Legislator Case Law & Legislation
1643/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to join mandatory association under Greek law.

Case Number 1643/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and an individual against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the court erred in rejecting their request for monetary compensation and in handling procedural defenses. The court ruled that the lower court correctly applied the law regarding mandatory association membership and rejected the appeal's arguments as legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 38 of Law 489/1976; The court must reject an appeal when the lower court correctly applied mandatory association laws and the appellant's claims for monetary compensation or procedural relief lack legal basis.

Keywords

AI generated
mandatory insurance association insurance liability coverage appeal admissibility monetary compensation claim procedural defense rejection court costs liability Greek insurance law

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of Law 489/1976
Article 38 of Law 489/1976
Article 299 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1643 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1643/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (... Α.Ε.Γ.Α.), ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυριακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 9 Σεπτεμβρίου 2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 3) ..., κατοίκου ... ..., 4) ..., κατοίκου ..., 5) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... ..., 6) Τ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... και 8) Κ. Φ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Παναγιώτη Μπιτσαξή και Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2119/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3294/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίησή του με το π.δ. 237/1986, "Η κατά τα προηγούμενα άρθρα του νόμου αυτού ασφάλιση συνάπτεται από ασφαλιστές, οι οποίοι ασκούν νόμιμα στην Ελλάδα επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν νόμιμα στην Ελλάδα επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα γίνονται υποχρεωτικά με μόνη την αίτησή τους μέλη της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος.

Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος υποχρεούται να δεχθεί ως μέλη ασφαλιστικές επιχειρήσεις που νόμιμα ασκούν επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να τις διαγράψει". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίησή του με το π.δ. 237/1986, "Η μη συμμόρφωση ασφαλιστικής επιχείρησης προς τις διατάξεις του νόμου αυτού και των προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, που εκδίδονται για την εφαρμογή του, έχει σαν αποτέλεσμα την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων".

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 ν. 3419/2005, Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 489/1976, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: "1. Η κατά τα προηγούμενα άρθρα ασφάλιση συνάπτεται από ασφαλιστές οι οποίοι ασκούν νόμιμα στην Ελλάδα επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει, το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", ενώ κατά το άρθρο 59 ΑΚ, "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από τη δεύτερη των διατάξεων τούτων προκύπτει ότι θεσπίζει αυτή αξίωση προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης σε περίπτωση παράνομης προσβολής του δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας.

Τέτοια αξίωση καθιερώνει επίσης η ΑΚ 932, η οποία ωστόσο προβλέπει ως μέσον ικανοποιήσεως μόνο την καταβολή χρηματικού ποσού, ενώ η ΑΚ 59 αναγνωρίζει και άλλα μέσα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης. Πέραν τούτου, το πεδίο εφαρμογής της ΑΚ 59 περιλαμβάνει αποκλειστικά προσβολές του δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, ενώ η ΑΚ 932 παρέχει ικανοποίηση και της ηθικής βλάβης, που προκαλείται από αδικοπραξία που στρέφεται κατά της περιουσίας.

Τέλος, και οι δύο διατάξεις ανήκουν στις οριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται, σύμφωνα με την ΑΚ 299, η χρηματική ικανοποίηση για μη περιουσιακή ζημία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ. ΑΠ 25/2003 ΑΠ 1586/2008 ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα τούτων για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ως αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητάς τους, αφού περιορίσθηκε να κρίνει ως μη νόμιμη την αγωγή τους αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 914 ΑΚ, παραλείποντας να αποφανθεί και επί του συναφούς αιτήματος σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ.

Περαιτέρω, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ότι η εκ μέρους των αναιρεσίβλητων προσβολή της προσωπικότητάς τους, που εκδηλώθηκε με την άσκηση διαφόρων δικαστικών ενεργειών, δεν ήταν παράνομη αλλά δικαιολογημένη, χωρίς να εξετάζεται περαιτέρω η τυχόν συνδρομή περιπτώσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός τους, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 57 και 914 ΑΚ.

Εξάλλου, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και απέρριψε την αγωγή τους, κρίνοντας ότι η ως άνω συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων δεν ήταν παράνομη, γιατί η αντισυνταγματικότητα της υποχρεωτικής συμμετοχής της πρώτης αναιρεσείουσας στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος κρίθηκε με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας πολύ μεταγενέστερα από την εκ μέρους τους άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, ενώ, αν ορθά εφάρμοζε τις εν λόγω διατάξεις θα έπρεπε να δεχθεί ότι η κρίση του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου της χώρας περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων δεν ενεργεί ex nunc, αλλά διαπιστώνει την αντίθεση αυτών προς το Σύνταγμα ήδη από τη θέσπισή τους, και επομένως δεν μπορούσε να θεμελιωθεί στις αντισυνταγματικές αυτές διατάξεις έννομο συμφέρον των αναιρεσίβλητων, που να δικαιολογεί τις σε βάρος τους δικαστικές ενέργειες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν σ' αυτήν ότι η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.", από την οποία προήλθε η πρώτη τούτων, υπήρξε αναγκαστικό μέλος του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου επαγγελματικού σωματείου μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1996, οπότε και αποχώρησε, και ότι οι λοιποί εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι υπήρξαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ως άνω επαγγελματικού σωματείου.

Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ../7-1-1998 εγγράφου της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής του Υπουργείου Ανάπτυξης η πρώτη ενάγουσα κλήθηκε να γίνει υποχρεωτικά μέλος του πρώτου εναγομένου επαγγελματικού σωματείου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 489/1976, όπως ίσχυε τότε, με την απειλή (στην αντίθετη περίπτωση) επιβολής σε βάρος της των κυρώσεων του άρθρου 38 του ως άνω νόμου.

Ότι η πρώτη ενάγουσα με την από 27-1-1998 εξώδικη διαμαρτυρία της προς την παραπάνω Διεύθυνση του Υπουργείου Ανάπτυξης αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ισχυριζόμενη ότι η υποχρεωτική συμμετοχή της στο ως άνω επαγγελματικό σωματείο ήταν αντισυνταγματική και μη νόμιμη. Ότι η ίδια ως άνω Διεύθυνση με το υπ' αριθμ. πρωτ. ../13-2-1998 έγγραφο ενέμεινε στις απόψεις της, επισημαίνοντας ότι τα περί αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων του άρθρου 4 ν. 489/1976 κρίνονται από τα δικαστήρια και όχι από τη Διοίκηση, ακολούθως δε με την υπ' αριθμ.

πρωτ. Κ3/10689/26-11-1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης ορίσθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, "δραστηριοποιούμενη και στον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων οχημάτων είναι υποχρεωτικά μέλος της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 489/1976, όπως ισχύει), η οποία δεν δικαιούται σε διαγραφή της", ζητήθηκε δε από την ως άνω ενάγουσα να καταβάλει τις οφειλόμενες προς το παραπάνω σωματείο εισφορές ύψους 19.000.000 δρχ.

με την απειλή σε βάρος της (σε περίπτωση μη συμμόρφωσης) των προβλεπόμενων κυρώσεων. Ότι, μετά ταύτα η πρώτη ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετική αίτηση ακυρώσεως κατά της ως άνω αποφάσεως, προβάλλοντας την αντισυνταγματικότητα της ρυθμίσεως του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 489/1976, όπως ίσχυε τότε ως προς το υποχρεωτικό της συμμετοχής ως μελών στο παραπάνω σωματείο όλων των ασφαλιστών που ασκούσαν στην Ελλάδα επιχείρηση ασφαλιστικής ευθύνης από αυτοκίνητα.

Ότι η πρώτη εναγομένη άσκησε ενώπιον του ΣτΕ παρέμβαση, με αίτημα να διατηρηθεί η προσβληθείσα από την πρώτη ενάγουσα απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης. Ότι ενώ ήταν εκκρεμής η ως άνω αίτηση ακυρώσεως η πρώτη εναγομένη υπέβαλε αίτηση προς τον Υφυπουργό Ανάπτυξης, ζητώντας να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της πρώτης ενάγουσας αναφορικά με τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ενώ κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής αρνήσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της, η πρώτη εναγομένη άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετική αίτηση ακυρώσεως, ζητώντας να ακυρωθεί η σιωπηρή άρνηση της διοικήσεως να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της πρώτης ενάγουσας.

Η εν λόγω αίτηση ακυρώσεως και η παρέμβαση εκδικάσθηκαν στις 5-4-2005 και εκδόθηκαν επ' αυτών οι 627 και 628/2005 παραπεμπτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ακολούθως οι 51 και 52/2008 αποφάσεις της Ολομέλειας του ίδιου δικαστηρίου, με τις οποίες η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 489/1976 κρίθηκε αντισυνταγματική, δεχόμενο την αίτηση ακυρώσεως της πρώτης ενάγουσας και απορρίπτοντας την παρέμβαση της πρώτης εναγομένης.

Ότι η τελευταία άσκησε επίσης σε βάρος της μία αγωγή το έτος 1999 και δεύτερη το έτος 2004, ζητώντας να υποχρεωθεί αυτή (πρώτη ενάγουσα) να καταβάλει τις δήθεν οφειλόμενες εισφορές ποσού 18.579.794 δρχ. (ήδη 54.526,18 ευρώ) και 273.575,50 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρέπεμψε την Ελλάδα ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με το αιτιολογικό ότι το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 489/1976 για την υποχρεωτική εγγραφή όλων των ασφαλιστικών εταιρειών στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (Ε.Α.Ε.Ε.) παραβιάζει τις αναφερόμενες στην αγωγή διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, διαδικασία η οποία υποχρέωσε στη συνέχεια τον Έλληνα νομοθέτη να τροποποιήσει τη σχετική διάταξη με το άρθρο 26 παρ. 2 ν. 3419/2005, και έτσι καταργήθηκε η υποχρέωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν τον κλάδο ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα να εγγράφονται ως μέλη της Ε.Α.Ε.Ε., καθιστώντας πλέον την εγγραφή αυτή δυνητική.

Ότι παράλληλα με τις ενέργειες αυτές της πρώτης εναγομένης, αυτή με τους λοιπούς εναγομένους άσκησαν σε βάρος των εναγόντων αγωγή με την οποία ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 3.999.973.000 δρχ. (ήδη 11.738.732,21 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν από τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν αυτοί προκειμένου να μην είναι η πρώτη τούτων υποχρεωτικά μέλος της Ε.Α.Ε.Ε.

Ότι όλες οι ως άνω ενέργειες (άσκηση των προμνημονευμένων δικογράφων) συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων και έγιναν ευρύτατα γνωστές τόσο στον επαγγελματικό κύκλο των ασφαλιστικών εταιρειών όσο και στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, με αποτέλεσμα να προσβληθεί η επαγγελματική φήμη, η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα τόσο της πρώτης ενάγουσας, όσο αντανακλαστικά και του δευτέρου ενάγοντος (προέδρου του Δ.Σ.

της πρώτης). Ότι τα προαναφερθέντα ένδικα βοηθήματα (αίτηση ακυρώσεως, παρεμβάσεις, αγωγές κ.λ.π.) ασκήθηκαν καταχρηστικά, καθώς οι ενέργειες αυτές ήσαν δυσανάλογες με το σκοπό εισπράξεως των εισφορών, ο οποίος θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την άσκηση των σχετικών αγωγών. Ότι οι ενέργειες της πρώτης εναγομένης ήσαν παράνομες, γιατί θεμελιώθηκαν στην επικληθείσα ως υποχρεωτική συμμετοχή της πρώτης ενάγουσας σ' αυτήν, προϋπόθεση ωστόσο που ήταν αντισυνταγματική και αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα τις οδηγίες 72/239/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ.

Ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν το παράνομο των ενεργειών αυτών λόγω της επαγγελματικής καταρτίσεως και της εμπειρίας εκάστου εξ αυτών. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά το νομότυπο περιορισμό του αιτήματος για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, καθώς και τη νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τους τέταρτο, έκτο, ένατο και ενδέκατο των εναγομένων, οι ενάγοντες ζήτησαν:

α) να υποχρεωθούν οι λοιποί εναγόμενοι να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή, β) να προβούν σε δημοσιεύματα αποκαταστάσεως της επαγγελματικής τους φήμης και πίστης και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση τούτων να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα το ποσό των 5.000.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και το ποσό των 10.000.000 ευρώ στο δεύτερο ενάγοντα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατόπιν δε εφέσεως που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, λόγω του ότι οι ενάγοντες επικαλούνται ως γεγονότα θεμελιωτικά της προσβολής της προσωπικότητάς τους δικαστικές ενέργειες των εναγομένων, και ειδικότερα:

α) την παρέμβαση της πρώτης εναγομένης ενώπιον του ΣτΕ στη διένεξη της πρώτης ενάγουσας με την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Ανάπτυξης, ως εποπτεύουσας αρχής των ασφαλιστικών εταιρειών, αναφορικά με την υποχρέωσή της να συμμετάσχει ως μέλος στην Ε.Α.Ε.Ε. και την απορρέουσα από αυτή υποχρέωση καταβολής εισφορών, β) την αίτησή της περί ακυρώσεως της σιωπηρής αρνήσεως της Διοικήσεως να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της πρώτης ενάγουσας, την οποία (ανάκληση) είχε ζητήσει προηγουμένως με σχετική αίτησή της, γ) τις δύο αγωγές της πρώτης εναγομένης για την καταβολή εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας των οφειλόμενων εισφορών ως μέλους της Ε.Α.Ε.Ε.

και δ) την αγωγή όλων των εναγομένων για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που τους προξένησε η πρώτη ενάγουσα με την άρνησή της να συμμετάσχει στην Ε.Α.Ε.Ε., ενέργειες, ωστόσο, στις οποίες προέβησαν η πρώτη εναγομένη, ως μοναδικός φορέας για την εκπροσώπηση του συνόλου των φορέων που νομίμως ασκούν στην Ελλάδα επιχειρήσεις ασφαλιστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, και οι λοιποί εναγόμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι των μελών της Ε.Α.Ε.Ε., και συνεπώς νομίμως ζήτησαν την παροχή δικαστικής προστασίας, στα πλαίσια επιδιώξεως των αντίστοιχων εννόμων συμφερόντων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τους χρόνους που έλαβαν χώρα οι αντίστοιχες δικαστικές ενέργειες των εναγομένων, ενώ εξ ετέρου έκρινε το Εφετείο ότι η επιδίωξη για την ανάκληση της λειτουργίας της πρώτης ενάγουσας ρητά προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 ν. 489/1976 ως κύρωση για τη μη συμμόρφωσή της προς τις διατάξεις του νόμου αυτού, των προεδρικών διαταγμάτων και των υπουργικών αποφάσεων, που εκδίδονταν κατ' εφαρμογή του και ίσχυαν κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους, ενόψει του ότι η μεν τροποποίηση του επίμαχου άρθρου έλαβε χώρα πολύ μεταγενέστερα (6-12-2005), οι δε αντίστοιχες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκαν τα έτη 2006 και 2008.

Συνακόλουθα τούτων το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν τίθεται θέμα ασκήσεως των ως άνω δικαστικών ενεργειών εκ μέρους των εναγομένων χωρίς δικαίωμα, ούτε ότι αυτές ασκήθηκαν για την προστασία μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος, ή υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή τους καταχρηστική, εφόσον ρητά προβλέπονταν από τις ισχύουσες κατά το χρόνο ασκήσεώς τους διατάξεις, και ότι μετά ταύτα δεν συγκροτείται η προϋπόθεση του παρανόμου της επικαλούμενης από τους ενάγοντες προσβολής της προσωπικότητάς τους, ώστε να θεμελιωθεί η βάση της ένδικης αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 932 ΑΚ.

Ωστόσο, έκρινε στη συνέχεια ότι ναι μεν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, ήταν εσφαλμένη, πλην όμως, επειδή το παραγόμενο από την απόφαση του Εφετείου δεδικασμένο θα ήταν δυσμενέστερο για τους ενάγοντες που είχαν ασκήσει την αγωγή και δεν ήταν δυνατή η απλή αντικατάσταση των αιτιολογιών, ούτε η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, χωρίς την άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως εκ μέρους των εναγομένων, απέρριψε την έφεσή τους, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα καθίστατο χειρότερη η θέση τους, κατά παράβαση του άρθρου 536 ΚπολΔ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 932 ΑΚ, εφόσον η αντισυνταγματικότητα της διατάξεως για την υποχρεωτική συμμετοχή στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (Ε.Α.Ε.Ε.) εκείνου που ασκεί επιχείρηση ασφαλιστικής ευθύνης από αυτοκίνητα κρίθηκε από το Τμήμα και στη συνέχεια από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας πολύ μεταγενέστερα από το χρόνο ασκήσεως των επίμαχων δικαστικών ενεργειών των αναιρεσίβλητων και κατά συνέπεια ορθά κρίθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν συνιστούσαν προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων.

Εξάλλου, η θέσπιση οδηγιών στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου, προγενέστερων των ως άνω δικαστικών πράξεων, δεν συνιστούσαν άνευ ετέρου δεσμευτικούς κανόνες υπέρτερους του εθνικού δικαίου, όπως αποτελούν οι κοινοτικοί κανονισμοί, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεώς τους, αλλά κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθεί ο εθνικός νομοθέτης κατά τη θέσπιση κανόνων εσωτερικού δικαίου, οι οποίοι ισχύουν και δεσμεύουν από την ψήφιση και δημοσίευση του αντίστοιχου εθνικού νομοθετήματος, όπως και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση με τη δημοσίευση την 6-12-2005 του ν. 3419/2005, ο οποίος ωστόσο αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, μεταγενέστερο των δικαστικών ενεργειών των αναιρεσίβλητων νομοθέτημα.

Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα μέρη του. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το αναγκαίο υπόβαθρο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' άρθρο 59 ΑΚ, είναι η προηγούμενη κατάφαση των προϋποθέσεων του άρθρου 57 ΑΚ, δηλαδή η προσβολή της προσωπικότητας, η οποία, εφόσον είναι υπαίτια, παρέχει στον προσβαλλόμενο το δικαίωμα να ζητήσει, πλην των άλλων, την υπέρ αυτού επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως.

Εφόσον λοιπόν το Εφετείο έκρινε ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων περιστατικά, δεν συγκροτείται η προϋπόθεση του παρανόμου της επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητάς τους, ώστε να θεμελιωθεί η βάση αυτής στα άρθρα 57 και 914 ΑΚ, δεν ήταν περαιτέρω αναγκαίο να αναφερθεί και στο αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως κατ' άρθρο 59 ΑΚ, αφού είχε ήδη αποφανθεί ότι δεν υφίσταται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τούτων, αίτημα το οποίο και σιωπηρά σε κάθε περίπτωση απέρριψε, ανεξάρτητα του ότι η έστω εσφαλμένη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αγωγή δεν θεμελιώνεται, πλην των άλλων, και στις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ συνιστά ευθεία απόρριψη ως μη νομίμου και του αιτήματος για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, ενόψει του ότι και οι δύο διατάξεις, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη, εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 299 ΑΚ, που προβλέπει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για μη περιουσιακή ζημία στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως κατ' άρθρο 59 ΑΚ, και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, το Εφετείο, εκτιμώντας τα περιστατικά που εξέθεταν οι αναιρεσείοντες, ορθά έκρινε ότι οι αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή δικαστικές ενέργειες των εναγομένων δεν ασκήθηκαν υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή τους καταχρηστική, εφόσον ρητά προβλέπονταν από τις ισχύουσες κατά το χρόνο ασκήσεώς τους διατάξεις, και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έκρινε την αγωγή τους ως μη νόμιμη και απέρριψε την έφεσή τους κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που την είχε απορρίψει ως αόριστη, προκειμένου να μη καταστήσει χειρότερη τη θέση τους, παρά το ότι η αγωγή τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ήταν όχι μόνο ορισμένη αλλά και νόμω βάσιμη, είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον η θεμελίωση του ως άνω λόγου προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1712/2008).

Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Μαΐου 2017 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." και 2) Μ. Κ. Γ. για αναίρεση της 3294/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ