1643/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1643/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1643 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1643/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Α. του Η., 2)Β. Α. του Α., 3)Α. Β. του Δ., 4)Ε. Β. του Κ., 5)Ν. Β. του Ε., 6)Κ. Ε. του Α., 7)Ι. Ζ. του Σ., 8)Α. Κ. του Γ., 9)Ε. Κ. του Χ., 10)Τ. Λ. του Π., 11)Σ. Λ. του Δ., 12)Γ. Λ. του Σ., 13)Ά. Μ. του Μ., 14)Θ. Μ. του Γ., 15)Γ. Μ. του Δ., 16)Α. Π. του Ι., 17)Χ. Σ. του Δ., 18)Α. Σ. του Α., 19)Χ. - Α. Σ. του Ι., 20)Ε. Σ. του Μ., 21)Φ. Σ. του Γ. και 22)Α. Τ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1693/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/6/2016 αίτησή τους και τους από 22/2/2017 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-5-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων, που συνήψαν με τους εναγομένους, δηλαδή την "... Α.Ε." (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), και το ..., σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, η οποία συγκροτήθηκε βάσει των προγραμματικών συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου (των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Δημόσιας Τάξης), του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, ανατέθηκε σε καθένα απ’ αυτούς η άσκηση καθηκόντων σχολικού φύλακα σε σχολικά συγκροτήματα του δευτέρου των εναγομένων.
Ότι οι άνω συμβάσεις τους, οι οποίες ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την 11-10-2006, προσχηματικά επιγράφηκαν ως "... για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας" ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και από τη φύση των συμβάσεών τους δεν δικαιολογείται η ορισμένη διάρκεια αυτών.
Ότι μετά την εκ μέρους τους υποβολή σχετικών αιτήσεων σύμφωνα με το π.δ. 164/2004 και την έκδοση απόφασης του ΑΣΕΠ, με την οποία κρίθηκε ότι πληρούσαν τις οριζόμενες στο ανωτέρω π.δ. προϋποθέσεις, οι άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από την 12-10-2006 εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου ....
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, με βάση τη σύμβαση εργασίας τους, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 20.000 Ευρώ, αναλόγως επιμεριζόμενο του όλου αιτήματος, για τον πρώτο κατά ποσοστό 32,22%, για την δεύτερη κατά ποσοστό 41,90%, για τον τρίτο κατά ποσοστό 32,38%, για την τέταρτη κατά ποσοστό 42,25%, για τον πέμπτο κατά ποσοστό 42,39%, για τον έκτο κατά ποσοστό 42,10%, για την έβδομη κατά ποσοστό 42,21%, για τον όγδοο κατά ποσοστό 42,28%, για την ένατη κατά ποσοστό 32,03%, για τον δέκατο κατά ποσοστό 42,12%, για τον ενδέκατο κατά ποσοστό 41,56%, για την δωδέκατη κατά ποσοστό 42,21% για την δέκατη τρίτη κατά ποσοστό 41,86%, για τον δέκατο τέταρτο κατά ποσοστό 32,44%, για τον δέκατο πέμπτο κατά ποσοστό 42,37%, για την δέκατη έκτη κατά ποσοστό 42,20%, για τον δέκατο έβδομο κατά ποσοστό 41,90%, για τον δέκατο όγδοο κατά ποσοστό 32,09%, για την δέκατη ένατη κατά ποσοστό 40,01%, για τον εικοστό κατά ποσοστό 42,42%, για την εικοστή πρώτη κατά ποσοστό 42,76% και για την εικοστή δεύτερη κατά ποσοστό 42,24% καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν εις ολόκληρον, μετά τον γενόμενο ως άνω επιμερισμό, στον πρώτο το ποσό των 9.505,99 Ευρώ, στην δεύτερη το ποσό των 14.422,89 Ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 9.577,57 Ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των 14.634,11 Ευρώ, στον πέμπτο το ποσό των 14.713,99 Ευρώ, στον έκτο το ποσό των 14.534,84 Ευρώ, στην έβδομη το ποσό των 14.608,04, στον όγδοο το ποσό των 14.650,27 Ευρώ, στην ένατη το ποσό των 9.425,84 Ευρώ, στον δέκατο το ποσό των 14.552,91 Ευρώ, στον ενδέκατο το ποσό των 14.221,96 Ευρώ, στην δωδέκατη το ποσό των 14.607,02 Ευρώ, στην δέκατη τρίτη το ποσό των 14.398,65, στον δέκατο τέταρτο το ποσό των 9.603, 06 Ευρώ, στον δέκατο πέμπτο το ποσό των Ευρώ, στην δέκατη έκτη το ποσό των 14.604,83 Ευρώ, στον δέκατο έβδομο το ποσό των 14.420,52 Ευρώ, στον δέκατο όγδοο το ποσό των 9.449,57 Ευρώ, στην δέκατη ένατη το ποσό των 13.338,54 Ευρώ, στον εικοστό το ποσό των 14.732, 42 Ευρώ, στην εικοστή πρώτη το ποσό των 14.938,90 Ευρώ και στην εικοστή δεύτερη το ποσό των 14.628,16 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Τα ανωτέρω ποσά, αφορούν αμοιβή τους για υπερωριακή εργασία, προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, εργασία κατά Κυριακές και αργίες, έξοδα κίνησης και επίδομα γάμου για τα έτη 2001 έως 2006, καθώς και δώρο Πάσχα 2006, όπως αυτά αναλύονται στην αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1693/2013 απόφαση με την απέρριψε την αγωγή.
Μετά από άσκηση έφεσης των εναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 145/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτή κεφάλαια και δικάσθηκε κατ’ ουσίαν αγωγή, ακολούθως αυτή απορρίφθηκε ως προς την πρώτη εναγόμενη "...
Α.Ε." και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 10.06.2016 αίτηση αναιρέσεως και τους από 22.02.2017 προσθέτους λόγους αυτής. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005 ΤΝΠ Νόμος).Σημειώνεται ότι στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του Συντάγματος (ΟλΑΠ 9, 23, 24/2004, ΑΠ 2/1997, ΑΠ 345, 346/2009), οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (ΕΕ), λ.χ.
Κανονισμοί, αλλά και οι Οδηγίες που περιέχουν κανόνες σαφείς και συγκεκριμένους ή έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική νομοθεσία (ΟλΑΠ 10/2000 , ΑΠ 427/2005).
Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρ. 91 εδ.
α’ του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιοσδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη απ’ αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.
α’ , και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 771/2016). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ’ άρθρ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005) και, συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ’ αυτών) και β) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ ΑΠ 2/2011, Ολ ΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974, ΑΠ 224/2011).
Ακόμη, κατά το άρθρο 93 του ίδιου, ως άνω, νόμου (2362/1995), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.
Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.
να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1938/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την 34100/1999 (ΦΕΚ Β’ 2131) του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και σε εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25 ως 64 ετών, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, διάρκειας 24 μηνών.
Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 4 και 10 της ως άνω Υ.Α., ήταν 24 μήνες, διαιρούμενο σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν διάρκειας 11 μηνών, από τους οποίους (μήνες) ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση των συμμετεχόντων σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με χρηματοδότηση από τον ΟΑΕΔ.
Η δεύτερη φάση ήταν διάρκειας 13 μηνών και είχε ως αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Εσωτερικών (ΥΠΕΣΔ-ΔΑ). Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων.
Στην ανωτέρω ΥΑ ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της ΕΕΤΑΑ ΑΕ, οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση του προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινοχρήστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5), β) Το αντικείμενο του έργου περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) Ο συντονισμός όλων των ενεργειών, που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος, ανατίθεται στην Επιτροπή Παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και της καλής εκτέλεσης αυτού και δ) Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους συνεργαζόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου.
Ειδικότερα η ΕΕΤΑΑ και οι ΟΤΑ, εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, δηλαδή της παρακολούθησης του έργου και της συμμετοχής στην Επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, είχαν και τις αρμοδιότητες η μεν ΕΕΤΑΑ 1) της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, 2) της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση του έργου, 3) της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτική ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και για την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, 4) της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, 5) της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή και υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, 6) της παρακολούθησης των φυλάκων, 7) της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και 8) της παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στη Επιτροπή Παρακολούθησης, μετά την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ), οι δε ΟΤΑ της υποστήριξης για το σχεδίασμά του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε).
Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης Υ.Α. καταρτίστηκαν η από 9-12-1999 "προγραμματική σύμβαση" και στη συνέχεια η από 5-1-2000 τροποποιητική όμοιά της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.
Επιπλέον, και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολούμενων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος, στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι αυτή (δηλ.
η Επιτροπή) έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του Κανονισμού πλαισίου) και β) ότι τα σχολεία, που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ, πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από τις 7.00 έως 15.00, η δεύτερη βάρδια από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη βάρδια από 23.00 έως 7.00, ο κάθε δε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο που έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.
Παράλληλα προβλέφθηκε, όπως και στην άνω Υ.Α., το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων, οι οποίοι θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα. Στη συνέχεια, αφού επιλέχτηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος ...
και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίστηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ και του ... αφενός και των εναγόντων αφετέρου οι από 8-3-2001 (για όλους τους ενάγοντες πλην της 19ης) και από 13-6-2001 για τη 19η ενάγουσα, συμβάσεις συνεργασίας με διάρκεια 7 μηνών για τη 19η των εναγόντων και 11 μηνών για τους λοιπούς ενάγοντες.
Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν αντίστοιχη εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.
Με τις ίδιες συμβάσεις ο εναγόμενος Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ, να κατανείμει τους ασκούμενους σ’ αυτά, να προμηθευθεί και διαθέσει σ’ αυτούς τον απαραίτητο εξοπλισμό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας αυτών κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας ενός εκάστου, να διατηρεί τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για τον έλεγχο της συνεργασίας με τους ασκούμενους φύλακες και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ πίνακες με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και με το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης αυτών, να συγκεντρώνει τα ημερήσια δελτία συμβάντων και παρουσιών, να συμπληρώνει, με βάση τα δελτία αυτά, το μηνιαίο δελτίο παρουσίας των ασκουμένων, προς πιστοποίηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης αυτών από την ΕΕΤΑΑ και, τέλος, να εποπτεύει την εν γένει οργάνωση και εφαρμογή του προγράμματος εντός της εδαφικής του αρμοδιότητας.
Μετά τη λήξη των παραπάνω αρχικών συμβάσεων στις, 18-1-2002, συνάπτονταν μεταξύ των διαδίκων αφενός και της ΕΕΤΑΑ και εναγομένου Δήμου αφετέρου, διαρκώς ανανεούμενα ... διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου, για δε το επίδικο χρονικό διάστημα τα από 19-1-2002, 1-7-2002, 19-2-2003, 1-1-2004, 1-7-2004, 1-1-2005, 1-4-2005, 1-6-2005, 1-9-2005, 1-1-2006, 1-4-2006 και 1-7-2006 συμφωνητικά.
Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε σε 35,22 ευρώ (άρθρο 5 των σχετικών συμβάσεων). Περαιτέρω ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, νοείται ο οικείος ΟΤΑ-..., ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος - φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των άνω συμβάσεών τους.
Ειδικότερα, σ’ αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, καθόλο το διάστημα της εργασίας τους, απασχολούμενοι επί οκτώ ώρες σε μία από τις τρεις βάρδιες κάθε ημέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από τον ίδιο (άνω εναγόμενο) οργάνων του για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για όποιο πρόβλημα ανέκυπτε.
Η σχέση δηλαδή που συνέδεε τους ενάγοντες με τον εναγόμενο Δήμο, ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας καθ’ όσον οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτόν (...) έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ’ αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι δεν συνδεόταν με σχέση εργασίας μετά των εναγόντων... Επειδή στο πρόσωπο των εναγόντων συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του πδ 164/2004, για το χαρακτηρισμό των συμβάσεών τους ως αορίστου χρόνου, αυτοί εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου την 12-6-2006, αφότου και απασχολούνται με (έγκυρες) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου....
Oι ενάγοντες καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από της συνάψεως της αρχικής σύμβασης εκάστου μέχρι την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό του Δήμου, απασχολήθηκαν από τον τελευταίο, όπως προεκτέθηκε, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους επί 22 ημέρες το μήνα, σε τρεις βάρδιες ημερησίως, των οκτώ (8) ωρών η καθεμία, από τις οποίες η πρώτη βάρδια (πρωινή) ήταν από ώρα 7.00’ έως 15.00’ , η δεύτερη βάρδια (απογευματινή) ήταν από 15.00’ έως 23.00’ και η τρίτη βάρδια (νυκτερινή) ήταν από 23.00’ έως 07.00’ .
Επίσης, κατά τη νυκτερινή βάρδια παρείχαν 7 ώρες νυκτερινή εργασία (από 23.00’ έως 06.00’ ) και κατά την απογευματινή βάρδια παρείχαν 1 ώρα νυκτερινής εργασίας (από 22.00’ έως 23.00’ ). Καθ’ όλο το παραπάνω διάστημα της απασχόλησής τους οι ενάγοντες λάμβαναν μόνο την ως άνω ημερήσια αμοιβή ποσού 35,22 ευρώ, χωρίς ο εναγόμενος εργοδότης τους να τους καταβάλλει τη νόμιμη προσαύξηση για τη νυκτερινή εργασία τους, το επίδομα γάμου, αλλά ούτε και το δώρο Πάσχα 2006, όπως όφειλε.
Αντίθετα, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ακόμη ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου κατά τον επίδικο χρόνο, τελούσαν σε απλή σχέση εργασίας μετά του εναγομένου Δήμου, καθ’ όσον δεν υπήρχαν μέχρι τότε κενές οργανικές θέσεις για την πρόσληψή τους (βλ. άρθρ. 103 παρ.2 του Συντάγματος), και συνεπώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής γι’ αυτούς οι επικαλούμενες διατάξεις που προβλέπουν την παροχή εξόδων κίνησης (...12-12-01, .../17-6-02, .../13-7-05 και ...3-10-06) του προσωπικού Ο.Τ.Α.
πρώτης βαθμίδας, ούτε εξάλλου οι ενάγοντες επικαλούνται περιστατικά παραβίασης της αρχής της ισότητας εκ μέρους του εργοδότη τους έναντι των συναδέλφων τους, που ελάμβαναν την αντίστοιχη παροχή, και συνεπώς μη νομίμως αιτούνται την επιδίκαση αυτής. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 23-6-2010 (βλ.
την .../23-6-10 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Φ.). Προ της αγωγής αυτής, όλοι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει κατά του εναγομένου την από 21-12-2007 (αυξ. αρ. καταθ. .../ 2007) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την καταβολή διαφορών αποδοχών με το αορίστου χρόνου προσωπικό του εναγόμενου, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση, απασχόληση κατά Κυριακές και αργίες και λοιπά επιδόματα.
Η συζήτηση της αγωγής αυτής, η οποία είχε αρχικά προσδιοριστεί για την 15-5-2008, αναβλήθηκε, παραστάντων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, για την 11-5-2009, οπότε ματαιώθηκε και επανήλθε προς συζήτηση με την από 22-4-2010 (αυξ. αρ. καταθ. ...2010) κλήση των εναγόντων, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 13-5-2010 (βλ. την ...13-5-10 έκθεση επιδόσεως του δικ.
επιμελητού Γ. Φ.). Εξάλλου, οι εκ των εναγόντων 3ος, 50ς, 7η, 11ος, 12η, 15ος, 19η, 20ος και 22η, με την από 27-12-2005 εξώδικη διαμαρτυρία τους, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 5-4-2006 (βλ. την 26/5-4-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Α. Δ.), ζήτησαν την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος αδείας, αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση, Κυριακές και αργίες και "λοιπά επιδόματα, π.χ.
οικογενειακό". Προ της ανωτέρω εξώδικης διαμαρτυρίας, είχε υποβληθεί η υπ’ αρ. πρωτ. .../30-12-2005 αίτηση ορισμένων εκ των εναγόντων προς τον εναγόμενο, της οποίας όμως το αιτητικό δεν προκύπτει (δεν περιλαμβάνεται στο προσκομισθέν και επικληθέν έγγραφο κανένα αίτημα, παρά μόνον παράθεση ορισμένων νομικών δεδομένων και υπογραφές).
Τέλος, μετά την ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία, και δη την 29-12-2006, με την .../29-12-2006 αίτηση διαμαρτυρίας, όλοι οι ενάγοντες πλην του ογδόου εξ αυτών, ζήτησαν από τον εναγόμενο την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος αδείας και διαφορών αποδοχών από το τακτικό προσωπικό του. Επομένως....η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων σε βάρος του εναγομένου Δήμου αρχίζει από τη γέννησή τους και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν (άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995), η διετής δε αυτή παραγραφή δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στο άρθρο 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974, ορισμένες επιμέρους αξιώσεις εκάστου των εναγόντων (ανάλογα με το αν και πότε εχώρησε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός για τη συγκεκριμένη αξίωση) έχουν υποπέσει σε παραγραφή, και συγκεκριμένα: 1) Η αξίωση όλων των εναγόντων περί καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία των ετών 2001 έως και 2006, έχει υποπέσει στο σύνολό της στη διετή παραγραφή, δεδομένου ότι αυτή (αξίωση) προβλήθηκε το πρώτον με την κρινόμενη αγωγή, επιδοθείσα, κατά τα ανωτέρω, στον εναγόμενο την 23-6-2010. 2) Οι αξιώσεις για προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, για μεν τους 3°, 5°, 7η, 11°, 12η, 15°, 19η, 20° και 22η των εναγόντων (οι οποίοι, όπως προελέχθη, διέκοψαν την παραγραφή την 5-4-2006), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 30.03.2004, για δε τους λοιπούς ενάγοντες (οι οποίοι διέκοψαν την παραγραφή γι’ αυτές με την από 21-12-2007 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο την 28-12-2007), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 30-11-2005. 3) Οι αξιώσεις για καταβολή επιδόματος γάμου, για μεν τους 3°, 5°, 7η, 11°, 12η, 15°, 19η, 20° και 22° των εναγόντων (οι οποίοι, όπως προελέχθη, διέκοψαν την παραγραφή την 5-4-2006), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 31-3-2004, για δε τους λοιπούς ενάγοντες (οι οποίοι διέκοψαν την παραγραφή γι’ αυτές με την από 21-12-2007 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο την 28-12-2007), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 30-11-2005 και 4) Τέλος, η αξίωση των εναγόντων για το επίδομα δώρου Πάσχα 2006, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτή διεκόπη με την επίδοση της αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου την 28-12-2007.
Σημειώνεται ότι δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων για μισθούς (στους οποίους περιλαμβάνονται οι προσαυξήσεις για εργασία κατά τις νύκτες και το οικογενειακό επίδομα) είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ενώ για τα επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας δήλη ημέρα καταβολής τάσσεται η 31/12, 30/4 και η τελευταία ημέρα του οικείου έτους, αντίστοιχα.
Επομένως, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση του εναγομένου Δήμου περί μερικής παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων, που προέβαλε νομότυπα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ... όπως και η νομοτύπως προβληθείσα (με προφορική ανάπτυξη και συνοπτική καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής, ως προς τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις.
Περαιτέρω ... όσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων για την απασχόλησή τους και τη νύκτα, η προσαύξηση 25%, υπολογίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, επί του νομίμου και όχι επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους, όπως αυτοί ζητούν με την αγωγή τους. Το αυτό ισχύει και για την οικογενειακή παροχή. Το νόμιμο δε ημερομίσθιο αυτών, με βάση το οποίο θα εξευρεθεί και το αντίστοιχο ωρομίσθιό τους, ισούται με το εκάστοτε καθοριζόμενο από τις ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, ήτοι, με βάση τις από 24-5-2004 και από 12-4-2006 διετούς ισχύος ΕΓΣΣΕ.
Έτσι, τα νόμιμα ημερομίσθια των εναγόντων, που είναι όλοι έγγαμοι, πλην των 1ου, 3ου, 9ης, 14ου και 18ου και είχαν όλοι, ήδη από την 1-4-2004, με προϋπηρεσία μιας τριετίας (αφού εργάζονταν στον εναγόμενο Δήμο από τις αρχές του 2001) εκτός της 19ης, που συμπλήρωσε τριετία την 13-6-2004, ανέρχονταν: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004: Για την 19η ενάγουσα στο ποσό των 26,64 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιό της στο ποσό των 4 ευρώ (26,64 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό του 1 ευρώ την ώρα (4 X 25%).
Για τους αγάμους εκ των υπολοίπων εναγόντων, στο ποσό των 25,43 ευρώ, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των3,81 ευρώ (25,43 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 0,95 ευρώ την ώρα. Για τους εγγάμους λοιπούς ενάγοντες, στο ποσό των 27,85 ευρώ, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 4,18 ευρώ (27,85 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,05 ευρώ την ώρα, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004 στο ποσό των 25,94 ευρώ για τους αγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 3,89 ευρώ (25,94 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 0,97 ευρώ την ώρα και 28,44 ευρώ για τους εγγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 4,27 ευρώ (28,44 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,07 ευρώ την ώρα, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005 στο ποσό των 26,51 ευρώ για τους αγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 3,98 ευρώ (26,51 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό του 1 ευρώ την ώρα, για δε τους εγγάμους, το ημερομίσθιο στο ποσό των 29,06 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 4,36 ευρώ (29,06 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,09 ευρώ την ώρα, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005 στο ποσό των 27,38 ευρώ για τους αγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 4,11 ευρώ (27,38 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,03 ευρώ την ώρα και σε 30,02 ευρώ για τους εγγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 4,50 ευρώ (30,02 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,12 ευρώ την ώρα, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006 στο ποσό των 28,17 ευρώ για τους αγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 4,23 ευρώ (28,17 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,06 ευρώ την ώρα και 30,89 ευρώ για τους εγγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανήρχετο στο ποσό των 4,63 ευρώ (30,89 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,16 ευρώ την ώρα και στ) από 1-9-2006 έως και 11-10-2006, στο ποσό των 28,99 ευρώ για τους αγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανήρχετο στο ποσό των 4,35 ευρώ (28,99 Χ6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,09 ευρώ την ώρα και στο ποσό των 31,79 ευρώ για τους εγγάμους, για τους οποίους το νόμιμο ωρομίσθιο ανήρχετο στο ποσό των 4,77 ευρώ (31,79 X 6/40) και η προσαύξηση νυκτερινής εργασίας (25%) στο ποσό των 1,19 ευρώ την ώρα.
Με βάση τα παραπάνω ποσά των νόμιμων ωρομισθίων και προσαυξήσεων και τις πιο κάτω αναγραφόμενες και μη αμφισβητούμενες από τον εναγόμενο ώρες νυκτερινής εργασίας, που πραγματοποίησαν οι ενάγοντες κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, καθένας απ’ αυτούς δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Ο πρώτος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 5 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (5 βάρδιες X 7 ώρες)= 43 νυχτερινές ώρες X 1,03 ευρώ=] 44,29 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 47 απογευματινές και 50 βραδινές βάρδιες [(47 βάρδιες X 1 ώρα) + (50 βάρδιες X 7 ώρες)= 397 νυχτερινές ώρες X 1,06 ευρώ =] 420,82 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 15 απογευματινές και 11 βραδινές βάρδιες [(15 βάρδιες X 1 ώρα) + (11 βάρδιες X 7 ώρες) = 92 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ =] 100,28 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 565,39 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. 2) Η δεύτερη ενάγουσα: Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 7 απογευματινές και 6 βραδινές βάρδιες [(7 βάρδιες X 1 ώρα) + (6 βάρδιες X 7 ώρες)= 49 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 54,88 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 46 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(46 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 382 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 443,12 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 71 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 84,49 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 582,49 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1- 2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 3) Ο τρίτος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31- 8-2004, που πραγματοποίησε 32 απογευματινές και 30 βραδινές βάρδιες [(32 βάρδιες X 1 ώρα) + (30 βάρδιες X 7 ώρες)= 242 νυχτερινές ώρες X 0,95 ευρώ=] 229,90 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 26 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(26 βάρδιες X 1 ώρα) + (25 βάρδιες X 7 ώρες)= 201 νυχτερινές ώρες X 0,97 ευρώ=] 194,97 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 52 απογευματινές και 47 βραδινές βάρδιες [(52 βάρδιες X 1 ώρα) + (47 βάρδιες X 7 ώρες)= 381 νυχτερινές ώρες X 1 ευρώ=] 381 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 28 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(28 βάρδιες X 1 ώρα) + (24 βάρδιες X 7 ώρες)= 196 νυχτερινές ώρες X 1,03 ευρώ=] 201,88 ευρώ, ει από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)- 386 νυχτερινές ώρες X 1,06 ευρώ=] 409,16 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 1 1-10-2006, που πραγματοποίησε 10 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(10 βάρδιες X 1 ώρα) + (7 βάρδιες X 7 ώρες)= 59 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 64,31 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.481,22 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. 4) Η τέταρτη ενάγουσα: Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 5 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (5 βάρδιες X 7 ώρες)= 43 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 48,16 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 51 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(51 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 387 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=]448,92ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 1 1-10-2006, που πραγματοποίησε 9 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(9 βάρδιες X 1 ώρα) + (7 βάρδιες X 7 ώρες)= 58 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 69,02 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 566,10 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8- 2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 5) Ο πέμπτος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 32 απογευματινές και 30 βραδινές βάρδιες [(32 βάρδιες X 1 ώρα) + (30 βάρδιες X 7 ώρες)= 242 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ=] 254,10 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 27 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(27 βάρδιες X 1 ώρα) + (24 βάρδιες X 7 ώρες)= 195 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ=] 208,65 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 48 απογευματινές και 40 βραδινές βάρδιες [(48 βάρδιες X 1 ώρα)+ (40 βάρδιες X 7 ώρες)= 328 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 357,52 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 30 απογευματινές και 31 βραδινές βάρδιες [(30 βάρδιες X 1 ώρα) + (31 βάρδιες X 7 ώρες)= 247 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 276,64 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 53 απογευματινές και 47 βραδινές βάρδιες [(53 βάρδιες X 1 ώρα) + (47 βάρδιες X 7 ώρες)= 382 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 443,12 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 9 απογευματινές και 6 βραδινές βάρδιες [(9 βάρδιες X 1 ώρα) + (6 βάρδιες X 7 ώρες)= 51 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 60,69 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.600,72 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1- 4-2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες^) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25,94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες=) 228,27, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005: (26,51 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 466,58, δ) από 1-9- 2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες)= 240,94 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 3 1-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 1 1-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες^) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.794,22 ευρώ. 6) Ο έκτος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (7 βάρδιες X 7 ώρες)= 55 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 61,60 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 45 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(45 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 381 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 441,96 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 8 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (8 βάρδιες X 7 ώρες) 64 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 76,16 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 579,72 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 7) Η έβδομη ενάγουσα:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 26 απογευματινές και 30 βραδινές βάρδιες [(26 βάρδιες X 1 ώρα) + (30 βάρδιες X 7 ώρες)= 236 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ=] 247,80 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 25 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(25 βάρδιες X 1 ώρα) + (24 βάρδιες X 7 ώρες)= 193 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ=] 206,51 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 386 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 420,74 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 22 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(22 βάρδιες X 1 ώρα) + (24 βάρδιες X 7 ώρες)= 190 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 212,80 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 54 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(54 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 390 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 452,40 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 10 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(10 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 73 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 86,87 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.627,12 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες =) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25,94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες =) 228,27, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005: (26,51 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 466,58, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες)= 240,94 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 1 1-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες =) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.794,22 ευρώ. 8) Ο όγδοος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (7 βάρδιες X 7 ώρες)= 55 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 61,60 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 53 απογευματινές και 40 βραδινές βάρδιες [(53 βάρδιες X 1 ώρα) + (40 βάρδιες X 7 ώρες)= 333 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 386,28 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 12 απογευματινές και 12 βραδινές βάρδιες [(12 βάρδιες X 1 ώρα) + (12 βάρδιες X 7 ώρες)= 96 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ =] 114,24 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 562,12 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12- 2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες =) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 9) Η ένατη ενάγουσα:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 5 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (5 βάρδιες X 7 ώρες)= 43 νυχτερινές ώρες X 1,03 ευρώ=] 44,29 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 54 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(54 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 390 νυχτερινές ώρες X 1,06 ευρώ =] 413,40 ευρώ, γ) από 1-9-2006έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 11 απογευματινές και 13 βραδινές βάρδιες [(11 βάρδιες X 1 ώρα) + (13 βάρδιες X 7 ώρες)= 102 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ =] 111,18 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 568,87 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. 10) Ο δέκατος ενάγων: Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (7 βάρδιες X 7 ώρες)= 55 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 61,60 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 54 απογευματινές και 47 βραδινές βάρδιες [(54 βάρδιες X 1 ώρα) + (47 βάρδιες X 7 ώρες)= 383 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 444,28 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 10 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(10 βάρδιες X1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 73 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ =] 86,87 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 592,75 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X .15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12- 2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 11) 0 ενδέκατος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 29 απογευματινές και 31 βραδινές βάρδιες [(29 βάρδιες X 1 ώρα) + (31 βάρδιες X 7 ώρες)= 246 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ=] 258,30 ευρώ, β) από 1-9- 2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 27 απογευματινές και 22 βραδινές βάρδιες [(27 βάρδιες X 1 ώρα) + (22 βάρδιες X 7 ώρες)= 181 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ=] 193,67 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 386 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ] 420,74 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 23 απογευματινές και 23 βραδινές βάρδιες [(23 βάρδιες X 1 ώρα) + (23 βάρδιες X 7 ώρες)= 184 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ =] 206,08 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 45 απογευματινές και 46 βραδινές βάρδιες [(45 βάρδιες X 1 ώρα) + (46 βάρδιες X 7 ώρες)- 367 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ-] 425,72 ευρώ, στ) από 1- 9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 10 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (10 βάρδιες X 7 ώρες)- 78 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 92,82 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.597, 33 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.-) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες-) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25,94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες=) 228,27, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005: (26,51 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες-) 466,58, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες)= 240,94 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.794,22 ευρώ. 12) Η δωδέκατη ενάγουσα:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 33 απογευματινές και 28 βραδινές βάρδιες [(33 βάρδιες X 1 ώρα) + (28 βάρδιες X 7 ώρες)= 229 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ=] 240,45 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 25 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(25 βάρδιες X 1 ώρα) + (25 βάρδιες X 7 ώρες)= 200 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ=] 214 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 46 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(46 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 382 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 416,38 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 25 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(25 βάρδιες X 1 ώρα) + (25 βάρδιες X 7 ώρες)= 200 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 224 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 45 απογευματινές και 49 βραδινές βάρδιες [(45 βάρδιες X 1 ώρα) + (49 βάρδιες X 7 ώρες)= 388 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 450,08 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 8 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (8 βάρδιες X 7 ώρες)= 64 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 76,16 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.621,07 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες=) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25,94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες =) 228,27, γ) από 1-1-2005 έως 31-8- 2005: (26,51 ευρώ X 10% Χ22 ημέρες X 8 μήνες =) 466,58, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες)= 240,94 ευρώ, ε) από 1-1- 2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10- 2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες =) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.794,22 ευρώ. 13) Η δέκατη τρίτη ενάγουσα:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 6 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (6 βάρδιες X 7 ώρες)= 48 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ =] 53,76 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 51 απογευματινές και 45 βραδινές βάρδιες [(51 βάρδιες X 1 ώρα) + (45 βάρδιες X 7 ώρες)== 366 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ =]424,56 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 71 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ =] 84,49 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 562,81 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8- 2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9- 2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες =) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 14) Ο δέκατος τέταρτος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 5 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (5 βάρδιες X 7 ώρες)= 41 νυχτερινές ώρες X 1,03 ευρώ=] 42,23 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 386 νυχτερινές ώρες X 1,06 ευρώ-] 409,16 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 8 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (8 βάρδιες X 7 ώρες)= 64 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 69,76 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 521,15 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. 15) Ο δέκατος πέμπτος ενάγων: Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 33 απογευματινές και 28 βραδινές βάρδιες [(33 βάρδιες X 1 ώρα) + (28 βάρδιες X 7ώρες)= 229 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ =) 240,45 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 27 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(27 βάρδιες X 1 ώρα) + (24 βάρδιες X 7 ώρες)= 195 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ =] 208,65 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 3 1-8-2005, που πραγματοποίησε 52 απογευματινές και 47 βραδινές βάρδιες [(52 βάρδιες X 1 ώρα) + (47 βάρδιες X 7 ώρες)= 381 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 415,29 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 28 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(28 βάρδιες X 1 ώρα)+(24 βάρδιες X 7 ώρες)= 196 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ =] 219,52 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8- 2006, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 386 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ-] 447,76 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 10 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(10 βάρδιες X 1 ώρα) + (7 βάρδιες X 7 ώρες)= 59 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 70,21 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.601, 88 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες=) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25,94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες=) 228,27, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005: (26,51 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες)=466,58, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες)= 240,94 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11- 10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.794,22 ευρώ. 16) Ε1 δέκατη έκτη ενάγουσα:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 6 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (6 βάρδιες X 7 ώρες)= 48 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ =] 53,76 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 386 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ =] 447,76 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 10 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(10 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 73 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 86,87 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 588,39 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1- 2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες=) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες =) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 17) Ο δέκατος έβδομος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 7 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (6 βάρδιες X 7 ώρες)= 48 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ =] 53,76 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 46 απογευματινές και 47 βραδινές βάρδιες [(46 βάρδιες X 1 ώρα)+ (47 βάρδιες X 7 ώρες)= 375 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ =] 435 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 71 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ =] 84,49 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 573, 25 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ)Για επίδομα γάμου: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 1 μήνας)= 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 3 1-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 1 1-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 18) Ο δέκατος όγδοος ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-12-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 6 απογευματινές και 6 βραδινές βάρδιες [(6 βάρδιες X 1 ώρα) + (6 βάρδιες X 7 ώρες)= 48 νυχτερινές ώρες X 1,03 ευρώ =] 49,44 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 45 απογευματινές και 46 βραδινές βάρδιες [(45 βάρδιες X 1 ώρα) + (46 βάρδιες X 7 ώρες)= 367 νυχτερινές ώρες X 1,06 ευρώ =] 389,02 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 71 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ =] 77,39 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 515,85 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. 19) Η δέκατη ένατη ενάγουσα: Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 12-6-2004, που πραγματοποίησε 16 απογευματινές και 13 βραδινές βάρδιες [(16 βάρδιες X 1 ώρα) + (13 βάρδιες X 7 ώρες)= 107 νυχτερινές ώρες X 1 ευρώ =] 107 ευρώ, β) από 13-6- 2004, οπότε και συμπλήρωσε τριετία, έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 17 απογευματινές και 15 βραδινές βάρδιες [(17 βάρδιες X 1 ώρα) + (15 βάρδιες X 7 ώρες)= 122 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ =] 128,10 ευρώ, γ) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 24 απογευματινές και 23 βραδινές βάρδιες [(24 βάρδιες X 1 ώρα) + (23 βάρδιες X 7 ώρες)= 185 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ=] 197,95 ευρώ, δ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 49 απογευματινές και 45 βραδινές βάρδιες [(49 βάρδιες X 1 ώρα) + (45 βάρδιες X 7 ώρες)= 364 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ =] 396,76 ευρώ, ε) από 1-9-2004 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 25 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(25 βάρδιες X 1 ώρα) + (25 βάρδιες X 7 ώρες)= 200 νυκτερινές ώρες Χ 1,12 ευρώ =] 224 ευρώ, στ) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 53 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(53 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 389 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ =] 451,24 ευρώ, ζ) από 1-9- 2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 10 απογευματινές και 9 βραδινές βάρδιες [(10 βάρδιες X 1 ώρα) + (9 βάρδιες X 7 ώρες)= 73 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ =] 86,87 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.591,92 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4-2004 έως 12-6-2004: (24,22 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους χωρίς τριετία X 10% X 22 ημέρες X 2,5 μήνες =) 133,21 ευρώ, β) από 13-6-2004, που συμπλήρωσε τριετία, έως 31-8-2004: (25,43 X 10% X 22 ημέρες X 2,5 μήνες =) 139,87 ευρώ, γ) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25, 94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες =) 228,27 ευρώ, δ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005: (26,51 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 466,58 ευρώ, ε) από 1-9-2005 έως 31-12- 2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες =) 240,94 ευρώ, στ) από 1-1-2006 έως 31-8- 2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, ζ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες =) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.787,57 ευρώ. 20) Ο εικοστός ενάγων:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 32 απογευματινές και 29 βραδινές βάρδιες [(32 βάρδιες X 1 ώρα)+ (29 βάρδιες X 7 ώρες)= 235 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ =] 246,75 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που πραγματοποίησε 26 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(26 βάρδιες X 1 ώρα) + (25 βάρδιες X 7 ώρες) 201 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ =] 215,07 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 50 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (50 βάρδιες X 7 ώρες)^ 400 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ =] 436 ευρώ, δ) από 1-8-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 29 απογευματινές και 24 βραδινές βάρδιες [(29 βάρδιες X 1 ώρα) + (24 βάρδιες X 7 ώρες)= 197 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ =] 220,64 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 50 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(50 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 386 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 447,76 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 11 απογευματινές και 10 βραδινές βάρδιες [(11 βάρδιες X 1 ώρα) + (10 βάρδιες X 7 ώρες)= 81 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 96,39 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.662, 61 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ.=) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες =) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: (25,94 ευρώ X 60,24 ευρώ, β) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 638,94 ευρώ. 22) Η εικοστή δεύτερη ενάγουσα:
Α) Για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας: α) από 1-4-2004 έως 31-8-2004, που πραγματοποίησε 33 απογευματινές και 28 βραδινές βάρδιες [(33 βάρδιες X 1 ώρα) + (28 βάρδιες X 7 ώρες)= 229 νυχτερινές ώρες X 1,05 ευρώ=] 240,45 ευρώ, β) από 1-9- 2004 έως 3 1-12-2004, που πραγματοποίησε 25 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(25 βάρδιες X 1 ώρα) + (25 βάρδιες X 7 ώρες)= 200 νυχτερινές ώρες X 1,07 ευρώ=] 214 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, που πραγματοποίησε 46 απογευματινές και 49 βραδινές βάρδιες [(46 βάρδιες X 1 ώρα) + (49 βάρδιες X 7 ώρες)= 389 νυχτερινές ώρες X 1,09 ευρώ=] 424,01 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, που πραγματοποίησε 25 απογευματινές και 25 βραδινές βάρδιες [(25 βάρδιες X 1 ώρα)+ (25 βάρδιες X 7 ώρες)= 200 νυχτερινές ώρες X 1,12 ευρώ=] 224 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, που πραγματοποίησε 46 απογευματινές και 48 βραδινές βάρδιες [(46 βάρδιες X 1 ώρα) + (48 βάρδιες X 7 ώρες)= 382 νυχτερινές ώρες X 1,16 ευρώ=] 443,12 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006, που πραγματοποίησε 8 απογευματινές και 8 βραδινές βάρδιες [(8 βάρδιες X 1 ώρα) + (8 βάρδιες X 7 ώρες)= 64 νυχτερινές ώρες X 1,19 ευρώ=] 76,16 ευρώ, και συνολικά για την αιτία αυτή 1.621,74 ευρώ.
Β) Για δώρο Πάσχα 2006: (35,22 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 15 ημερομ =) 528,30 ευρώ. Γ) Για επίδομα γάμου: α) από 1-4- 2004 έως 31-8-2004: (25,43 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες X 5 μήνες=) 279,73 ευρώ, β) από 1-9-2004 έως 31- 12-2004: (25,94 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 4 μήνες=) 228,27 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005: (26,51 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 466,58 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005: (27,38 ευρώ το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο της ΕΣΣΕ για τους αγάμους X 10% X 22 ημέρες Χ4 μήνες)= 240,94 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-8-2006: (28,17 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 8 μήνες =) 495,79 ευρώ, στ) από 1-9-2006 έως 11-10-2006: (28,99 ευρώ X 10% X 22 ημέρες X 1,3 μήνες=) 82,91 ευρώ, και συνολικά 1.794,22 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω και μετά τη γενομένη, παραδεκτώς, στον πρώτο βαθμό μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, κατά ποσοστό εκάστου επιμέρους κονδυλίου διαφορετικό για κάθε ενάγοντα, όπως εκτίθεται στην αρχή, ο εναγόμενος Δήμος οφείλει σε καθένα από αυτούς τα κάτωθι ποσά: 1) Στον πρώτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 432,08 ευρώ καταψηφιστικώς (44,29 ευρώ για το έτος 2005 και 387,79 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 67,78% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 133,31 ευρώ αναγνωριστικός και β) για δώρο Πάσχα 358,08 ευρώ καταψηφιστικώς και 170,22 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 790,16 ευρώ καταψηφιστικώς και 303,53 ευρώ αναγνωριστικώς. 2) Στη δεύτερη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 362,82 ευρώ καταψηφιστικώς (54,88 ευρώ για το έτος 2005 και 307,94 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 58,1% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 219,67 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 306,94 ευρώ καταψηφιστικώς και 221, 36 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 465,41 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 405,17 ευρώ για το 2006) και 173,53 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.135,17 ευρώ καταψηφιστικώς και 614,56 ευρώ αναγνωριστικώς. 3) Στον τρίτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.233,43 ευρώ καταψηφιστικώς (424,87 ευρώ για το έτος 2004, 456,50 ευρώ για το έτος 2005 και 352,06 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 67,62% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 247,79 ευρώ αναγνωριστικώς και β) για δώρο Πάσχα 352,24 ευρώ καταψηφιστικώς και 171,06 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.585,67 ευρώ καταψηφιστικώς και 418,85 ευρώ αναγνωριστικώς. 4) Στο τέταρτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 348,84 ευρώ καταψηφιστικώς (48,16 ευρώ για το έτος 2005 και 300,68 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57, 75% του αιτηθέντος ποσού ευρώ για το έτος αυτό) και 217,26 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,09 ευρώ καταψηφιστικώς και 223,21 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 462,97 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 402.73 ευρώ για το 2006) και 175,97 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.116,90 ευρώ καταψηφιστικώς και 616,44 ευρώ αναγνωριστικώς. 5) Σον πέμπτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.075,77 ευρώ καταψηφιστικώς (391, 62 ευρώ για το έτος 2004, 387,57 ευρώ για το έτος 2005 και 296,58 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,61% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 524,95 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 304,35 ευρώ καταψηφιστικώς και 223,95 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.445,41 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 535,66 ευρώ για το έτος 2005 και 401,75 ευρώ για το 2006) και 348,81 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.825,53 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.097,71 ευρώ αναγνωριστικώς. 6) Στον έκτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 363,06 ευρώ καταψηφιστικώς (61,60 ευρώ για το έτος 2005 και 301,46 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,9% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 216,66 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,89 ευρώ καταψηφιστικώς και 222,41 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 464,01 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 403,77 ευρώ για το 2006) και 174,93 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.132,96 ευρώ καταψηφιστικώς και 614 ευρώ αναγνωριστικώς, 7) Στην έβδομη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.093, 32 ευρώ καταψηφιστικώς (390,81 ευρώ για το έτος 2004, 389,46 ευρώ για το έτος 2005 και 313,05 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,79% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 533,80 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,30 ευρώ καταψηφιστικώς και 223 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.448,34 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 537,34 για το έτος 2005 και 403 ευρώ για το 2006) και 345,88 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.846,96 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.102,68 ευρώ αναγνωριστικώς. 8) Στον όγδοο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 363,06 ευρώ καταψηφιστικώς (61,60 ευρώ για το έτος 2005 και 332,93 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,72% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 167,59 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 304, 93 ευρώ καταψηφιστικώς και 223,37 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 462,76 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 402,52 ευρώ για το 2006) και 176,18 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.130,75 ευρώ καταψηφιστικώς και 567,14 ευρώ αναγνωριστικώς. 9) Στην ένατη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 450,66 ευρώ καταψηφιστικώς (44, 29 ευρώ για το έτος 2005 και 406,37 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 67,97% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 118,21 ευρώ αναγνωριστικώς και β) για δώρο Πάσχα 359,09 ευρώ καταψηφιστικώς και 169,21 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 809,75 ευρώ καταψηφιστικώς και 287,42 ευρώ αναγνωριστικώς. 10) Στο δέκατο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 363,06 ευρώ καταψηφιστικώς (61,60 ευρώ για το έτος 2005 και 308,80 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,88% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 222,35 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,78 ευρώ καταψηφιστικώς και 222,52 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 463,99 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 403,75 ευρώ για το 2006) και 174,95 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.132,83 ευρώ καταψηφιστικώς και 619,82 ευρώ αναγνωριστικώς. 11) Στον ενδέκατο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.087,84 ευρώ καταψηφιστικώς (393,84 ευρώ για το έτος 2004, 389,74 ευρώ για το έτος 2005 και 304,26 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 58,44% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 509,49 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 308,74 ευρώ καταψηφιστικώς και 219,56 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.458,92 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 543,38 για το έτος 2005 και 407,54 ευρώ για το 2006) και 335,30 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.855 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.064,35 ευρώ αναγνωριστικώς. 12) Στη δωδέκατη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.087,92 ευρώ καταψηφιστικώς (388,78 ευρώ για το έτος 2004, 393,52 ευρώ για το έτος 2005 και 305,62 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,79% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 533,15 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,30 ευρώ καταψηφιστικώς και 223 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.448,34 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 537,34 για το έτος 2005 και 403 ευρώ για το 2006) και 345,88 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.841,56 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.102,03 ευρώ αναγνωριστικώς. 13) Στη δέκατη τρίτη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 363,06 ευρώ καταψηφιστικώς (53,76 ευρώ για το έτος 2005 και 297,26 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 58,14% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 211,59 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 307,15 ευρώ καταψηφιστικώς και 221,15 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 465,69 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 405,45 ευρώ για το 2006) και 173,25 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.135,90 ευρώ καταψηφιστικώς και 605,99 ευρώ αναγνωριστικώς. 14) Στο δέκατο τέταρτο ενάγονται α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 397,93 ευρώ καταψηφιστικώς (42,23 ευρώ για το έτος 2005 και 355,70 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 67,56% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 123, 22 ευρώ αναγνωριστικώς και β) για δώρο Πάσχα 356,92 ευρώ καταψηφιστικώς και 171,38 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 754,85 ευρώ καταψηφιστικώς και 294,60 ευρώ αναγνωριστικώς. 15) Στον δέκατο πέμπτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.072,08 ευρώ καταψηφιστικώς (382,98 ευρώ για το έτος 2004, 389,05 ευρώ για το έτος 2005 και 300,05 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,63% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 529,80 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 304,46 ευρώ καταψηφιστικώς και 223,84 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.445,74 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 535,85 για το έτος 2005 και 401,89 ευρώ για το 2006) και 348,48 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε 2.822,28 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.102,12 ευρώ αναγνωριστικώς. 16) Στη δέκατη έκτη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 364,16 ευρώ καταψηφιστικώς (53,76 ευρώ για το έτος 2005 και 310,40 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,80% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 224,23 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,36 ευρώ καταψηφιστικώς και 222,94 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 463,31 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 403,07 ευρώ για το 2006) και 175,63 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.132,83 ευρώ καταψηφιστικώς και 622,80 ευρώ αναγνωριστικώς 17) Στο δέκατο έβδομο ενάγονται α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 356,94 ευρώ καταψηφιστικώς (53,76 ευρώ για το έτος 2005 και 303,18 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 58,1% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 216,31 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 306,94 ευρώ καταψηφιστικώς και 221,36 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 465,41 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 405,17 ευρώ για το 2006) και 173,53 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.129,29 ευρώ καταψηφιστικώς και 611,20 ευρώ αναγνωριστικώς. 18) Στο δέκατο όγδοο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 397,45 ευρώ καταψηφιστικώς (49,44 ευρώ για το έτος 2005 και 348,01 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 67,91% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 118,40 ευρώ αναγνωριστικώς και β) για δώρο Πάσχα 358,77 ευρώ καταψηφιστικώς και 169,53 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 756,22 ευρώ καταψηφιστικώς και 287,93 ευρώ αναγνωριστικώς. 19) Στη δέκατη ένατη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.112,60 ευρώ καταψηφιστικώς (392,40 ευρώ για το έτος 2004, 395,90 ευρώ για το έτος 2005 και 324,30 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 59,99% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 479,32 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 316,93 ευρώ καταψηφιστικώς και 211,33 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.447,62 ευρώ καταψηφιστικώς (501, 35 ευρώ για το έτος 2004, 557,87 για το έτος 2005 και 418,40 ευρώ για το 2006) και 309,95 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.877,15 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.000,60 ευρώ αναγνωριστικώς. 20) Στον εικοστό ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.108,21 ευρώ καταψηφιστικώς (391,41 ευρώ για το έτος 2004, 402,19 ευρώ για το έτος 2005 και 314,61 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,58% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 554,40 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 304,20 ευρώ καταψηφιστικώς και 224,10 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.444,92 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 535,38 για το έτος 2005 και 401,54 ευρώ για το 2006) και 349,30 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.857,33 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.127,80 ευρώ αναγνωριστικώς. 21) Στον εικοστό πρώτο ενάγοντα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 400,47 ευρώ καταψηφιστικώς (61,60 ευρώ για το έτος 2005 και 338,87 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,24% του αιτηθέντος ποσού για το έτος αυτό) και 225,66 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 302,40 ευρώ καταψηφιστικώς και 225,90 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 459,41 ευρώ καταψηφιστικώς (60,24 ευρώ για το έτος 2005 και 399,17 ευρώ για το 2006) και 179,53 ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 1.162,28 ευρώ καταψηφιστικώς και 631,09 ευρώ αναγνωριστικώς. 22) Στην εικοστή δεύτερη ενάγουσα:
α) Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 1.088, 02 ευρώ καταψηφιστικώς (388,58 ευρώ για το έτος 2004, 398,04 ευρώ για το έτος 2005 και 301,40 ευρώ για το έτος 2006, ήτοι το 57,76% του αιτηθέντος ποσού εκάστου των δύο τελευταίων ετών) και 533,72 ευρώ αναγνωριστικώς, β) για δώρο Πάσχα 305,15 ευρώ καταψηφιστικώς και 223,15 ευρώ αναγνωριστικώς και γ) για επίδομα γάμου 1.447,85 ευρώ καταψηφιστικώς (508 ευρώ για το έτος 2004, 537,06 για το έτος 2005 και 402,79 ευρώ για το 2006) και 346,37ευρώ αναγνωριστικώς, συνολικά δε, 2.841,02 ευρώ καταψηφιστικώς και 1.103,24 ευρώ αναγνωριστικώς".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι με την παραδοχή της ως άνω διετούς παραγραφής των αξιώσεων παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος καθώς επίσης και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η ως άνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος καθώς επίσης και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως και γι’ αυτό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι υπ’ αριθμ. ... των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντος (τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) εγγράφου της υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../30-12-2005 αίτησης διαμαρτυρίας αυτών από την οποία προκύπτει η διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων των ... των αναιρεσειόντων. Όπως όμως προκύπτει από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, η υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30-12-2005 αίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων δεν αποτελεί όχληση, αφού το περιεχόμενο της δεν είναι σαφές και ορισμένο δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν αιτούνται συγκεκριμένο ποσό.
Στο ως άνω έγγραφο, που φέρει το τίτλο "Αίτηση …" δεν προσδιορίζεται αναλυτικά η απαίτηση του κάθε δικαιούχου και δεν περιέχεται σαφές και ορισμένο αίτημα καταβολής ορισμένου ποσού για τον καθένα από τους άνω αναιρεσείοντες, παρά μόνον παράθεση ορισμένων νομικών δεδομένων και υπογραφές. Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, πρέπει να ζητείται η πληρωμή ορισμένης χρηματικής αξίωσης, απαιτείται να καθορίζεται με σαφήνεια "η ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.
να αντιληφθούν το είδος της απαιτήσεως και να εξετάσουν τη βασιμότητά της. Επομένως, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου με εσφαλμένη ανάγνωση και κατ’ ακολουθία ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο όρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α` να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνα αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται μ` αυτό και όπου δεν υπάρχει το Δ.Σ.
ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ` αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 (θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, Οικονομικά Ο.Τ.Α. κ.λπ.) ορίζεται ότι: §1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο όρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του.
§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ` εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
§5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του όρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44`). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσόμενους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με την ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ.β` ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν.3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικό κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξη τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (πρβλ.
ΑΠ 460/2014, ΑΠ 398/2015) λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν την σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β` 462, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β` 215.
εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου). Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του εδ. α` της §4 του ως άνω άρθ.1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην γένεση της αξίωσης των κατατασσόμενων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.
για άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση (βλ. ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 85/2016, ΑΠ 277/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα έξης : Με την από 05.05.2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "..." οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων ανατέθηκε σε καθέναν απ’ αυτούς η άσκηση καθηκόντων σχολικού φύλακα σε σχολικά συγκροτήματα του δευτέρου των εναγομένων. Ότι οι άνω συμβάσεις τους, οι οποίες ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την 11-10-2006, προσχηματικά επιγράφηκαν ως "...
για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας" ορισμένου χρόνου,, ενώ στην πραγματικότητα έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και από τη φύση των συμβάσεών τους δεν δικαιολογείται η ορισμένη διάρκεια αυτών.
Ότι μετά την εκ μέρους τους υποβολή σχετικών αιτήσεων σύμφωνα με το π.δ. 164/2004 και την έκδοση απόφασης του ΑΣΕΠ, με την οποία κρίθηκε ότι πληρούσαν τις οριζόμενες στο ανωτέρω π.δ. προϋποθέσεις, οι άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από την 12-10-2006 εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου ....
Ενόψει αυτών ζήτησαν, με βάση τη σύμβαση εργασίας τους να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει- μεταξύ των άλλων- τα καθοριζόμενα ειδικότερα στην αγωγή κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης, δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και ότι κατ` ακολουθίαν αυτών κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς όμως να συνυπολογιστεί ο χρόνος εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με αποτέλεσμα να λαμβάνουν μικρότερα ποσά , από εκείνα που αντιστοιχούν στους εργαζόμενες της ειδικότητάς τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της εναγομένου και έχουν τα ίδια προσόντα και προϋπηρεσία με τους ενάγοντες.
Σημειώνεται ότι τα παραπάνω έξοδα ζήτησαν ως οφειλόμενα για τα έτη 2001-2006 ,επικαλούμενοι ότι τα ποσά αυτά δικαιούνται και αυτοί, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή, δυνάμει των ν.2470/1997 και 3205/2003 (μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης), οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι το νόμιμο ημερομίσθιο αυτών έπρεπε να καθορισθεί με βάση τους παραπάνω επίσης νόμους (ν.2470/1997 και 3205/2003). Το ανωτέρω ζήτησαν κατ` εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, με βάση και τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα οποία (έξοδα) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ` αυτούς.
Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή ως προς τα έξοδα κινήσεως είναι μη νόμιμη διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: " με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ακόμη ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου κατά τον επίδικο χρόνο, τελούσαν σε απλή σχέση εργασίας μετά του εναγομένου Δήμου, καθ’ όσον δεν υπήρχαν μέχρι τότε κενές οργανικές θέσεις για την πρόσληψή τους (βλ.
άρθρ. 103 παρ.2 του Συντάγματος), και συνεπώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής γι’ αυτούς οι επικαλούμενες διατάξεις που προβλέπουν την παροχή εξόδων κίνησης (...12-12-01, .../17-6-02, .../13-7-05 και ...3-10-06) του προσωπικού Ο.Τ.Α. πρώτης βαθμίδας, ούτε εξάλλου οι ενάγοντες επικαλούνται περιστατικά παραβίασης της αρχής της ισότητας εκ μέρους του εργοδότη τους έναντι των συναδέλφων τους, που ελάμβαναν την αντίστοιχη παροχή, και συνεπώς μη νομίμως αιτούνται την επιδίκαση αυτής".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 εδ. β` Ν. 3320/2005 και 11 ΠΔ 164/2004. Και τούτο γιατί, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, δηλαδή, ότι: α)συνέτρεχαν στο πρόσωπο των εναγόντων οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, β) κατετάγησαν ήδη από 12.06.2006 σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, γ) η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση χαρακτηρίσθηκε, εξ υπαρχής, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το ΑΣΕΠ, αφού οι ενάγοντες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, παρέχοντας ίσης αξίας εργασία με τους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, ε) ο χρόνος των συμβάσεων των κατατασσομένων λογίζεται (κατ` άρθρο 1 παρ. 4 εδ.
β` Ν. 3320/2005) για όλες τις συνέπειες (μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούν τα έξοδα κινήσεως) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τέλος, στ) με επίκληση εφαρμογής της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, θεμελιωνόταν κατά νόμο και δη στις προεκτεθείσες διατάξεις το αίτημα αυτό της αγωγής.
Επομένως είναι βάσιμοι οι τρίτος αναιρετικός λόγος και ο 3ος πρόσθετος λόγος αυτής από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. (βλ ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 85/2016).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ Ολομ.2/2011). Στη προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας μέρος των αιτουμένων διαφορών αποδοχών τους, δεν έλαβε υπόψη του προγενέστερη αγωγή τους, από την οποία είχαν παραιτηθεί με την ένδικη αγωγή τους, για την οποία μάλιστα γινόταν ρητή αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής τους (για καθένα ενάγοντα χωριστά) καθώς, επίσης και στις ενδιάμεσες των πιο πάνω αγωγών διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, που επιφέρουν διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα κατά νόμο, (άρθρα 261, 263 ΑΚ σε συνδ.
με άρθρα 90 παρ.3 και 93α Ν.2362/1995) σε προγενέστερο χρόνο, σε σχέση με αυτόν που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, κατά τις αναφερόμενες για κάθε μία απ’ αυτές, χωριστά περιπτώσεις, είχαν ασκήσει με το ίδιο αντικείμενο τις προγενέστερη αγωγή, ενώπιον του ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθμό κατάθεσης .../2007, από την οποία παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή.
To Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι "Προ της αγωγής αυτής, όλοι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει κατά του εναγομένου την από 21-12-2007 (αυξ. αρ. καταθ. .../2007) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την καταβολή διαφορών αποδοχών με το αορίστου χρόνου προσωπικό του εναγόμενου, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση, απασχόληση κατά Κυριακές και αργίες και λοιπά επιδόματα...".
Περαιτέρω, διέλαβε στο σκεπτικό της προβαλλόμενης απόφασης ότι "έχουν υποπέσει σε παραγραφή, και συγκεκριμένα: 1) Η αξίωση όλων των εναγόντων περί καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία των ετών 2001 έως και 2006, έχει υποπέσει στο σύνολό της στη διετή παραγραφή, δεδομένου ότι αυτή (αξίωση) προβλήθηκε το πρώτον με την κρινόμενη αγωγή, επιδοθείσα, κατά τα ανωτέρω, στον εναγόμενο την 23-6-2010. 2) Οι αξιώσεις για προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, για μεν τους 3°, 5°, 7η, 11°, 12η, 15°, 19η, 20° και 22η των εναγόντων (οι οποίοι, όπως προελέχθη, διέκοψαν την παραγραφή την 5-4-2006), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 30.03.2004, για δε τους λοιπούς ενάγοντες (οι οποίοι διέκοψαν την παραγραφή γι’ αυτές με την από 21-12-2007 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο την 28-12-2007), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 30-11-2005. 3) Οι αξιώσεις για καταβολή επιδόματος γάμου, για μεν τους 3°, 5°, 7η, 11°, 12η, 15°, 19η, 20° και 22° των εναγόντων (οι οποίοι, όπως προελέχθη, διέκοψαν την παραγραφή την 5-4-2006), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 31-3-2004, για δε τους λοιπούς ενάγοντες (οι οποίοι διέκοψαν την παραγραφή γι’ αυτές με την από 21-12-2007 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο την 28-12-2007), έχουν υποπέσει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την 30-11-2005 και 4) Τέλος, η αξίωση των εναγόντων για το επίδομα δώρου Πάσχα 2006, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτή διεκόπη με την επίδοση της αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου την 28-12-2007".
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγόντων, δηλαδή την αντένσταση διακοπής της παραγραφής του κονδυλίου της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, με την .../2007 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία νόμιμα είχε επιδοθεί στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
την 28.12.2007. Επομένως, είναι βάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, ως προς το κονδύλιο της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή προσαυξήσεων για εργασία που παρασχέθηκε νομίμως τις Κυριακές και αργίες (ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 25825/1951), καθώς και για νυκτερινή απασχόληση (Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946), αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές, ο αριθμός αυτών, καθώς και το χρονικό διάστημα, στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε μη εργάσιμες εορτές καθορίζονται από το νόμο, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών αυτής (βλ.
ΑΠ 706/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα των ετών 2001-2006 εργάσθηκαν ως φύλακες σχολικών συγκροτημάτων με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα απασχολήθηκαν Κυριακές και αργίες και πραγματοποίησαν νυκτερινή εργασία, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει τα αναφερθέντα στην αγωγή τους ποσά, που αντιστοιχούσαν στις προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, 75% και 25% αντίστοιχα για την εν λόγω εργασία τους.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται με ακρίβεια το επίδικο χρονικό διάστημα και η απασχόληση κάθε ενάγοντα επί είκοσι δύο (22) ημέρες μηνιαίως, το ωράριο εργασίας τους σε τρεις βάρδιες ημερησίως των οκτώ ωρών η καθεμία, ενώ στη συνέχεια αναγράφονται αναλυτικά σε πίνακες οι ώρες νυκτερινής εργασίας, που πραγματοποίησε ο κάθε ενάγων κάθε μήνα, ανάλογα με τις βάρδιες που του είχαν ανατεθεί.
Επίσης, αναγράφονται αναλυτικά οι ώρες που ο κάθε ενάγων εργάστηκε κατά τη διάρκεια Κυριακής ή αργίας. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ως προς την παρασχεθείσα εργασία των Κυριακών και εξαιρετέων ημερών καθώς και ως προς τη νυκτερινή εργασία ήταν αρκούντως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία και ως εκ τούτου το Εφετείο το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά τα σχετικά κονδύλια ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι βάσιμος. Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι:
α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος).
Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ .απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Z.
L. T., σκέψη 24, βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθεσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.
Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α’ , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις". Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.
G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34). Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.
C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35). Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ.
υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D. C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36). Ενόψει της ρήτρας 4 της ως άνω Οδηγίας, απαγορεύεται η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου, ιδιωτικού και δημοσίου, και στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων.
Οποιαδήποτε διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων συνδεόμενη με το γεγονός ότι απασχολούνται με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πχ "εκ του νόμου χαρακτηρισμός της σχέσεως ως έργου", "ορισμένου χρόνου") ή με στοιχεία που βρίσκονται σε συνάρτηση , δηλαδή που είναι σύμφυτα προς το γεγονός αυτό (πχ διαφορετική διαδικασία πρόσληψης, διαφορετικές συνθήκες υπηρεσιακής εξέλιξης, έλλειψη "μονιμότητας", διαφορετικές συνθήκες λύσης της εργασιακής σχέσης κλπ) αντίκειται ευθέως στη ρήτρα 4 της συμφωνίας- πλαισίου (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 17.05.1990 στην υπόθεση C-262/1988, Barber/Guardian Royal Exchange Assurance Group, Συλλ. 1990. Σ. Ι-1889,Απόφαση ΔΕΚ της 30ης Μαρτίου 2000 στην υπόθεση C-236/1998, Jamo, Συλλ. 2000, σ. Ι-2189 σκέψη 43, Απόφαση ΔΕΚ της 6ης Απριλίου 2000 στην υπόθεση C-226/1998, Jergensen, Συλλ 2000, σ Ι-2447 σκέψη 31, Απόφαση ΔΕΚ της 26 Ιουνίου 2001 στην υπόθεση C-381/1999, Brunnhoffer, Συλλ 2001 σ.
I 4961, Aπόφαση ΔΕΚ της 27ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C-285/02, Elsner-Lakerberg, Συλλ 2004 σ. Ι-5861, Απόφαση ΔΕΚ της 14 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση Στην υπόθεση C-596/14, Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ότι απασχολούνταν υπό τις εντολές και οδηγίες του εναγομένου, που ασκούσε εποπτεία και καθόριζε τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας αυτών, υποχρεούμενοι να συμμορφώνονται με αυτό και να δέχονται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας, συνδεόμενοι πράγματι με την εναγόμενο με την έννομη σχέση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε καταχρηστικά με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογούνταν από τη φύση, το είδος, το σκοπό της εργασίας και τις συνθήκες λειτουργίας, και κάλυπταν με τις υπηρεσίες τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, και ότι μολονότι αυτοί εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου κατά την 12.06.2006, και παρά το γεγονός ότι εργάζονταν υπό τις αυτές συνθήκες και παρείχαν ίδια εργασία με τους τακτικούς υπαλλήλους, κατά παραβίαση του άρθρου 4 της παραπάνω αναφερόμενης Οδηγίας, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα για την επιδίκαση αποζημίωσης εξόδων κίνησης, που ελάμβαναν και οι τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου.
Ο ως άνω πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος γιατί με τις ως παραδοχές του εφετείου παραβιάσθηκε η ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας (που απαγορεύει την δυσμενή διάκριση), όπως ειδικότερα αυτή ερμηνεύθηκε και της οποίας οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν του Εθνικού Δικαίου.
Σημειώνεται με βάση και όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογητικός της διάκρισης λόγος ο χαρακτηρισμός αυτός καθ’ εαυτόν της σχέσης ως ορισμένου χρόνου, ούτε και ο "εκ του νόμου" ειδικότερος χαρακτηρισμός της ενδεχομένως ως σύμβασης "μίσθωσης έργου" κ.λ.π., ενώ υποκρύπτεται εξαρτημένη εργασία, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορούν κατ’ αρχήν να θεωρηθούν ως δικαιολογητικά της διάκρισης στοιχεία που είναι σύμφυτα με τη σύναψη τέτοιας σχέσης π.χ. η κατά κανόνα διαφορετική διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, οι διαφορετικές συνθήκες εξέλιξης η έλλειψη "μονιμότητας" αλλά μόνο η εργασία καθ’ εαυτήν, η φύση των καθηκόντων, οι συνθήκες παροχής της εργασίας, η αξία της κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο χρόνος και ο τρόπος / διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων δεν αποτελούν λόγο απόκλισης ούτε καν από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισή των εργαζομένων. Ακόμη, δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο διάκρισης η μικρή διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου ή η περιστασιακή απασχόληση του εργαζομένου έστω και με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας μίας ημέρας (Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, Z.
L. T.). Σημειώνεται ότι οι χρηματοοικονομικοί λόγοι αν και ενδέχεται να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους -μέλους και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν συνιστούν πάντως από μόνοι τους σκοπό κοινωνικής πολιτικής που μπορεί να δικαιολογήσει διακρίσεις (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 22 Νοεμβρίου 2005 στην υπόθεση M., Συλλ. 2005 σ. Ι-9981). Τονίζεται επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος διάκρισης η αρχή εξοικονόμησης προσωπικού, καθώς ανάγεται σε δημοσιονομικούς λόγους οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για διακρίσεις (βλ. Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, οπ, βλ επίσης απόφαση ΔΕΚ της 10ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-196/02, Συλλ 2005 σ Ι-1789).
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό η 145/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ,κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 187 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 145/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος)
Παραπέμπει, κατά το ανωτέρω μέρος που αναιρέθηκε, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ