άνω αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει εν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 502/2024, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 13332018).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν: 1) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας. 2) ο κανόνας δικαίου για την ερμηνεία ή την εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. 3) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και 4) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 502/224, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν επί έξι έτη ως δικηγόρος της χωρίς να λαμβάνει αμοιβή, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή αυτών σε κανόνες δικαίου.

Ειδικότερα, στον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το γεγονός πως ο αναιρεσίβλητος συνέχιζε να ενεργεί δικηγορικές πράξεις για λογαριασμό της χωρίς αμοιβή σε συνδυασμό με τις κοινωνικές και φιλικές σχέσεις που είχαν μεταξύ τους, καταδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα συναλλακτικά ήθη και πρακτικές, αφού τυγχάνει οξύμωρο επαγγελματίας δικηγόρος να φέρει σε πέρας ενέργειες για τις οποίες έχει πληρωθεί και να ζητεί αμοιβή για προηγούμενες ενέργειες για τις οποίες δεν έχει πληρωθεί, ενώ δηλώνει παράλληλα ότι είναι ικανοποιημένος με τη καταβολή ποσού 800 ευρώ από την αναιρεσείουσα.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν αναφέρεται σε αυτόν, ως έδει για να είναι ορισμένος, ο κανόνας δικαίου για την ερμηνεία ή την εφαρμογή του οποίου έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πολύ δε περισσότερο η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε.

Ανεξαρτήτως δε της αοριστίας του ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, τα παραπάνω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και λογικής δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία μη κατονομαζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση αποδεικτικού υλικού, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.

Σημειώνεται, ότι η επιγραμματική αναφορά στον τρίτο λόγο αναίρεσης της παραβίασης των αριθμών 9, 10, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της κάθε μίας επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, είναι πρωτίστως απαράδεκτη διότι οι συγκεκριμένοι αναιρετικοί λόγοι δεν συγκαταλέγονται σε εκείνους του άρθρου 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ, οι οποίοι εφαρμόζονται στην περίπτωση, όπως η προκειμένη, που προσβάλλεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 10.7.2023 αίτηση για αναίρεση της 399/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο. Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε και υπέρ του αναιρεσίβλητου, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού ο τελευταίος δεν υπέβαλε σχετικό σαφές προς τούτο αίτημα με το από 21-3-2025 υπόμνημά του. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου πρόκειται για διαφορά του άρθρου 614 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ απαλλάσσεται από την καταβολή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.7.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 399/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης