Legislator Case Law & Legislation
1643/2012 AI generated

1643/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1643/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1643/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το ν. 2643/1998 ορίζεται, όπως οι εκτιθέμενες στην συνέχεια διατάξεις του τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθ. 11§11 ν. 3227/2006, 3γ ν. 3454/2006 και 31§2 ν. 295/2001: "Άρθ. 1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων: α. Οι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα τέκνα και άνω, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας και ο επιζών ή ο άγαμος γονέας τριών ανηλίκων τέκνων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1643 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1643/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Λαμίας" (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση - Θανάσουλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Γ., συζ. Μ. Κ., κατοίκου ..., 2) Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Νομού Φθιώτιδος, που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2007 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 13-3-2008 πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση των ήδη 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από την 132Γ'/I7-1-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λαμίας ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της προσηκόντως παριστάμενης αναιρεσείουσας, στην (1η) αναιρεσίβλητη Α. Γ. που όμως δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία της το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576§2 ΚΠολΔ).

II. Από τις διατάξεις των άρθ. 74, 80, 81§3 και 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτόν κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά (α) της 2ης αναιρεσίβλητης "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ) και (β) του 3ου αναιρεσιβλήτου "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Νομού Φθιώτιδας", που, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (με αριθ. 12260/20-3-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστ.

επιμελητή Αθηνών ... και 133Γ'/17-1-2012 του δικαστ. επιμελητή Λαμίας ...), δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση της υπόθεσης και που είχαν ασκήσει πρόσθετη υπέρ της 1ης αναιρεσίβλητης ενάγουσας παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και έφεση μαζί με αυτήν (ενάγουσα) κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι οι προσθέτως παρεμβάντες δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα και δεν κατέστησαν κύριοι διάδικοι, ούτε η αναίρεση αφορά τις παρεμβάσεις αυτές.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, με την απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατ' αυτών και την κλήτευσή τους εκπληρώθηκε η υποχρέωση κλήσης αυτών στην συζήτηση της ένδικης αίτησης.

III. Κατά τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 3/1997), ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, με το ν. 2643/1998 ορίζεται, όπως οι εκτιθέμενες στην συνέχεια διατάξεις του τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθ. 11§11 ν. 3227/2006, 3γ ν. 3454/2006 και 31§2 ν. 295/2001: "Άρθ. 1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων: α. Οι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα τέκνα και άνω, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας και ο επιζών ή ο άγαμος γονέας τριών ανηλίκων τέκνων.

Για την εφαρμογή του νόμου αυτού ως πολύτεκνη οικογένεια νοείται εκείνη που έχει τουλάχιστον τέσσερα ζώντα τέκνα. β. Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).

Επίσης προστατεύονται όσοι έχουν τέκνο, αδελφό ή σύζυγο με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, εξαιτίας βαριών ψυχικών και σωματικών παθήσεων, οι οποίες διαπιστώνονται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές του νόμου αυτού. Κατ' εξαίρεση όταν τα άτομα πάσχουν από νοητική στέρηση ή αυτισμό, για την παροχή της προστασίας απαιτείται ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό.

γ. Όσοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την έννοια του ν. 1285/1982 (ΦΕΚ 115 Α') και τα τέκνα τους. Επίσης προστατεύονται: αα) τα μέλη των αντάρτικων ομάδων που έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την έννοια του ν. 1285/1982, εφόσον έχουν δωδεκάμηνη τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στις ομάδες αυτές, η οποία βεβαιώνεται από τις επιτροπές του π.δ. 379/1983 (ΦΕΚ 136 Α') και ββ) τα τέκνα, ο επιζών σύζυγος και ο επιζών γονέας προσώπων που εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή κακουχίες, εξαιτίας της συμμετοχής τους στην αντιδικτατορική αντίσταση κατά της χούντας των συνταγματαρχών από 21.4.1967 έως 24.7.1974.

δ. Οι ανάπηροι και οι τραυματίες πολέμου ή πολεμικών γεγονότων, όσοι κατέστησαν ανίκανοι από τις κακουχίες της στράτευσης, εφόσον υπηρέτησαν με οποιαδήποτε ιδιότητα στης Ένοπλες Δυνάμεις ή στα Σώματα Ασφαλείας και τα τέκνα τους, τα θύματα πολέμου και οι ανάπηροι πολέμου άμαχου πληθυσμού και τα τέκνα τους, οι ανάπηροι ειρηνικής περιόδου και τα τέκνα τους.

Επίσης, προστατεύονται τα τέκνα και ο επιζών σύζυγος των προσώπων που φονεύθηκαν ή εξαφανίστηκαν στα πολεμικά γεγονότα της Κύπρου των ετών 1964, 1967 και 1974. ε. Γονείς με τρία ζώντα τέκνα και ένα από τα τρία τέκνα"... Άρθρο 2§1. Α) Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου, σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης.

Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις. Το ποσοστό αυτό οκτώ τοις εκατό (8%) κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας κ.λπ.

Άρθρο 3§1. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι Οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των δύο βαθμών υποχρεούνται να διορίζουν ή να προσλαμβάνουν πρόσωπα προστατευόμενα από το άρθρο 1, χωρίς διαγωνισμό ή επιλογή, σε εγκεκριμένες θέσεις που αντιστοιχούν στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των προς προκήρυξη θέσεων του οικείου φορέα.

Προς τούτο ο οικείος φορέας πριν αποστείλει στο Α.Σ.Ε.Π. το αίτημα του για προκήρυξη θέσεων ή πριν εκδώσει την προκήρυξη, αν την εκδίδει ο ίδιος, αποστέλλει το σύνολο των θέσεων που θα προκηρυχθούν κατά κατηγορία και κλάδο ή ειδικότητα και κατά νομαρχία στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προκειμένου να εκδοθεί η υπουργική απόφαση της παρούσας παραγράφου, η οποία εξής περιορίζεται σε απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων" κ.λπ.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι υπαγόμενοι στην προστασία και την ευνοϊκή μεταχείριση του νόμου αυτού κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και οι λαβόντες μέρος στην εθνική αντίσταση και τα τέκνα τους που αποτελούν ιδιαίτερη και αυτοτελή κατηγορία προστατευομένων προσώπων, χωρίς άλλη περαιτέρω προϋπόθεση και δη αναπηρία οποιασδήποτε μορφής, αφού άτομα με διάφορες μορφές αναπηρίας και υπό τις οριζόμενες ως άνω προϋποθέσεις συγκροτούν άλλες, αυτοτελείς κατηγορίες προστατευομένων.

Η ρύθμιση, εξάλλου, αυτή, η υπαγωγή δηλ. στην προστασία του νόμου αυτού αγωνιστών της εθνικής αντίστασης και των τέκνων τους ως αυτοτελούς κατηγορίας χωρίς άλλες προϋποθέσεις και δη οποιαδήποτε αναπηρία ή πάθηση κ.λπ. (και γενικότερα η ευνοϊκή ως άνω μεταχείριση όλων των προβλεπομένων κατηγοριών ατόμων ως προς την επαγγελματική τους αποκατάσταση και την εξασφάλιση εργασίας), αποτελεί υλοποίηση της υποχρέωσης του Κράτους να επιδεικνύει μέριμνα για την προστασία της οικογένειας και του δικαιώματος προς εργασία κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 21§2 του Συντάγματος, η δε προνομιακή αντιμετώπιση από την άποψη αυτή των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, ανεξάρτητα αν από την δράση τους αυτή τραυματίσθηκαν ή υπέστησαν κάποια αναπηρία, και των τέκνων τους, χωρίς επίσης την προϋπόθεση της συνδρομής στο πρόσωπο τους οιασδήποτε αναπηρίας, αποτελεί αναγνώριση της Πολιτείας για την προσφορά των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης και της οικογένειάς τους και δεν αντίκειται στην καθιερουμένη από το άρθ. 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθ. 3 και 5 το ν. 2643/1998 η τοποθέτηση των προστατευομένων ατόμων, όλων των κατηγοριών, σε θέσεις εργασίας γίνεται από την επιτροπή του άρθ. 9 με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθ. 4 και τα στοιχεία που υποβάλλουν σ' αυτήν οι ενδιαφερόμενοι. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (ΟλΑΠ 447/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Λαμίας κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, επί αγωγής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λαμίας (ΔΕΥΑΛ) με αντικείμενο αξιώσεις από βλαπτική μονομερή μεταβολή της σύμβασης εργασίας της ως υπαλλήλου κ.λπ.

που είχε συναφθεί αναγκαστικά, με την ιδιότητα της ως τέκνου αγωνιστή της εθνικής αντίστασης, αρχικά με την Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Χαλκίδας, από την οποία μετετάγη στην αναιρεσείουσα, με την προσβαλλομένη 205/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι στις αρχές του έτους 2004 με απόφαση της επιτροπής του άρθ. 9 ν. 2643/1998 η (1η) αναιρεσίβλητη ενάγουσα τοποθετήθηκε αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Χαλκίδας (ΔΕΥΑΧ) για ν' απασχοληθεί σ' αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος, η τοποθέτηση δε αυτή έγινε με την ιδιότητά της ως τέκνου αγωνιστή της εθνικής αντίστασης, ότι η απόφαση αυτή, ελεγχομένη παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο, είναι έγκυρη και νόμιμη, αφού έγινε με την τήρηση όλων των οριζομένων από το ν. 2643/1998 προϋποθέσεων, καθόσον η ενάγουσα - όπως συνομολογείται - είναι τέκνο αγωνιστή της εθνικής αντίστασης, ότι ναι μεν κατά τον χρόνο της τοποθέτησης της η ενάγουσα ήταν και άτομο με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, καθόσον από ηλικίας 38 ετών έπασχε από χρονίζουσα οσφυαλγία, λόγω οστεοχόνδρωσης δύο σπονδύλων, περιαρθρίτιδας και των δύο ώμων και από χρόνια υποτροπιάζον ύδραρθρο γονάτου επί εδάφους χονδροπάθειας επιγονατίδας, πλην όμως η τοποθέτησή της στην ΔΕΥΑΧ έγινε μόνο ως τέκνο αγωνιστή της εθνικής αντίστασης και γι' αυτό δεν είναι κρίσιμο το γεγονός, αν κατά την λήψη της πιο πάνω απόφασης η ενάγουσα ήταν ή όχι γραμμένη στα μητρώα ανέργων αναπήρων του ΟΑΕΔ, ότι μετά την έκδοση της απόφασης της επιτροπής του άρθ. 9 ν. 2643/1998 η ενάγουσα εμφανίσθηκε στην ΔΕΥΑΧ για ν' αναλάβει υπηρεσία, η τελευταία δε ουδόλως αμφισβήτησε τη νομιμότητα ή σκοπιμότητα της αναγκαστικής τοποθέτησης σ' αυτήν της ενάγουσας, καθόσον δεν άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης ενώπιον της κατ' άρθ. 10 του ίδιου νόμου Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, ούτε προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια, και έτσι η ΔΕΥΑΧ αποδέχθηκε την εργασία της ενάγουσας και μεταξύ τους καταρτίσθηκε αναγκαστικά σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, ότι με βάση την σύμβαση αυτή η ενάγουσα άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην ΔΕΥΑΧ με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και συγκεκριμένα αρχικά απασχολήθηκε στο Κέντρο Λυμάτων Χαλκίδας, στην Διεύθυνση Έργων Προστασίας Περιβάλλοντος, και στην συνέχεια από τον Μάρτιο 2005 ως γραφέας στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών στην Δ/νση Οικονομικής Διαχείρισης, ότι λίγες ημέρες μετά την έναρξη της εργασίας της ζήτησε την μετάταξη της στην εναγομένη ΔΕΥΑΛ, η οποία εγκρίθηκε από το ΔΣ τόσο της ΔΕΥΑΧ όσο και της εναγομένης ΔΕΥΑΛ, ότι η εναγομένη μετά την εκ μέρους της αποδοχή της μετάταξης είχε την υποχρέωση ν' απασχολεί την ενάγουσα με την ιδιότητα της υπαλλήλου, η υποχρέωση δε αυτή απορρέει από την παρεχομένη με το ν. 2643/1998 προστασία που συνεχίζεται και στην εναγομένη, καίτοι η ίδια η ενάγουσα ζήτησε την μετάταξή της σ' αυτήν από την ΔΕΥΑΧ (όπου και τοποθετήθηκε αρχικά από την αρμόδια επιτροπή) και η απασχόλησή της στην εναγομένη δεν μπορεί να θεωρηθεί "νέος διορισμός" σ' αυτήν, ως εκ τούτου δε η εναγομένη εγκρίνοντας την μετάταξη της ενάγουσας και την απασχόληση της σ' αυτήν από την 1-8-2005 αποδέχθηκε και την πιο πάνω ειδική προστασία της ενάγουσας, με όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από το ν. 2643/1998, και ο ισχυρισμός της εναγομένης, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να τύχει της προστασίας του ως άνω νόμου και διότι η αρχική τοποθέτηση της στην ΔΕΥΑΧ ήταν άκυρη ως αντίθετη προς το Σύνταγμα είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ότι η εναγομένη απασχόλησε μεν και συνεχίζει ν' απασχολεί την ενάγουσα ως υπάλληλο, κατά τον ειδικότερο, όμως, προσδιορισμό, του αντικειμένου της εργασίας της δεν άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα κατά δικαία, όπως όφειλε, κρίση, μετέβαλε μονομερώς τους όρους της σύμβασης αυτής, όπως αυτοί προσδιορίσθηκαν κατά την πρόσληψη της στην ΔΕΥΑΧ, και τοποθέτησε την ενάγουσα σε θέση που επιβάρυνε την υγεία της, κατά παράβαση της από το άρθ. 662 ΑΚ γενικής υποχρέωσης πρόνοιας, ειδικότερα δε η εναγομένη (α) τοποθέτησε την ενάγουσα σε γραφείο του τμήματος καταναλωτών, το οποίο (τμήμα) έχει ως αρμοδιότητες τον έλεγχο και την τήρηση μητρώου καταναλωτών, την καταμέτρηση της κατανάλωσης ύδατος, την έκδοση και αποστολή των λογαριασμών στους καταναλωτές, την ενημέρωση του γραφείου για τις καταναλωθείσες ποσότητες ύδατος, την είσπραξη των λογαριασμών κ.λπ. (β) για την αποφυγή της επιβάρυνσης των καταναλωτών με το κόστος της ταχυδρομικής αποστολής των λογαριασμών οι αρμόδιοι υπάλληλοι του τμήματος αυτού διένεμαν οι ίδιοι τους λογαριασμούς στους καταναλωτές (γ) η εναγομένη τοποθετώντας την ενάγουσα στο τμήμα αυτό της ανέθεσε τα καθήκοντα της παραλαβής, επεξεργασίας και ταξινόμησης των λογαριασμών, αλλά επιπλέον και της διανομής στους καταναλωτές και της τηλεφωνικής ενημέρωσης των καθυστερούντων την εξόφληση των λογαριασμών (δ) η ενάγουσα στα πλαίσια των καθηκόντων της αυτών παρέχει την εργασία της στο γραφείο, όπου με άλλους δύο υπαλλήλους παραλαμβάνει τους έντυπους λογαριασμούς καταναλωτών, προχωρεί στην επεξεργασία τους και τους διαχωρίζει κατά περιοχές, αλλά και επί πολλές ώρες και εκτός γραφείου, διανέμοντας πεζή τους λογαριασμούς στους καταναλωτές, πραγματοποιώντας 12-15 περίπου ημερήσιες διαδρομές κάθε μήνα, έχουσα την ευθύνη διανομής 200, κατά μέσο όρο, λογαριασμών, οι οποίοι εκδίδονται ανά δίμηνο (ε) κάθε διανομή που έκανε, περπατώντας από οικοδομή σε οικοδομή, διαρκούσε 4 ώρες περίπου (από 08.00 έως 12.00), παρέχοντας δε η ενάγουσα την εργασία αυτή έχει την ιδιότητα της υπαλλήλου, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η ενάγουσα παρέχει την εργασία της στην εναγομένη με υπαλληλική μεν ιδιότητα, όπως και στην ΔΕΥΑΧ, όπου τοποθετήθηκε αρχικά, αλλά με διαφορετικούς όρους, κατ' ανεπίτρεπτη μεταβολή της σύμβασης, καθόσον στην ΔΕΥΑΧ ήταν υπάλληλος γραφείου, ως γραφέας και μόνο, ενώ στην εναγομένη επί πολλές ώρες την ημέρα και επί αρκετές ημέρες τον μήνα απασχολείται εκτός γραφείου, διανέμοντας, πεζή, τους λογαριασμούς, ότι η παροχή της εργασίας της ενάγουσας κατά τον τρόπο αυτόν - και με πολλές ώρες απασχόλησης εκτός γραφείου -γίνεται παρά το ως άνω σοβαρό πρόβλημα υγείας αυτής και την εξ αυτού αναπηρία κατά ποσοστό 50%, το οποίο (πρόβλημα) η εναγομένη γνώριζε από την αρχή της μετάταξης της ενάγουσας σ' αυτήν ή τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2006, ότι η ενάγουσα δεν έδωσε την συγκατάθεσή της για την ανάθεση των καθηκόντων αυτών, διαμαρτυρήθηκε προφορικά στην εναγομένη και κατέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ότι κατά τα ανωτέρω η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη να βαδίζει επί πολλές ώρες (επί αρκετές ημέρες το μήνα) παρά την χρόνια πάθηση των γονάτων της, ότι η ανάθεση των καθηκόντων αυτών μεταβάλλει συνεχώς, μονομερώς και βλαπτικά τους όρους της σύμβασης και κυρίως, λόγω της αναπηρίας της ενάγουσας, αυξάνει σημαντικά την ένταση της καταπόνησής της και δεν εξασφαλίζει την υγεία της, την οποία αντίθετα επιδεινώνει, ότι η ανάθεση των καθηκόντων αυτών υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν η φύση και το είδος της εργασίας και οι δυνατότητες της ενάγουσας, δεν έγινε κατά δικαία κρίση του ΔΣ της εναγομένης και συνιστά δυσανάλογη επιβάρυνση της υγείας της ενάγουσας και παράβαση της γενικής κατ' άρθ. 662 ΑΚ υποχρέωσης πρόνοιας της εναγομένης ν' αποφεύγει την υπερένταση των δυνάμεων των εργαζομένων πέραν από το πιο πάνω μέτρο, καθόσον η εναγομένη, ως εκ της σύνθεσης του προσωπικού της, των αναγκών της και της οργανωτικής διάρθρωσης της, είχε και έχει την δυνατότητα ν' αναθέσει στην ενάγουσα καθήκοντα υπαλλήλου τέτοια που θα είναι ανάλογα προς τις ικανότητες, τις γνώσεις (είναι απόφοιτος Μέσης Εκπαίδευσης) και την εμπειρία της, αλλά και τις σωματικές δυνάμεις της, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και η διανομή των λογαριασμών εκτός γραφείου.

Με βάση τα γενόμενα ως δεκτά το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την διαφορετικά κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατά το πρώτο αίτημα της και υποχρέωσε τη εναγομένη ΔΕΥΑΛ ν' απασχολεί την ενάγουσα ως υπάλληλο γραφείου των τμημάτων της, σε θέση που στα καθήκοντα της δεν θα περιλαμβάνεται εργασία της εκτός του γραφείου.

Με την κρίση του αυτή και όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης του το Εφετείο: (Α) 'Ελαβε υπόψη του την νόμιμα και παραδεκτά προταθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος εναγομένου περί αντισυνταγματικότητας του ν. 2643/1998 και ειδικότερα της διάταξης του άρθ. 1§1 εδ. γ' αυτού που περιέλαβε στα προστατευόμενα από το νόμο αυτόν πρόσωπα και τους υγιείς αγωνιστές της εθνικής αντίστασης και τα τέκνα τους, ρύθμιση η οποία αντίκειται, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης, στην καθιερουμένη με το άρθ. 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, καθόσον οι σχετικοί περί αντισυνταγματικότητας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου απορρίφθηκαν ρητά με την απόφασή του, στην οποία, άλλωστε, περιλήφθηκαν παραδοχές αντίθετες προς τους ισχυρισμούς αυτούς και δη κρίθηκαν εφαρμοστέες, άρα και συνταγματικές, οι διατάξεις του ν. 2643/1998, επομένως και η επίμαχη, για τα υπαγόμενα στην προστασία του νόμου αυτού πρόσωπα.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το κύριο από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ α' σκέλος του. Ο αυτός λόγος είναι απορριπτέος και ως προς το επικουρικό από τον αριθ. 1 του αυτού άρθρου σκέλος του, με την οποία αποδίδεται ευθεία παράβαση των άρθ. 21§2 και 4§1 του Συντάγματος. (Β) Δεν παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 3§7 εδ.

β' 4§§1 και 2 ν. 2643/1998 με την παραδοχή ότι η τοποθέτηση της ενάγουσας ως προσώπου προστατευομένου (τέκνο αγωνιστή της εθνικής αντίστασης) στην ΔΕΥΑΧ και ως υπαλλήλου είναι νόμιμη και έγκυρη, καθόσον τηρήθηκαν οι οριζόμενες από τον ως άνω νόμο προϋποθέσεις, αφού κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών για τη νόμιμη και έγκυρη αναγκαστική τοποθέτηση από τις επιτροπές των άρθ. 9 και 10 απαιτείται, πλην άλλων (α) κρίση για τον τοποθετούμενο από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές ότι είναι ικανός να προσφέρει υπηρεσία στην συγκεκριμένη θέση και (β) η ακρίβεια όλων των υποβληθέντων απ' αυτόν δικαιολογητικών, με βάση τα οποία τοποθετήθηκε αναγκαστικά, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις αυτές, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στον συναφή από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης, δεν προσκομίσθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, ούτε υφίσταται, γνωμάτευση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής περί της ικανότητάς της να προσφέρει υπηρεσία στην θέση που τοποθετήθηκε, ενώ εξάλλου το υποβληθέν απ' αυτήν στην επιτροπή του άρθ. 9 πιστοποιητικό προς απόδειξη της δηλωθείσας γλωσσομάθειάς της (με βάση το οποίο προσδόθηκαν σ' αυτήν για τον λόγο αυτόν 20 μόρια, με αποτέλεσμα να προτιμηθεί άλλου προστατευομένου προσώπου) είναι πλαστό.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, παρεκτός του ότι πλήττει στην πραγματικότητα την εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της υπόθεσης, η συνδρομή των απαιτουμένων κατά το νόμο προϋποθέσεων και προσόντων για την αναγκαστική τοποθέτηση σε θέση εργασίας και η απόδειξη αυτών κρίνεται αποκλειστικά από την αρμόδια επιτροπή του άρθ. 9 του ως άνω νόμου (ή του άρθ. 10 σε περίπτωση προσφυγής κατά της σχετικής απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής), της οποίας η απόφαση υπόκειται μόνο σε παρεμπίπτοντα έλεγχο από τα πολιτικά δικαστήρια και μόνο ως προς το εάν η επιτροπή έδρασε εντός των όρων και τύπων του νόμου, δεν μπορεί, όμως, να ελεγχθεί η ουσιαστική κρίση της για την πραγματική συνδρομή των απαιτουμένων κατά το νόμο προσόντων και προϋποθέσεων. (Γ) 'Ελαβε υπόψη τον παραδεκτά υποβληθέντα με την έφεση της αναιρεσείουσας και τις επ' αυτής προτάσεις της, καταλυτικό της αγωγής, ισχυρισμό της ότι, για τους εκεί αναφερόμενους αναλυτικά λόγους, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ουδέν ποσοστό αναπηρίας έχει ούτε κάποιο πρόβλημα υγείας, καθόσον το Εφετείο ρητά διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι "κατά τον χρόνο της τοποθέτησής της η ενάγουσα ήταν ...

άτομο με ποσοστό αναπηρίας 50% ... καθόσον από το έτος ... 2001, ηλικίας, τότε, 38 ετών, έπασχε από χρονίζουσα οσφυαλγία, λόγω οστεοχονδρώσεως δύο σπονδύλων, περιαρθρίτιδας και των δύο ώμων και από χρόνια υποτροπιάζον ύδραθρο γονάτου επί εδάφους χονδροπάθειας επιγονατίδας ... η εναγομένη γνώριζε από την αρχή της μετάταξης το πιο πάνω πρόβλημα της υγείας της ενάγουσας ή τουλάχιστον από τον Μάρτιο του έτους 2006", διέλαβε δηλ.

παραδοχές ευθέως αντίθετες προς τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος, άλλωστε, αποτελεί άρνηση στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής και δεν συνιστά, επομένως, "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, απορρίψαν αυτόν "εν τοις πράγμασι" κατ' ουσίαν. Εξάλλου, με τα γενόμενα ως άνω ανελέγκτως περιστατικά ως προς το ζήτημα αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 1§§1 και 4 και 2 επ.

ν. 1568/1985, 7§1 του ΠΔ 17/1996, 281 και 662 ΑΚ. Επομένως, ο συναφής περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθ. 8 και 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα.

ΙV. (Α). Από το άρθρο 671 αριθ.1 εδ α' ΚΠολ Δ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προκύπτει ότι κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (εκτός αν πρόκειται για δικαστική ομολογία, άρθ. 352§1 ΚΠολΔ, και δημόσιο έγγραφο ως προς τα γενόμενα από τον συντάκτη του εγγράφου αρμόδιο υπάλληλο ή ενώπιον αυτού, άρθ. 438 ΚΠολΔ), αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, κατά την προδιαληφθείσα έννοια, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι με αυτήν το Εφετείο στήριξε αποκλειστικά, πάντως κυρίως, την κρίση του ότι η αναιρεσίβλητη έπασχε από χρονίζουσα οσφυαλγία κ.λπ.

στην 427/2001 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ και την 521/2007 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νοσοκομείου Λαμίας, ενώ ως προς τα υποβλητέα από τα προστατευόμενα από το ν. 2643/1998 άτομα δικαιολογητικά για την υπαγωγή τους στην προστασία αυτού με απόφαση της επιτροπής του άρθ. 9 του νόμου αυτού, κατά το άρθ. 7§1 περ.

η' του ίδιου νόμου απαιτείται, εκτός των άλλων, απόφαση πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής αναπηρίας του ΙΚΑ, με την οποία προσδιορίζεται η χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη του αιτούντος κ.λπ., πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος. Αλλά και σε εσφαλμένη προϋπόθεση ερείδεται ο λόγος αυτός, διότι η χρήση γνωμάτευσης μόνο της ως άνω επιτροπής αναπηρίας, και όχι άλλης, απαιτείται για την κρίση της αρμόδιας επιτροπής του άρθ. 9 του ως άνω νόμου ως προς την υπαγωγή του αιτούντος στην προστασία του νόμου αυτού για λόγους υγείας και δη λόγω αναπηρίας και όχι για την απόδειξη ισχυρισμών στο δικαστήριο που δικάζει κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών.

(Β) Κατά τον αριθ. 11 περ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Με τον 3° λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, διατεινομένη ότι το Εφετείο δέχθηκε ομολογία της για την ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας ως τέκνου της Εθνικής Αντίστασης, αν και η αναιρεσείουσα ουδόλως ομολόγησε την ιδιότητα αυτήν με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίων προτάσεις της. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως χωρίς έννομη επιρροή, καθόσον η ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως τέκνου αγωνιστή της εθνικής αντίστασης έγινε δεκτή από την προαναφερθείσα επιτροπή του ως άνω νόμου, η οποία είναι και η μόνη αρμόδια να εκφέρει σχετική κρίση περί της υπαγωγής ενδιαφερομένου προσώπου σε κάποια από τις κατηγορίες προστατευομένων, κατά τον ως άνω νόμο, προσώπων.

(Γ) Ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι αβάσιμος και απορρίπτεται κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού έλαβε υπόψη και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, όλα τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τ' αναφερόμενα στην αίτηση και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός περί του αντιθέτου 6ος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και η αίτηση αυτή στο σύνολο της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση για αναίρεση της 205/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ