Legislator Case Law & Legislation
1642/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against anonymous company but partially allows it against the State for unpaid wages.

Case Number 1642/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the anonymous company but partially allowed the appeal against the Greek State regarding unpaid wages. The plaintiffs argued that the State failed to pay outstanding salaries, while the State contended otherwise. The court ruled that the State's obligation to pay wages was established, leading to a partial reversal of the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision is erroneous regarding specific claims against the State but correct regarding others, thereby reinstating the original judgment in part.

Keywords

AI generated
unpaid wages Greek State liability partial appeal allowance labor dispute Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1642 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1642/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο κατάστημά του, την 01 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. (πιν. 51): Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του Νικόλαου Αμιραλή πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Β.-Μ. του Ι., κατοίκου …, 2) Δ. Π. του Μ., κατοίκου …, 3) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου …, 4) Σ. Χ. του Γ., κατοίκου …, 5) Θ. Β. του Ι., κατοίκου …, 6) Μ. Δ. του Χ., κατοίκου …, 7) Ν. Ξ. του Γ., κατοίκου …, 8) Σ. Β. του Σ., κατοίκου …, 9) Α. Π. του Μ., κατοίκου …, 10) Α. Β. του Α., κατοίκου …, 11) Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, 12) Ε. Δ. του Ι. - Χ., κατοίκου …, 13) Γ. Μ. του Θ., κατοίκου …, 14) Θ. Σ. του Α., κατοίκου …, 15) Μ. Π. του Χ., κατοίκου …, 16) Δ. Μ. του Ν., κατοίκου … και 17) Ε. Β. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β. (πιν. 40): Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Β.-Μ. του Ι., κατοίκου …, 2) Δ. Π. του Μ., κατοίκου …, 3) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου …, 4) Γ. Μ. του Θ., κατοίκου …, 5) Θ. Σ. του Α., κατοίκου …, 6) Σ. Χ. του Γ., κατοίκου …, 7) Θ. Β. του Ι., κατοίκου …, 8) Μ. Δ. του Χ., κατοίκου …, 9) Ν. Ξ. του Γ., κατοίκου …, 10) Σ. Β. του Σ., κατοίκου …, 11) Α. Π. του Μ., κατοίκου …, 12) Α. Β. του Α., κατοίκου …, 13) Μ. Π. του Χ., κατοίκου …, 14) Δ. Μ. του Ν., κατοίκου …, 15) Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, 16) Ε. Β. του Δ., κατοίκου … και 17) Ε. Δ. του Ι.-Χ., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) της υπό εκκαθάριση τελούσας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε και 2) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του Νικόλαου Αμιραλή πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2015 αγωγή των ήδη Α αναιρεσιβλήτων - Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1556/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5324/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν το Α. αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 4-4-2022 αίτησή του και οι Β αναιρεσείοντες με την από 7-4-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο παριστάμενος στο ακροατήριο πληρεξούσιος των Α αναιρεσιβλήτων και Β αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την παραδοχή της δικής τους αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση δε που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας. Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή δεν συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση χωρεί ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 33/2023, ΑΠ 878/2022, ΑΠ 566/2022).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν τη διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 1020/2020, ΑΠ 177/2018).

Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 33/2023, ΑΠ 119/2019, ΑΠ 177/2018). Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μεταξύ των άλλων, η από 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης. …/13.04.2022 αίτηση αναίρεσης των Π. Β. - Μ. και άλλων δέκα έξι (16), εκ των αρχικώς είκοσι (20) εναγόντων - εκκαλούντων απευθυνόμενη κατά 1.

της, αρχικώς πρώτης εναγομένης - πρώτης εφεσιβλήτου υπό εκκαθάριση τελούσας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε.." και 2. του αρχικώς δευτέρου εναγομένου εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 5324/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 27.04.2022 πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ανωτέρω ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την ορισθείσα δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (01.11.2022), δεν παραστάθηκε κατά κανένα νόμιμο τρόπο η ανωτέρω πρώτη αναιρεσίβλητη "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε..

Α..Ε..", καθώς δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε είχε κατατεθεί κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος εκ των ανωτέρω διαδίκων επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την προαναφερόμενη δικάσιμο, εφόσον οι παριστάμενοι στην ως άνω δικάσιμο διάδικοι δεν προσκομίζουν είτε τη σχετική έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης προς την ανωτέρω πρώτη αναιρεσίβλητη (εάν αυτοί επισπεύδουν τη συζήτηση ως προς αυτή), είτε αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης μετά την επ' αυτής επισημείωση δικαστικού επιμελητή περί της επίδοσής της προς αυτήν (εάν η άνω αναιρεσίβλητη επισπεύδει τη συζήτηση), από όπου να προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της απολειπόμενης αναιρεσίβλητης για την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο (01.11.2022), παρά το ότι στο υποβληθέν, από 03.11.2022, υπόμνημά τους, οι αναιρεσείοντες αορίστως επικαλούνται επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως σε αμφότερους του αναιρεσίβλητους, άρα και στην άνω πρώτη αναιρεσίβλητη, χωρίς να γίνεται επίκληση, κατ' αριθμόν, ημερομηνία και δικαστικό επιμελητή, της σχετικής έκθεσης επίδοσης, την οποία και, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσκομίζουν.

Κατ' ακολουθία τούτων, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή πρώτη αναιρεσίβλητη της άνω αίτησης αναίρεσης, η οποία, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά, συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ανωτέρω ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.

Κ. Τ. και Σ., Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε..", ενώ ως προς το παριστάμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο της αυτής αίτησης πρέπει το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 566/2022, ΑΠ 178/2018, ΑΠ 182/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: Α) της, από 04.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/05.04.2022, αίτησης αναίρεσης του (δευτέρου εναγομένου - 2ου εφεσιβλήτου) Ελληνικού Δημοσίου απευθυνόμενη κατά των Π. Β. - Μ. και άλλων δέκα έξι (16), εκ των αρχικώς είκοσι (20) εναγόντων - εκκαλούντων (καλούμενη στο εξής πρώτη -Α- αίτηση) και Β) της, από 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/13.04.2022 αίτησης αναίρεσης των παραπάνω Π.

Β. - Μ. και άλλων δέκα έξι (16), εκ των αρχικώς είκοσι (20) εναγόντων - εκκαλούντων κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του αρχικώς δευτέρου εναγομένου - δευτέρου εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (καλούμενη στο εξής δεύτερη -Β- αίτηση) [(καθώς ως προς την αρχικώς πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρία "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε..

Α..Ε.." κηρύχθηκε ήδη απαράδεκτη η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως], με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, υπ' αριθμό 5324/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με τις, από 04.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/05.04.2022 (Α αίτηση) και 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/13.04.2022 (Β αίτηση), αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης της Β αίτησης "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε.." (ως προς την οποία ήδη κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τα ανωτέρω και επομένως δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5324/23.12.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δίκασε επί της, από 18.12.2018 με αριθμό κατάθεσης …, έφεσης των δέκα επτά (17) εκ των συνολικά είκοσι (20) εναγόντων (δεν άσκησαν έφεση οι με αριθμό 11, 12 και 15 ενάγοντες) κατά των εναγομένων, ήτοι της, υπό εκκαθάριση, τελούσας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε..

Κ. Τ. και Σ. Α..Ε.." και τον διακριτικό τίτλο "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε.." (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε), και του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 1556/2018, πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο -που ενδιαφέρει εν προκειμένω- ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης (και την είχε δεχθεί εν μέρει ως προς την πρώτη εναγόμενη)], κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας στην ουσία την, από 22.09.2015 με αριθμό κατάθεσης …, αγωγή των δέκα επτά (17) εναγόντων εκκαλούντων για αξιώσεις εκ δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας, από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχαν συναφθεί με την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, της οποίας το δεύτερο εναγόμενο κατέστη καθολικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 4038/2012 και το π.δ/μα 178/2002 κατά τα ειδικότερα σ' αυτή εκτιθέμενα, αφού έκρινε ότι το 2ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) κατέστη καθολικός διάδοχος της 1ης εναγομένης, απέρριψε την αγωγή ως προς το εναγόμενο αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) αναφορικά με τους 5ο ενάγοντα (5ο εκκαλούντα), 16η ενάγουσα (13η εκκαλούσα), 17η ενάγουσα (14η εκκαλούσα) και 19ο ενάγοντα (16ο εκκαλούντα) με την αιτιολογία ότι οι μισθολογικές τους αξιώσεις έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν αυτή (αγωγή) για τους λοιπούς εκκαλούντες ενάγοντες ως προς το άνω εναγόμενο [Ελληνικό Δημόσιο (ευθυνόμενο εις ολόκληρον με την ετέρα εναγομένη "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε..

Α..Ε..")] και επιδίκασε (καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς) τα αναφερόμενα σε κάθε εκκαλούντα ενάγοντα ποσά, νομιμοτόκως και το καταδίκασε (ευθυνόμενο εις ολόκληρον με την "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε..") στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων. Οι αιτήσεις αναίρεσης, εκ των οποίων η δεύτερη -Β- των δέκα επτά (17) εκκαλούντων εναγόντων ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο (που υπόκειται προς κρίση εν προκειμένω κατά τα ανωτέρω) ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (η δε δεύτερη -Β- ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο) (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α Επί της από 04.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/05.04.2022, -Α- αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 10 και υπό τον παράτιτλο "Κατάργηση των θυγατρικών εταιριών της Ε. Α..Ε..", του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), όπως η παρ. 5 συμπληρώθηκε με το άρθρο 230 παρ. 2 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86) ορίζεται ότι:"(1). Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι θυγατρικές εταιρίες της Ε. Α..Ε..: ......, "Ε. Κ.

Τ. και Σ., Α. Ε." ..., λύονται αυτοδικαίως και τίθενται σε εκκαθάριση σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα, τα καταστατικά τους, τον α.ν. 2190/1920 ως ισχύει και τις λοιπές κείμενες διατάξεις. (2) Οι σκοποί των εν λόγω εταιριών, όπως προκύπτουν από τις ως άνω διατάξεις και τα καταστατικά τους, αποτελούν εφεξής αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας (ΓΓΒ) του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (ΥΠΑΑΝ).

Στην ίδια Διεύθυνση ανατίθεται η διαχείριση των εκτελούμενων από τους υπό κατάργηση φορείς δράσεων των επιχειρησιακών προγραμμάτων, που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. (4) Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρονται οι ως άνω εταιρείες με την επωνυμία τους ή με το διακριτικό τους τίτλο, νοείται η Διεύθυνση Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. (5) Η εκκαθάριση των ως άνω εταιριών θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Η ημερομηνία αυτή παρατείνεται για εξαιρετικό λόγο με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Ομοίως με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ορίζονται οι εκκαθαριστές των ανωτέρω εταιρειών, εάν δεν έχουν ορισθεί μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων τους με απόλυτη πλειοψηφία.

Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, εντός της οποίας θα έπρεπε οι Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων να έχουν ορίσει τους εκκαθαριστές. Οι εκκαθαριστές μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δεν διώκονται ποινικώς, δεν υπόκεινται σε προσωπική κράτηση, ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική ή άλλη ατομική ευθύνη για χρέη των, υπό εκκαθάριση εταιρειών προς το Δημόσιο, ή τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης τούτων. (7) Μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, το προϊόν της εκκαθαρίσεώς τους διανέμεται στους μετόχους τους κατά την αναλογία της συμμετοχής τους στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Η αναλογούσα στον Ε. Α..Ε.. ως μέτοχο, περιουσία, περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. (8) Οι εκκρεμείς δίκες των υπό εκκαθάριση εταιριών συνεχίζονται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους, από τους εκκαθαριστές τους.

Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν. 4002/2011 (Α' 180). (10) Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αίρονται αυτοδίκαια οι αποσπάσεις και παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού που υπηρετεί στις ως άνω εταιρίες". Στο άρθρο 65 παρ. 14 του ν. 4002/2011 (με τον παράτιτλο "γενικές διατάξεις" του Θ κεφαλαίου υπό τον τίτλο "κατάργηση και συγχώνευση υπηρεσιών και νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα"), στο εδάφιο τρίτο του οποίου παραπέμπει η παρ. 8 του άρθρου 16 του άνω ν. 4038/2012 ορίζεται ότι: "Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τους διάδοχους φορείς, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχισή τους.

Υποχρεώσεις και δικαιώματα που υφίστανται κατά την κατάργηση ή συγχώνευση ή διάσπαση ή απορρόφηση των φορέων μεταφέρονται στο σύνολό τους στους διάδοχους φορείς, οι οποίοι καθίστανται καθολικοί διάδοχοι. Σε περίπτωση κατάργησης φορέα και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του σε υπηρεσιακές μονάδες Υπουργείου, αυτό θεωρείται ως διάδοχος φορέας.

Αν η κατάργηση του φορέα γίνεται χωρίς μεταφορά των αρμοδιοτήτων του, καθολικός διάδοχος θεωρείται το Υπουργείο που εποπτεύει τον καταργούμενο φορέα". Επίσης σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 179 του ν. 4261/2014 και υπό τον παράτιτλο "Ρυθμίσεις εκκρεμών θεμάτων των υπό εκκαθάριση πρώην θυγατρικών εταιριών της Ε.

Α..Ε.." (ΦΕΚ Α' 107/5.5.2014), ορίζονται τα εξής: "(1) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι πρώην θυγατρικές εταιρίες της Ε. Α..Ε.. ....."Ε. Κ. Τ. και Σ., Α. Ε."......, που σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4038/2012 (Α" 14) είχαν λυθεί αυτοδικαίως και τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, τίθενται σε καθεστώς διανομής της εταιρικής τους περιουσίας.

Η διανομή γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν και συμπληρωματικά στα καταστατικά τους, τον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, και τις λοιπές σχετικές κείμενες διατάξεις. (2) Η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του προσωπικού των εταιριών ...., "Ε. Κ. Τ. και Σ., Α. Ε." ...., που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι έχει λυθεί με καταγγελία από τη δημοσίευση του ν. 4038/2012.

Εντός εξήντα (60) ημερών από την δημοσίευση του παρόντος ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εκδίδει διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες προσδιορίζεται για κάθε εργαζόμενο η λύση της σχέσης εργασίας του και το ποσό της αποζημίωσης σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (Α' 189), όπως ισχύει.

Η καταβολή των αποζημιώσεων γίνεται τμηματικά σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας.". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη "Ε. Κ. Τ. και Σ., Α. Ε." λύθηκε αυτοδικαίως και τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4032/2012 από τη δημοσίευσή του στις 02.02.2012, οπότε θεωρείται ότι λύθηκαν με καταγγελία οι σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του προσωπικού της, λύση η οποία σαφώς προκύπτει και από τη ρητή διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 16 του ν 4038/2012, όπου αναφέρεται ότι "από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ...

παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού που υπηρετεί στις ως άνω εταιρίες". Η εκκαθάριση της άνω εναγομένης περατώθηκε από το νόμο στις 05.05.2014 σύμφωνα με το άρθρο 179 του ν. 4261/2014, καθότι η διανομή της εναπομένουσας περιουσίας στους μετόχους ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης και προϋποθέτει ουσιαστική περάτωση αυτής.

Μετά δε τη λήξη από το νόμο της εκκαθάρισης της εναγομένης αυτής υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχος φορέας, που καθίσταται καθολικός διάδοχος αυτής κατά τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν. 4002/2011. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι ο νόμος δεν προβλέπει καθολική διαδοχή της Ε.

Α. από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά μόνο τη συνέχιση ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου των εκκρεμών δικών της μετά τη λήξη της εκκαθάρισης της τελευταίας, αφού η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 16 του ν. 4038/2012 που ρυθμίζει τα της λύσης και εκκαθάρισης των αναγραφομένων στη διάταξη της παρ. 1 θυγατρικών εταιριών της Ε.

Α. παραπέμπει μόνο στο τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν. 4002/2011, που ορίζει ότι "Σε περίπτωση κατάργησης φορέα και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του σε υπηρεσιακές μονάδες Υπουργείου, αυτό θεωρείται ως διάδοχος φορέας" και όχι (και) στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διάταξης που ορίζει ότι "Υποχρεώσεις και δικαιώματα που υφίστανται κατά την κατάργηση ή συγχώνευση ή διάσπαση ή απορρόφηση των φορέων μεταφέρονται στο σύνολο τους σε διάδοχους φορείς, οι οποίοι καθίστανται καθολικοί διάδοχοι" [σε αντίθεση με τον Ε.

Α. που ρητώς ο νόμος 4038/2012 προβλέπει στο άρθρο 17 παρ. 3 καθολική διαδοχή αυτού από το Ελληνικό Δημόσιο] είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η έννοια του "διαδόχου φορέα" στο τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν. 4002/2011 είναι εκείνη του καθολικού διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργουμένου φορέα μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, τις αρμοδιότητες του οποίου άλλωστε είχε αναλάβει ήδη από τη λύση του και θέση αυτού υπό εκκαθάριση, δημοσία υπηρεσία και συγκεκριμένα η Διεύθυνση Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή οδηγεί σε προφανή άτοπα, αφού με τη διανομή της εταιρικής περιουσίας του καταργουμένου φορέα κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, δυνάμει του άρθρου 179 παρ. 1 του ν. 4261/2014, δεν υφίσταται πλέον έδαφος διενεργείας περαιτέρω εργασιών εκκαθάρισης με δικαιούχο και υπόχρεο διάδικο τον καταργηθέντα φορέα.

Επιχείρημα υπέρ της, κατά τα άνω, ερμηνευτικής εκδοχής αποτελεί και η ρύθμιση του τετάρτου εδαφίου της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν. 4002/2011, που ορίζει ρητά ως "καθολικό διάδοχο" του καταργουμένου φορέα, του οποίου δεν μεταφέρονται οι αρμοδιότητες, το Υπουργείο που εποπτεύει τον φορέα και κατά συνέπεια τούτο πρέπει να ισχύει πολλώ μάλλον στις περιπτώσεις που οι αρμοδιότητες του καταργούμενου φορέα μεταβιβάζονται σε δημόσια πλέον υπηρεσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση (επιχ.

εκ του μείζονος στο έλασσον) (ΑΠ 566/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 517/2021, ΑΠ 556/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, η νομιμοποίηση των διαδίκων, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, οπότε η εσφαλμένη κρίση για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ή από τους αριθμούς 8 ή 14 του ίδιου άρθρου, αν ως προς τα στοιχεία της νομιμοποίησης των διαδίκων υφίσταται ποσοτική ή ποιοτική και όχι νομική αοριστία (ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1582/2008).

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε, έστω με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠολΔ), ότι το 2° εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ως προς τις υποχρεώσεις εκ των συμβάσεων εργασίας έναντι των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων της ανωτέρω αναίρεσης), κατέστη εκ του νόμου (ex lege) καθολικός διάδοχος της 1ης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε.

Κ. Τ. και Σ., Α. Ε.", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της Α αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 2, 4 και 8 του ν. 4038/2012 και 65 παρ. 14 εδ.

γ του ν. 4002/2011 έγινε δεκτό ότι πρόκειται περί καθολικής διαδοχής της "Ε. Α..Ε.." από το Ελληνικό Δημόσιο και ότι έπρεπε το Δικαστήριο της ουσίας να απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησεως, είναι αβάσιμος.

Επίσης αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της ανωτέρω Α αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου), ότι δηλαδή με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς να περιλάβει στην απόφαση καθόλου αιτιολογία σχετικά με το αν είχε λήξει (ή όχι) η εκκαθάριση της "Ε.

Α..Ε.." (παρά τον ισχυρισμό του περί μη λήξης αυτής), ως προϋπόθεση για την εφαρμογή των άρθρων 16 παρ. 8 του ν. 4038/2012 και 65 παρ. 14 εδ. γ του ν. 4002/2011, τα οποία και εφήρμοσε, ενόψει του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι εκ των παραπάνω διατάξεων προέκυψε ότι το 2° εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τις υποχρεώσεις εκ των συμβάσεων εργασίας έναντι των εκκαλούντων - εναγόντων, κατέστη εκ του νόμου (ex lege) καθολικός διάδοχος της 1ης εναγόμενης "Ε.

Α..Ε..", γεγονός που αρκούσε για την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου αυτού και ήδη αναιρεσείοντος, η δε έλλειψη ειδικής αναφοράς περί της λήξεως της εκκαθάρισης της 1ης εναγομένης δεν συνιστά παραβίαση εφαρμογής των άρθρων 16 παρ. 8 του ν. 4038/2012 και 65 παρ. 14 εδ. γ του ν. 4002/2011, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε το Ελληνικό Δημόσιο είναι εκ του νόμου καθολικός διάδοχος της "Ε.

Α..Ε.." ενώ σε κάθε περίπτωση η λήξη ή μη της εκκαθάρισης, δεν επηρεάζει τη νομιμοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της 1ης εναγομένης και δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), ενώ η αιτιολογία ως προς τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 263 παρ. 2 ΑΚ, επί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της αγωγής, εάν ο ενάγων παραιτήθηκε από την αγωγή ή εάν αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, εφόσον ο δικαιούχος εντός αποσβεστικής προθεσμίας έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη της αρχικής αγωγής του επανεγείρει αγωγή κατά του αυτού εναγομένου, στηρίζοντας αυτή στην ίδια ιστορική και νομική βάση, στην οποία στηριζόταν η τελεσιδίκως απορριφθείσα αγωγή ή εκείνη από την οποία παραιτήθηκε ο δικαιούχος, αναβιώνει το, δια της πρώτης αγωγής, επελθόν διακοπτικό αποτέλεσμα, κατά θεσπιζόμενο υπό του νόμου νομικό πλάσμα, και η διακοπή λογίζεται επελθούσα διά της αρχικής αγωγής.

Το ανωτέρω διακοπτικό αποτέλεσμα επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία στη θέση του αρχικού εναγομένου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικος, είτε κατ' εφαρμογήν άλλων ειδικών διατάξεων, διότι τα πρόσωπα που κατά νόμο διαδέχονται τους αρχικούς, με την προηγούμενη αγωγή, διαδίκους νομικώς ταυτίζονται με αυτούς και επομένως η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την προηγούμενη νομότυπη έγερση της αγωγής, ισχύει και για τους καθολικούς διαδόχους του αρχικού εναγομένου (ΑΠ 1140/2019, ΑΠ 552/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει (ΑΠ 1140/2019, ΑΠ 552/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο, για τον αναιρετικό λόγο, ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των κάτωθι εναγόντων, τα εξής: "Οι μισθολογικές αξιώσεις των 1ου εκκαλούντος - ενάγοντος, 2ου εκκαλούντος - ενάγοντος, 3ης εκκαλούσας - ενάγουσας, 4ης εκκαλούσας - ενάγουσας, 6ου εκκαλούντος - ενάγοντος, 7ης εκκαλούσας - ενάγουσας, 8ης εκκαλούσας - ενάγουσας, 9ου εκκαλούντος - ενάγοντος, 10ης εκκαλούσας - ενάγουσας, 11ου εκκαλούντος - 13° ενάγοντος, 12ης εκκαλούσας - 14η ενάγουσας, 15ης εκκαλούσας - 18η ενάγουσας και 17ης εκκαλούσας - 20η ενάγουσας (ήδη 1ος-13η των αναιρεσιβλήτων της Α αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου) δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995, καθώς η τελευταία έχει διακοπεί, κατ' εφαρμογή των άρθρων 261, 263 και 270 εδ.

α' Α.Κ., με την άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τις ίδιες ανωτέρω αξιώσεις, της προγενέστερης από 23-4-2012 και με αριθμό κατάθεσης …/23-4-2012 αγωγής των ανωτέρω εκκαλούντων κατά της 1ης εναγόμενης (ενν. "Ε. Α..Ε.."), που επέδωσαν σ' αυτήν στις 10-7-2012 (διακοπή παραγραφής, που ενεργεί κατ' άρθρο 486 Α.Κ.

και σε βάρος του ευθυνόμενου εις ολόκληρον 2ου εναγόμενου, βάσει της εσωτερικής σχέσης του με την 1η εναγόμενη, ως καθολικός διάδοχος αυτής), προσδιορίσθηκε δε στη δικάσιμο της 7-6-2012 και μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 23-5-2013, οπότε απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ. αρ. 123/10-1-2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εργατικών διαφορών), ενώ ακολούθως οι εν λόγω εκκαλούντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή με επίδοσή της στις 27-10-2015 στην 1η εναγόμενη και στις 23-10-2015 στο 2° εναγόμενο, ταυτόχρονα παραιτούμενοι με αυτήν από το δικόγραφο της προγενέστερης αγωγής (...) ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς τις αξιώσεις των ανωτέρω εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση παραγραφής, που είχε επαναφέρει το 2° εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον της Α αίτησης αναίρεσης Ελληνικό Δημόσιο) με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις του, κάνοντας δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αντένσταση περί διακοπής παραγραφής, που είχαν προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι εν λόγω εκκαλούντες - ενάγοντες και ήδη 1ος-13η αναιρεσίβλητοι και επανέφεραν με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις τους.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε διακοπεί με την άσκηση, για τις ίδιες αξιώσεις, προγενέστερης αγωγής κατά της 1ης εναγόμενης "Ε. Α..Ε..", της οποίας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρεται ανωτέρω κατά την αντιμετώπιση του πρώτου λόγου αναίρεσης, το 2ο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέστη εκ του νόμου (ex lege) καθολικός διάδοχος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 263 παρ. 2 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα και ορθώς την εφήρμοσε, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται στη παραπάνω νομική σκέψη, το κατά το ανωτέρω άρθρο διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία στη θέση του αρχικού εναγομένου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως εν προκειμένω το αναιρεσείον, διότι τα πρόσωπα που κατά νόμον διαδέχονται τους αρχικούς, με την προηγούμενη αγωγή, διαδίκους νομικώς ταυτίζονται με αυτούς, η δε απορριφθείσα για λόγους μη ουσιαστικούς, και δη λόγω αοριστίας, προγενέστερη αγωγή, επανηγέρθη εντός έξι μηνών από την τελεσίδικη (καθώς δεν προκύπτει τελεσιδικία, ούτε βάλλεται ως προς τούτο η προσβαλλομένη) απόρριψη της προηγούμενης αγωγής και επομένως η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την προηγούμενη νομότυπη έγερση της αγωγής των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων - εναγόντων κατά της πρώτης εναγομένης, ισχύει και για το καθολικό διάδοχο αυτής δεύτερο εναγόμενο της ένδικης αγωγής και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η διακόπτουσα την παραγραφή προγενέστερη αγωγή δεν επεδόθη, κατ' άρθρο 5 του Κ.Δ/τος της 26ης Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου" σε συνδυασμό με άρθρο 126 παρ. 1 περ.

ε (όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 01.01.2016, αφού η προγενέστερη αγωγή ασκήθηκε προ της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού), στον Υπουργό των Οικονομικών, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το τελευταίο, αφού κατά μεν το χρόνο άσκησης της προγενέστερης (από 23-4-2012 και με αριθμό κατάθεσης με αριθμό …/23-4-2012) αγωγής που επιδόθηκε στην εναγομένη "Ε.

Α..Ε.." στις 10-07-2012, όπως δέχθηκε ανελέγκτως η προσβαλλομένη, δεν είχε λάβει χώρα η καθολική διαδοχή αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη κατά την αντιμετώπιση του πρώτου λόγου αναίρεσης, στις 05.05.2014 σύμφωνα με το άρθρο 179 του ν. 4261/2014, με τη λήξη από το νόμο της εκκαθάρισης της εναγομένης αυτής, μετά δε την επέλευση της καθολικής διαδοχής, όπως προαναφέρθηκε στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, τα πρόσωπα που κατά νόμον διαδέχονται τους αρχικούς, με την προηγούμενη αγωγή, διαδίκους νομικώς ταυτίζονται με αυτούς, και επομένως, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων κατά την αναιρεσιβαλλομένη, επρόκειτο περί επανέγερσης της αγωγής κατ' άρθρο 263 ΑΚ.

Η δε πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης με την επίκληση το άρθρου 486 ΑΚ ήτοι ότι η "διακοπή παραγραφής, που ενεργεί κατ' άρθρο 486 Α.Κ. και σε βάρος του ευθυνόμενου εις ολόκληρον 2ου εναγόμενου, βάσει της εσωτερικής σχέσης του με την 1η εναγόμενη, ως καθολικός διάδοχος αυτής", δεν την καθιστά αντιφατική, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, διότι σαφώς το αποδεικτικό πόρισμα για το κρίσιμο ζήτημα της διακοπής της παραγραφή στηρίζεται στη σχέση του 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με την 1η εναγόμενη "Ε.

Α..Ε..", ως "καθολικού διαδόχου" αυτής, πέραν του ότι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (1397/2022, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018). Επομένως ο δεύτερος λόγος της Α αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός. 1, 14 και 19 ΚΠολΔ, το, ότι δηλαδή κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων ανωτέρω διατάξεων, άλλως με αντιφατική αιτιολογία, δέχθηκε ότι η παραγραφή των αξιώσεων των άνω εναγόντων (ήδη 1ου-13ης των αναιρεσιβλήτων) διεκόπη με την άσκηση της προαναφερόμενης προγενέστερης αγωγής αυτών, είναι αβάσιμος.

Επειδή, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της Α αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως υπολαμβάνει το αναιρεσείον αντί του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι έλαβε μεταβίβαση επιχείρησης κατ' άρθρο 4 παρ. 1 π.δ/τος 178/2002, εφαρμόζοντας το εν λόγω άρθρο και δεχόμενο έτσι το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής κατά του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου) χωρίς καμία αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε κατά την αντιμετώπιση του πρώτου λόγου της αναίρεσης αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι η ευθύνη του 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου έναντι των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων εργαζομένων στην ήδη λυθείσα 1η εναγομένη ανώνυμη εταιρία "Ε.

Α..Ε.." για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας τους, ήταν απόρροια της εκ του νόμου καθολικής διαδοχής της πρώτης εναγομένης από το δεύτερο εναγόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4038/2012 σε συνδ με εκείνες των άρθρων 65 παρ. 14 εδ. γ του ν. 4002/2011 και 179 παρ. 1 του ν. 4261/2014, χωρίς η επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης (αφού απορρίφθηκε ήδη ο πλήττων αυτή πρώτος λόγος αναίρεσης), και επομένως στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς την ευθύνη του 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού δημοσίου για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.

Έτσι, η λέξη "ζητήθηκαν" στη δεύτερη περίπτωση της ως άνω διάταξης αναφέρεται σε κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1814/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτουν τα εξής: οι 1ος έως 3ος, 6ος έως 10ος, 13ος και 20ος των εναγόντων και ήδη 1ος έως 9ος και 12η των αναιρεσιβλήτων της Α αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου αντιστοίχως με την ένδικη αγωγή, ζήτησαν (πέραν των άλλων) να τους καταβάλει το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, για δεδουλευμένες αποδοχές τα εξής ποσά:

στον 1ο ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο Π. Β.-Μ. 7.911,57 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο Δ. Π. 10.304,24 ευρώ, στην 3η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. 7.296,41 ευρώ, στον 6ο ενάγοντα και ήδη 4ο αναιρεσίβλητο Σ. Χ. 2.233,21 ευρώ, στην 7η ενάγουσα και ήδη 5η αναιρεσίβλητη Θ. Β. 7.399,28 ευρώ, στην 8η ενάγουσα και ήδη 6η αναιρεσίβλητη Μ.

Δ. 2.531,07 ευρώ, στον 9° ενάγοντα και ήδη 7ο αναιρεσίβλητο Ν. Ξ. 2.025 ευρώ, στη 10η ενάγουσα και ήδη 8η αναιρεσίβλητη Σ. Β. 6.075 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα και ήδη 9ο αναιρεσίβλητο Α. Π. 7.287,77 ευρώ και στην 20η ενάγουσα και ήδη 12η αναιρεσίβλητη Ε. Δ. 2.312,10 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή έναντι του 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη, αφού κράτησε προς εκδίκαση την αγωγή υποχρέωσε το ανωτέρω εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ευθυνόμενο εις ολόκληρον με την 1η εναγομένη Ε.

Α., μη διάδικο εν προκειμένω), να καταβάλει στους άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, για δεδουλευμένες αποδοχές, τα εξής ποσά (με τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση): στον 1ο ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο 7.940,17 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο 10.341,49 ευρώ, στην 3η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη 7.322,79 ευρώ, στον 6ο ενάγοντα και ήδη 4ο αναιρεσίβλητο 2.753,70 ευρώ, στην 7η ενάγουσα και ήδη 5η αναιρεσίβλητη 7.426,03 ευρώ, στην 8η ενάγουσα και ήδη 6η αναιρεσίβλητη 3.120,98 ευρώ, στον 9ο ενάγοντα και ήδη 7ο αναιρεσίβλητο 2.496,96 ευρώ, στην 10η ενάγουσα και ήδη 8η αναιρεσίβλητη 6.096,96 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα και ήδη 9ο αναιρεσίβλητο 7.314,12 ευρώ και στην 20η ενάγουσα και ήδη 12η αναιρεσίβλητη 2.850,97 ευρώ.

Με τον πέμπτο λόγο της άνω Α αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμός 9 περ. β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, διότι ενώ με την αγωγή ζητήθηκαν από τους παραπάνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα προαναφερόμενα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία (δεδουλευμένες αποδοχές) στους άνω ενάγοντες εις βάρος του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα ανωτέρω ποσά, δηλαδή πλέον των αιτηθέντων για έκαστο εξ αυτών (άνω εναγόντων) τα λεπτομερώς αναφερόμενα ποσά που συνίστανται στη διαφορά μεταξύ των επιδικασθέντων σε κάθε ένα από αυτούς ποσών και εκείνων που ζητήθηκαν από έκαστο εξ αυτών.

Με βάση τα παραπάνω, όντως το Εφετείο, που δίκασε επί της ένδικης αγωγής, επιδίκασε σε έκαστο των ανωτέρω εναγόντων περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής τους για δεδουλευμένες αποδοχές καθ' ο μέρος αφορά το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα: τον 1ο ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο Π.

Β.-Μ. (7.940,17 - 7.911,57 =) 28,6 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο Δ. Π. (10.341,49 - 10.304,24 =) 37,25 ευρώ, στην 3η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. (7.322,79 - 7.296,41 =) 26,38 ευρώ, στον 6ο ενάγοντα και ήδη 4ο αναιρεσίβλητο Σ. Χ. (2.753,70 - 2.233,21 =) 520,49 ευρώ, στην 7η ενάγουσα και ήδη 5η αναιρεσίβλητη Θ. Β. (7.426,03 - 7.399,28 =) 26,75 ευρώ, στην 8η ενάγουσα και ήδη 6η αναιρεσίβλητη Μ.

Δ. (3.120,98 - 2.531,07 =) 589,21 ευρώ, στον 9ο ενάγοντα και ήδη 7ο αναιρεσίβλητο Ν. Ξ. (2.496,96 - 2.025 =) 471,96 ευρώ, στη 10η ενάγουσα και ήδη 8η αναιρεσίβλητη Σ. Β. (6.096,96 - 6.075 =) 21,96 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα και ήδη 9ο αναιρεσίβλητο Α. Π. (7.314,12 - 7.287,77 =) 26,35 ευρώ και στην 20η ενάγουσα και ήδη 12η αναιρεσίβλητη Ε. Δ. (2.850,97 - 2.312.10 =) 538,87 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περ.

β' ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο άνω πέμπτος, λόγος της Α αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα του έκτου λόγου αναίρεσης καθ' ο μέρος αφορά την επιβληθείσα στους ανωτέρω ενάγοντες (1ο, 2ο, 3η, 6ο, 7η, 8η, 9ο, 10η, 13ο και 20η και ήδη 1ο, 2ο, 3η, 4ο, 5η, 6η, 7ο, 8η, 9ο και 12η αναιρεσίβλητους αντιστοίχως) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφού, μετά την αναίρεση της απόφασης κατά τούτο, κατά δικονομική αναγκαιότητα, εξαφανίζεται η περί δικαστικών εξόδων διάταξη αυτής (ακόμη και άνευ ειδικού παραπόνου) (ΑΠ 798/2019).

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη Α αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος που αναφέρεται στην υποχρέωση αυτού (του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου) να καταβάλει σε κάθε έναν των ανωτέρω εναγόντων τα αναφερόμενα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές, καθώς και κατά τη διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε το άνω εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων αυτών.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση κατά το μέρος αυτό, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει αυτήν κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ), και να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των ανωτέρω εναγόντων κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και αναφορικά με το αίτημα αυτής περί καταψήφισης στους ενάγοντες αυτούς δεδουλευμένων αποδοχών και να υποχρεωθεί το εναγόμενο αυτό (2ο) να καταβάλει στους άνω ενάγοντες τα προαναφερόμενα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (σημειωτέον ότι ως προς το κεφάλαιο των τόκων δεν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του εφετείου και παραμένει επ' αυτού ως έχει), ενώ τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ των παραπάνω διαδίκων, λόγω της (εν συνόλω) εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου εξ αυτών, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ.

β' του ν. 3693/1957, που έχει διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο "εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) ... β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθή" (ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 329/2014).

Αναφορικά με τους 5ο, 16η, 17η και 19ο ενάγοντες (5ο, 13η, 14η και 16ο εκκαλούντες, Θ. Σ., Μ. Π., Δ. Μ. και Ε. Β. αντιστοίχως) και ήδη 14ο έως 17ο αναιρεσιβλήτους της Α αίτησης αναίρεσης του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση (η οποία δέχθηκε την έφεση των ανωτέρω εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του 2ου εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και είχε απορρίψει την αγωγή των άνω εναγόντων ως προς αυτό ως απαράδεκτη), δικάζοντας επί της αγωγής των εναγόντων αυτών, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη αναφορικά με το άνω 2ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά παραδοχή ενστάσεως αυτού περί παραγραφής, επέβαλε δε εις βάρος αυτού (2ου εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου) μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων αυτών του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας τα οποία όρισε σε 400, 430, 450 και 450 ευρώ αντιστοίχως, ενώ με βάση την αρχή της ήττας που θεσπίζεται από το άρθρο 176 ΚΠολΔ, τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου αυτού έπρεπε να επιβληθούν εις βάρος των ηττηθέντων εναγόντων, μειωμένα, όμως εφόσον πρόκειται για δίκη μετά του Δημοσίου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που έχει διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και έχει αμφιμερή εφαρμογή.

Συνεπώς. ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η ως άνω πλημμέλεια περί επιβολής εις βάρος του μέρους των δικαστικών εξόδων των ανωτέρω εναγόντων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει αναφορικά με τους ανωτέρω ενάγοντες (τότε εκκαλούντες) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων της ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δίκης εις βάρος του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με σκοπό και μόνο την απάλειψη της διάταξης της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης περί υποχρέωσης του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ευθυνόμενου εις ολόκληρον με την 1η εναγομένη) να καταβάλει στους ανωτέρω ενάγοντες μέρος των δικαστικών εξόδων των ανωτέρω εναγόντων, χωρίς περαιτέρω να προσδιοριστούν αυτά υπέρ του άνω εναγομένου αφού με το λόγο αναίρεσης δεν υποβάλλεται σχετικό παράπονο παρά μόνο για την επιδίκαση εις βάρος του των δικαστικών εξόδων.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης ως προς την (ανωτέρω Α) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατά το ανωτέρω άρθρο 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/1957.

Β. Επί της, από 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/13.04.2022, -Β- αίτησης αναίρεσης των δέκα επτά (17) [εκ των αρχικώς είκοσι (20)] εναγόντων κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1379/2021).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης (-Β-) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με επίκληση ότι η προσβαλλομένη κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 179 του ν. 4261/2014 δέχθηκε ότι απώτατο χρονικό σημείο των αξιώσεων των εναγόντων εκ δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας είναι η 2α Φεβρουαρίου 2012, οπότε οι συμβάσεις εργασίας τους λύθηκαν βάσει της ανωτέρω διάταξης με καταγγελία και δη αναδρομικά δυόμιση έτη προ της δημοσίευσης του εν λόγω νόμου, ο οποίος κατά τούτο αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 4, 17, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής (ΕΣΔΑ).

Ο ανωτέρω όμως λόγος, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων εναγόντων λύθηκαν βάσει της ανωτέρω διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 179 του ν. 4261/2014, αλλά δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των ανωτέρω λύθηκαν στις 02.02.2012, βάσει της διάταξης του άρθρου 10 ν. 4038/2012, κατά το οποίο "από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αίρονται αυτοδίκαια οι αποσπάσεις και παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού που υπηρετεί στις ως άνω εταιρίες" και ειδικότερα δέχθηκε ότι "Η διά νόμου λύση και θέση σε εκκαθάριση της 1ης εναγόμενης (ενν.

την "Ε. Α.", της οποίας, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη και αναφέρθηκε και ανωτέρω κατά την απόρριψη του πρώτου λόγου της Α αναίρεσης, καθολικός διάδοχος κατέστη το 2ο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο), με την πρόβλεψη του άρθρου 16 παρ. 6 και 10 Ν. 4038/2012 ότι από τη δημοσίευση αυτού στις 2-2-2012 παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού της 1ης εναγόμενης (πλην τριών υπαλλήλων που διατίθενται σ' αυτήν για τις ανάγκες της εκκαθάρισης), συνιστά εν τοις πράγμασιν καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εκκαλούντων - εναγόντων ...

με αποτέλεσμα να έχουν λυθεί οι συμβάσεις εργασίας των εκκαλούντων - εναγόντων από 2-2-2012 και να μην δικαιούνται εφεξής τα αιτούμενα στην αγωγή ποσά μισθών υπερημερίας".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1111/2022, ΑΠ 750/2021, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1148/2018) Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε, εν σχέσει με τον κρίσιμο λόγο αναίρεσης, ότι "Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εργάσθηκαν (οι ενάγοντες) στην 1η εναγόμενη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε..

Κ. Τ. και Σ. Α. Ε." ... Από τις αρχές έτους 2011, οπότε άρχισε να εμφανίζει φαινόμενα οικονομικής αφερεγγυότητας, η 1η εναγόμενη άρχισε να μην καταβάλει εμπρόθεσμα τις δεδουλευμένες αποδοχές στους ανωτέρω εργαζομένους της, λόγος για τον οποίο άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας ... ο 5ος εκκαλών - ενάγων δεν άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, αλλά συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην 1η εναγόμενη, η οποία από τον Αύγουστο 2011 έπαψε να αποδέχεται αυτές και έκτοτε κατέστη υπερήμερη. ...

δικαιούνται αυτοί να λάβουν μισθούς υπερημερίας για το διάστημα μέχρι την 2-2-2012, ημερομηνία λύσης και θέσης σε εκκαθάριση της 1ης εναγόμενης, δυνάμει του άρθρου 16 Ν. 4038/2012. ... Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 6, 8, 10 και 14 άρθρου 16 Ν. 4038/2012 ορίσθηκαν τα ακόλουθα : "1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι θυγατρικές εταιρίες της Ε.

Α..Ε.. : ... "Ε. Κ. Τ. και Σ., Α. Ε." ... λύονται αυτοδικαίως και τίθενται σε εκκαθάριση σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα, τα καταστατικά τους, τον α.ν. 2190/1920 ως ισχύει και τις λοιπές κείμενες διατάξεις. 2. Οι σκοποί των εν λόγω εταιριών, όπως προκύπτουν από τις ως άνω διατάξεις και τα καταστατικά τους, αποτελούν εφεξής αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας (ΓΓΒ) του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (ΥΠΑΑΝ).

Στην ίδια Διεύθυνση ανατίθεται η διαχείριση των εκτελούμενων από τους υπό κατάργηση φορείς δράσεων των επιχειρησιακών προγραμμάτων, που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. ... 6. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, μετά από αιτιολογημένη αίτηση των εκκαθαριστών στην οποία αποτυπώνονται οι ανάγκες των υπό εκκαθάριση εταιριών, καθορίζεται το προσωπικό, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) υπαλλήλους ανά εταιρία, το οποίο θα διατεθεί αποκλειστικά για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, χωρίς αίτηση του, από το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, στις υπό εκκαθάριση εταιρίες, έως την αποπεράτωση των εργασιών της εκκαθάρισης αυτών.

Οι αποδοχές των υπαλλήλων αυτών βαρύνουν τον προϋπολογισμό του φορέα από τον οποίο αποσπώνται. 7. Μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, το προϊόν της εκκαθαρίσεώς τους διανέμεται στους μετόχους τους κατά την αναλογία της συμμετοχής τους στο μετοχικό τους κεφάλαιο. Η αναλογούσα στον Ε. Α..Ε.. ως μέτοχο περιουσία, περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. 8.

Οι εκκρεμείς δίκες των υπό εκκαθάριση εταιριών συνεχίζονται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους, από τους εκκαθαριστές τους. Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του Ν. 4002/2011 [Α'180], ... 10. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αίρονται αυτοδίκαια οι αποσπάσεις και παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού που υπηρετεί στις ως άνω εταιρίες." Σύμφωνα δε με το άρθρο 65 παρ. 14 εδ.

γ' Ν. 4002/2021: "Σε περίπτωση κατάργησης φορέα και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του σε υπηρεσιακές μονάδες Υπουργείου, αυτό θεωρείται ως διάδοχος φορέας.". Μεταγενέστερα, με το άρθρο 179 παρ. 2 Ν. 4261/2014 ορίσθηκε ότι "Η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του προσωπικού των εταιριών ... "Ε. Κ. Τ. και Σ., Α.

Ε." ... θεωρείται ότι έχει λυθεί με καταγγελία από τη δημοσίευση του ν. 4038/2012. Εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εκδίδει διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες προσδιορίζεται για κάθε εργαζόμενο η λύση της σχέσης εργασίας του και το ποσό της αποζημίωσης σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 [Α' 189], όπως ισχύει.

Η καταβολή των αποζημιώσεων γίνεται τμηματικά σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας.". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν σαφώς τα ακόλουθα: [Α] Το 2° εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τις υποχρεώσεις εκ των συμβάσεων εργασίας έναντι των εκκαλούντων - εναγόντων, κατέστη εκ του νόμου (ex lege) καθολικός διάδοχος της 1η εναγόμενης.

Και τούτο διότι ... Ταυτόχρονα, καθώς το 2° εναγόμενο συνέχισε κανονικά την επιχειρηματική δράση της 1ης εναγόμενης χρησιμοποιώντας τα περιουσιακά στοιχεία αυτής, έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης εν τοις πράγμασι (de facto) και επήλθε έτσι μεταβολή (διαδοχή) στο πρόσωπο του εργοδότη, με συνέπεια την αυτοδίκαιη, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 Π.Δ. 178/2002, υπεισέλευση του 2ου εναγόμενου στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της 1ης εναγόμενης εκ των ένδικων συμβάσεων εργασίας ....

Η διά νόμου λύση και θέση σε εκκαθάριση της 1ης εναγόμενης, με την πρόβλεψη του άρθρου 16 παρ. 6 και 10 Ν. 4038/2012 ότι από τη δημοσίευση αυτού στις 2-2-2012 παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού της 1ης εναγόμενης (πλην τριών υπαλλήλων που διατίθενται σ' αυτήν για τις ανάγκες της εκκαθάρισης), συνιστά εν τοις πράγμασιν καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εκκαλούντων - εναγόντων (σιωπηρή και άτυπη μεν, πλην όμως αμέσως αντιληπτή από αυτούς, με την ταυτόχρονη οριστική παύση δραστηριοτήτων της 1ης εναγόμενης), η οποία είναι άκυρη, καθώς δεν έλαβε χώρα με επίδοση εγγράφου προς τους εργαζόμενους, ούτε συνοδεύτηκε από καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε αυτούς, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955.

Εν τούτοις, η εν λόγω καταγγελία ισχυροποιήθηκε διά της παραλείψεως προβολής της (σχετικής, ήτοι λαμβανομένης υπόψη, μόνον εφόσον προταθεί από τον εργαζόμενο) ακυρότητας αυτής με αγωγή εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 από τους εκκαλούντες - ενάγοντες, οι οποίοι επίσης δεν πρότειναν την ανωτέρω ακυρότητα στην παρούσα δίκη με αντένσταση, ούτε καθ' υποφοράν στην κρινόμενη αγωγή, ούτε στις πρωτόδικες προτάσεις και προσθήκη αυτών, παρά μόνον απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.

για πρώτη φορά με την έφεση ..., με αποτέλεσμα να έχουν λυθεί οι συμβάσεις εργασίας των εκκαλούντων - εναγόντων από 2-2-2012 και να μην δικαιούνται εφεξής τα αιτούμενα στην αγωγή ποσά μισθών υπερημερίας μέχρι ...

Συνεπώς, ο 2ος λόγος έφεσης των εκκαλούντων - εναγόντων, με τον οποίο επαναφέρουν τον πρωτόδικο ισχυρισμό των προτάσεών τους, ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 179 παρ. 2 Ν. 4261/2014 έλαβε χώρα αναδρομική καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ. 1, 17, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και ότι επομένως δικαιούνται μισθούς υπερημερίας για το περαιτέρω διάστημα από 2-2-2012 μέχρι την επίδοση των διαπιστωτικών πράξεων του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ή την προγενέστερη συνταξιοδότηση αυτών (κατά τις παραπάνω διακρίσεις), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως νόμιμου και κατ' ουσίαν βάσιμου του αντίθετου, περί λύσεως των ένδικων συμβάσεων εργασίας από 2-2-2012, πρωτόδικου ισχυρισμού του 2ου εναγόμενου, που επαναφέρει με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις του".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 του ν. 4261/2014, 4, 17, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ως προς το χρονικό σημείο της λύσεως των συμβάσεως εργασίας των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων, τις οποίες, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τις σχετικές παραδοχές της, δεν εφήρμοσε, αφού για το κρίσιμο ζήτημα του χρονικού σημείου της λύσεως των άνω συμβάσεων εφάρμοσε ρητώς τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 10 του ν. 4038/2012, ενώ διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία για το εν λόγω ζήτημα του χρονικού σημείου λύσεως των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων εναγόντων στις 02.02.2012, από τη δημοσίευση ν. 4038/2012, συνισταμένη στις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, ότι οι εν λόγω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων, λύθηκαν στο ανωτέρω χρονικό σημείο με την πρόβλεψη του άρθρου 16 παρ. 10 του νόμου 4038/2012 (και όχι του άρθρου 179 παρ. 2 ν. 4261/2014), ότι από τη δημοσίευσή του στις 02.02.2012 παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού της 1ης εναγόμενης, που συνιστά εν τοις πράγμασι καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και δεν στήριξε τη λύση των συμβάσεων εργασίας αυτών κατά το προαναφερόμενο χρονικό σημείο στη λύση και θέση σε εκκαθάριση της 1ης εναγομένης εταιρίας, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Επίσης, δεν απαιτείτο να περιλάβει η απόφαση επιπλέον αιτιολογίες ως προς τη γνώση των θεμελιωτικών της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας περιστατικών από τους ήδη αναιρεσείοντες, όπως αυτοί αβασίμως ισχυρίζονται, καθώς, κατά τις πλήρεις και επαρκείς παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ήταν αυτή (καταγγελία) "...

αμέσως αντιληπτή από αυτούς, με την ταυτόχρονη οριστική παύση δραστηριοτήτων της 1ης εναγόμενης". Εξάλλου, η επάλληλη αιτιολογία της αναρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι το 2ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη καθολικός διάδοχος της 1ης εναγομένης Ε. Α. στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και επομένως αλυσιτελώς προσβάλλεται ως αντιφατική μόνον η εκ της μεταβίβασης επιχείρησης μεταξύ αυτών άλλη αιτιολογία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του άνω αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην ουσία πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) περί του χρόνου λύσεως των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της -Β- αίτησης αναίρεσης. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας λύθηκαν στις 02.02.2012, με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται εφεξής τα αιτούμενα στην αγωγή, ποσά μισθών υπερημερίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου της ανωτέρω Β αναίρεσης, η αναίρεση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 2ου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτής, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987 και 2 της ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 04.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/05.04.2022 (Α) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και την από 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/13.04.2022 (Β) αίτηση αναίρεσης του Π. Β.- Μ. και των λοιπών 16 αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5324/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Β. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/13.04.2022, αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθ. 5324/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών του Π. Β.- Μ. και των λοιπών 16 αναιρεσειόντων ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Κ. Τ. και Σ., Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε..Λ..Κ..Ε..Δ..Ε.. Α..Ε..". Γ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/13.04.2022 (Β) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 5324/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών του Π. Β.-Μ. και των λοιπών 16 αναιρεσειόντων κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

Δ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες της αίτησης αυτής στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Ε. ΑΝΑΙΡΕΙ (εν μέρει) την υπ' αριθμ. 5324/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στην υποχρέωση του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου Ι. να καταβάλει σε κάθε έναν των 1ου έως 3ου, 6ου έως 10ου, 13ου και 20ου των εναγόντων και ήδη 1ου έως 9ου και 12ης των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως της ανωτέρω Α αναίρεσης τα αναφερόμενα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές καθώς και κατά τη διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε το άνω εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων αυτών και

ΙΙ. να καταβάλει στους 5ο, 16η, 17η και 19ο ενάγοντες ήδη 14ο έως 17ο αναιρεσιβλήτους της Α αίτησης αναίρεσης μέρος των δικαστικών εξόδων και μόνο ως προς τη διάταξη αυτή κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΣΤ. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος.

Ζ. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 22.09.2015 με αριθμό κατάθεσης … αγωγή των ανωτέρω 1ου έως 3ου, 6ου έως 10ου, 13ου και 20ου εναγόντων κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και κατά το μέρος που αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές αυτών.

Η. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το 2ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ανωτέρω ενάγοντες για δεδουλευμένες αποδοχές τα εξής ποσά: 1. στον 1ο ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο Π. Β.-Μ. 7.911,57 ευρώ, 2. στον 2ο ενάγοντα και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο Δ. Π. 10.304,24 ευρώ, 3. στην 3η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. 7.296,41 ευρώ, 4. στον 6ο ενάγοντα και ήδη 4ο αναιρεσίβλητο Σ. Χ. 2.233,21 ευρώ, 5. στην 7η ενάγουσα και ήδη 5η αναιρεσίβλητη Θ. Β. 7.399,28 ευρώ, 6. στην 8η ενάγουσα και ήδη 6η αναιρεσίβλητη Μ. Δ. 2.531,07 ευρώ, 7. στον 9° ενάγοντα και ήδη 7ο αναιρεσίβλητο Ν. Ξ. 2.025 ευρώ, 8. στη 10η ενάγουσα και ήδη 8η αναιρεσίβλητη Σ. Β. 6.075 ευρώ, 9. στον 13ο ενάγοντα και ήδη 9ο αναιρεσίβλητο Α. Π. 7.287,77 ευρώ και 10. στην 20η ενάγουσα και ήδη 12η αναιρεσίβλητη Ε. Δ. 2.312,10 ευρώ.

Θ. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των παραπάνω διαδίκων.

Ι. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων της Α αίτησης αναίρεσης του του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ