Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed judgment was not final and the lower court judgment was not served. The appeal was rejected due to procedural defects regarding the finality of the judgment and the service of the appeal document. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appealed judgment had not become final and the lower court judgment was not served. The court rejected the appeal as inadmissible because the appealed judgment was not final and the lower court judgment was not served. The court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed judgment was not final and the lower court judgment was not served.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed judgment from the Court of First Instance had not become final and the appeal document was not served to the lower court. The appellant challenged both the final judgment and the first-instance judgment, but the court found the first-instance judgment was not final and the appeal was not properly filed. Consequently, the court rejected the appeal on procedural grounds, ruling that the appeal was inadmissible due to the lack of finality and improper service.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 502 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed judgment is not final and the appeal document was not served to the court that issued the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1643 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1643/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μαυρουλάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: "Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας ….." ο οποίος: α)που φέρεται σε σύντμηση μεν με την ονομασία "…", β) δεν έχει νομική προσωπικότητα, γ) προσιδιάζει προς αστική "εταιρία εν τοις πράγμασι", που εκπροσωπείται νόμιμα από την Επιτροπή Διοίκησης και Διαχείρησης αυτού, νόμιμα συγκροτούμενη και εδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Λαϊνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 576/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5972/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της με αριθμό 5972/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και της με αριθμό 576/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες (Ολ. Α.Π. 5/2001, Α.Π. 153/2015). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.
Α.Π.17/2013). Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 329/2019, Α.Π. 423/2017, Α.Π. 242/2015). Η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
Α.Π. 15/2001, Α.Π. 1470/2003, Α.Π. 162/1997), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας - η οποία, κατ' άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, είναι δέκα πέντε (15) ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, όταν δε ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης, ενώ, εάν δεν επιδοθεί η απόφαση, κατά νόμιμο τρόπο, η προθεσμία της ανακοπής δεν αρχίζει - να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικό του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ. Α.Π. 11/1998, Α.Π. 329/2019, Α..Π 1543/2018), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 194/2023, Α.Π. 329/2019).
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (Α.Π. 44/2022, Α.Π. 816/2020, Α.Π. 1289/2018).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η τασσόμενη προς άσκησή της προθεσμία, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.
Τούτο, διότι, έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.
Α.Π. 15/2001, Α.Π. 116/2023, Α.Π. 45/2020, Α.Π. 31/2016). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται είτε με συνομολόγηση της τελεσιδικίας, είτε με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.
Α.Π. 17/2013, Α.Π. 185/2022, Α.Π. 845/2018, Α.Π. 864/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 60/2017 Α.Π. 737/2017, Α.Π. 430/2009). Έτσι, αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται με την προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων, ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο άσκησης της κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είτε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, είτε λόγω παραίτησης του δικαιουμένου στην άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων από την άσκησή τους, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 898/2021, Α.Π. 285/2017, Α.Π. 1097/2014, Α.Π. 1466/2010, Α.Π. 839/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ.
Α.Π. 40/1996, Α.Π. 891/2019, Α.Π. 826/2018, Α.Π. 1167/2015, Α.Π. 1206/2013 Α.Π. 1451/2013, Α.Π. 1477/2012, Α.Π. 1344/2010). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.
Α.Π. 16/1990, Α.Π. 2/2022, Α.Π. 894/2022, Α.Π. 1824/2017, Α.Π. 658/2012, Α.Π. 568/2013).
Συνεπώς, η αναίρεση που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη. Μόνο αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυπικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που κρίθηκε απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσο η εφετειακή απόφαση, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (Α.Π. 995/2020, Α.Π. 1000/2009, Α.Π. 969/2008), εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησης αυτής (πρβλ.
Α.Π. 1379/1996). Στην περίπτωση αυτή, εάν ο λόγος αναίρεσης, που αφορά την απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, αναιρείται μόνο η απόφαση του Εφετείου και δεν ερευνώνται οι λόγοι αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, μετά την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, δεν είναι πλέον τελεσίδικη, ώστε να μπορούν να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, το παραδεκτό και η βασιμότητα των οποίων, προδήλως, τελεί υπό την αίρεση της απόρριψης του λόγου αναίρεσης, που αφορά την απόρριψη της έφεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τυπικούς λόγους (Α.Π. 1211/1992), ενώ παράλληλα αναβιώνει η εκκρεμοδικία με την παραδοχή της αναίρεσης και την συνακόλουθη εξαφάνιση της προσβληθείσας τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου (Α.Π. 1307/2010, Α.Π. 951/2002, σχετ.
Ολ. Α.Π. 38/1996). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (Α.Π. 77/2022, Α.Π. 899/2021, Α.Π. 303/2019, Α.Π. 617/2014, Α.Π. 539/2014, Α.Π. 883/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 19-05-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι εργαζόταν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας με την ονομασία "…." και υπό την συντετμημένη ονομασία "...", από 20-02-1986, ως ιδιωτικός υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι με τη με αριθμό ... πράξη του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. Ν.Π.Δ.Δ. 222/29-12-1995), κατατάχθηκε σε προσωρινή οργανική θέση του ανωτέρω Πανεπιστημίου την 01-03-1996 και με την ίδια ως άνω πράξη κατατάχθηκαν, ομοίως, σε προσωρινές οργανικές θέσεις του ιδίου ως άνω Πανεπιστημίου και άλλοι δέκα (10) συνάδελφοί του, από τους οποίους οι τρεις (3) παρέμειναν εργαζόμενοι στο Πανεπιστήμιο, οι δε λοιποί οκτώ (8), μεταξύ των οποίων και ο ίδιος επανήλθαν από 01-03-1996 στο εναγόμενο, με νόμιμη "μετάταξη".
Ότι η Επιτροπή Ερευνών, που διοικούσε τότε το εναγόμενο, αποφάσισε το έτος 1998 να καταβάλει τις διαφορές αμοιβών μεταξύ των δύο μισθολογίων, ήτοι μεταξύ όσων εργάζονταν στο Πανεπιστήμιο και όσων εργάζονταν στο Προσωπικό της Γραμματείας του εναγομένου και στα πλαίσια αυτά του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 26.529,85 ευρώ.
Πλην, όμως, διενεργώντας το Υπουργείο Οικονομικών έλεγχο στο εναγόμενο για τη διαχείριση των ετών 1997-2003, διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων εισέπραξε αχρεωστήτως το συνολικό χρηματικό ποσό των 65.591,39 ευρώ, εκ των οποίων το μεν ποσό των 24.978,40 αποτελούσε αντάλλαγμα παράνομων υπερωριών, το δε υπόλοιπο ποσό των 40.613,50, που αντιστοιχούσε σε διαφορές αποδοχών, δεν έπρεπε να του καταβληθεί.
Ότι, ειδικότερα, το ποσό των 24.978,40 ευρώ αποτελούσε μέρος της συμφωνίας με το εναγόμενο περί κάλυψης της ζημίας από τη διαφορά των μειωμένων αποδοχών, που του κατέβαλε το Πανεπιστήμιο, λόγω ενιαίου μισθολογίου, τα δε λοιπά ποσά για τις παρεχόμενες υπερωρίες του καταβλήθηκαν νόμιμα, όπως επίσης και το επίδομα θέσης των ετών 2000-2003 ύψους 3.286,68 ευρώ και το ποσό ύψους 1.447,50 ευρώ, που αφορούσε την "αποζημίωση θέσης".
Ότι η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών εξέδωσε τη με αριθμό 4021/15-04-2011 απόφασή της, με την οποία αφενός μεν καταλόγισε εις βάρος του το συνολικό χρηματικό ποσό των 65.591,39 ευρώ, ως αχρεωστήτως εισπραχθέν, αφετέρου δε τον καλούσε να το επιστρέψει στο εναγόμενο. Ότι κατά της ως άνω απόφασης προσέφυγε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο με τη με αριθμό 0146/2013 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή του και κατόπιν αυτού αναγκάστηκε να επιστρέψει στο εναγόμενο το ως άνω συνολικό χρηματικό ποσό των 65.591,39 ευρώ, με προσαύξηση ανερχόμενη στο ποσό των 7.569,25 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής μόνο στο αναγνωριστικό σκέλος της, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (73.160,64), με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 και 663 έως 676 ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 576/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 19-06-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68371/4647/11-07-2018 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξέδωσε ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, την προσβαλλόμενη με αριθμό 5972/2019 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι το εναγόμενο "...
αποτελεί αποκεντρωμένη υπηρεσία του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, δυνάμενο να συνάπτει συμβάσεις στο πλαίσιο των σκοπών του ιδίω ονόματι, χωρίς όμως νομική προσωπικότητα .... ο …. αποτελεί χωριστή ομάδα περιουσίας, εντός της περιουσίας των Α.Ε.Ι., με διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια των κεφαλαίων τους, τα οποία έχουν αναχθεί σε χωριστή ομάδα περιουσίας και έχουν εξαιρεθεί από τους περιορισμούς του Δημοσίου Λογιστικού και του λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.
και για το λόγο αυτό αναγνωρίζεται στα θεσμικά του όργανα η ικανότητα να προβούν στις περιοριστικά αναφερόμενες στην υπ' αριθμ. 679/1996 Κ.Υ.Α. δικαιοπραξίες. Καμία όμως διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν προσδίδει σε αυτούς νομική προσωπικότητα ... ", επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όρισε δε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται τόσο κατά της με αριθμό 5972/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όσο και κατά της με αριθμό 576/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των ως άνω συμπροσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι η με αριθμό 5972/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, εκ μέρους του ερημοδικασθέντος εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ωστόσο, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, δεν προκύπτει ότι η εκδοθείσα, ερήμην αυτού και δυναμένη, συνεπώς, να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30-10-2019, επιδόθηκε σε οποιονδήποτε διάδικο με επιμέλεια του αντιδίκου του, ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ. 1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του ερημοδικασθέντος εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης, ούτε προκύπτει η επίδοση αυτής από επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε αντίγραφο της απόφασης, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από τον αναιρεσείοντα.
Έτσι, όμως, δεν προκύπτει αν, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αναίρεσης ότι αυτή έχει τελεσιδικήσει και δη ότι δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας, εκ μέρους του ερημοδικασθέντος αντιδίκου του.
Όπως δεν προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο έχει ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας και ότι έχει απορριφθεί με άλλη απόφαση ή ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά νόμιμο τρόπο (άρθρο 297 του ΚΠολΔ), ούτε αποδεικνύεται τούτο με την προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών περί μη άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, εντός της τασσόμενης προς άσκησή της προθεσμίας.
Δεν αποδεικνύεται δηλαδή ότι το ερήμην δικασθέν αναιρεσίβλητο απώλεσε το δικαίωμα της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η με αριθμό 5972/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει καταστεί τελεσίδικη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθόσον αυτή απευθύνεται και κατά της με αριθμό 576/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει αυτοτελώς την πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και δεν προκύπτει από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία ότι η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε και στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, του Δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την επίσης προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η με αριθμό 5972/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει καταστεί, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τελεσίδικη, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει αυτήν, ως απαράδεκτη.
Επίσης και κατά το μέρος που στρέφεται η αίτηση αυτή και κατά της αναιρεσιβαλλομένης πρωτόδικης με αριθμό 576/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη κατάθεσης του δικογράφου και στη Γραμματεία του ως άνω Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την, από 09-07-2021 και με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση, Εφετείου Αθηνών και αριθμό έκθεσης κατάθεσης …στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, αίτηση περί αναίρεσης της, με αριθ. 5972/2019, απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και περί αναίρεσης της, με αριθμ. 576/2018 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ