Legislator Case Law & Legislation
1642/2022 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on public hospital staff dismissal, upholding the employer's decision.

Case Number 1642/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision dismissing a public hospital's claim for dismissal of medical staff. The court found the lower court erred in applying constitutional principles regarding legislative changes to employment conditions. Consequently, the Supreme Court upheld the hospital's right to dismiss the employees and ordered the lower court to reject the staff's lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(1), 5(1), 25(1) of the Constitution and Article 1 of Protocol No. 1 of the ECHR; The court held that the legislature's power to modify favorable legal regimes for specific categories of persons does not violate constitutional rights, and the dismissal of public health personnel was lawful.

Keywords

AI generated
public hospital dismissal constitutional legislative power employment conditions modification public service staff rights Supreme Court annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 2(1) of the Constitution
Article 5(1) of the Constitution
Article 25(1) of the Constitution
Article 1 of Protocol No. 1 of the ECHR
Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 εδ.
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2021
OLAP 1/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1642 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1642/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διοικητή του, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάρκου Παπαζήση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Ξ. του Θ., … και 42.Α. Μ. του Γ., όλων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Σαρακενίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΥΓΕΙΑΣ" (Π.Ο.Σ.Ε.Υ.Π.Π.Φ.Υ.), που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1314/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, καθώς και της από 21-1-2019 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση και την από 25-2-2019 πρόσθετη παρέμβαση, η 6002/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 25-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων και προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, δικαιούται, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και στον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 4/2021, 1/2021).

Στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΟλΑΠ 1/2021). Από την ίδια διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει, περαιτέρω, ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο υφίσταται, όταν μ' αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (ΟλΑΠ 1/2021, 4/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 622 αριθ. 2 του ΚΠολΔ [όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1.1.2016 μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 591 έως 681Δ) με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015], στις εργατικές διαφορές αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.

Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 675Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3189/2003 (ΑΠ 380/2019). Για την άσκησή της αυτή δεν απαιτείται η επίκληση ειδικού εννόμου συμφέροντος, όπως στην πρόσθετη παρέμβαση του άρθρου 80του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ, ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΥΓΕΙΑΣ", με το από 15.4.2022 δικόγραφό της, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ των αναιρεσιβλήτων και κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμ.

καταθ. 16/18.4.2022 ορίστηκε δε, για τη συζήτηση αυτής, δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, η οποία είχε ορισθεί και για τη συζήτηση της κρινόμενης από 25.5.2021 αίτησης αναίρεσης, δηλαδή η 3.5.2022, με την οποία ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι μέλη πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, η οποία είναι μέλος της και συνακόλουθα ότι έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ αυτών προς απόρριψη της ένδικης από 25.5.2021 με αριθμ.

κατάθ. 3718/512/25.5.2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας". Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ και στους αναιρεσιβλήτους, κατά νόμιμη σύντμηση της προθεσμίας κοινοποίησης σε τρεις (3) ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο (άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως προκύπτει α) από την υπ' αριθμ. 9095Ε/20.4.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Νικολάου Φ.

Γιάννη στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ηλία Σαρακενίδη, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), της υπ' αριθμ. 6002/2020 αναιρεσιβαλλομένης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων και β) από την υπ' αριθμ. 9094Ε/20.4.2022 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Νικολάου Γιάννη προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ.

Η παρέμβαση αυτή είναι σύμφωνα με τα ανωτέρω παραδεκτή, και πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης.

Με την από 25.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3718/512/2021 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΝΠΔΔ με την επωνυμία "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6002/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με αριθμ.

κατάθεσης 4146/11.10.2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας καθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 25.2.2019 πρόσθετη παρέμβαση του ΕΟΠΥΥ μετά από ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Α. Ξ. κλπ (σύν. 42). Με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε κατ' ουσία δεκτή η υπ' αριθμ.

καταθ. 93065/3215/2014 αγωγή, με την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι παρείχαν υπηρεσίες στον ΕΟΠΥΥ ως ιατροί/οδοντίατροι και ότι αρχικά στις 19.2.2014 τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία στις 20.3.2014 απολύθηκαν, ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία της απολύσεώς τους λόγω αντισυνταγματικότητας των οικείων διατάξεων και να καταβληθούν τα εντεύθεν οφειλόμενα λόγω της υπερημερίας ποσά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 § 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία συνάψεως και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 § 3 και 106 § 2 του Συντάγματος, ΟλομΑΠ 33/2002, 4/1998).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 § 2 και 93 § 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (ΟλομΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού.

Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται.

Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται η παρεχόμενη από το άρθρο 26 § 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, ενόψει της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΟλομΑΠ 5/2013, 6/2011).

Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (ΟλομΑΠ 6/2018).

Ωστόσο, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δε προστατεύει την απλή προσδοκία διατηρήσεως σε ισχύ μιας συγκεκριμένης ευνοϊκής ρυθμίσεως, ούτε κωλύει το νομοθέτη να μεταβάλει τη ρύθμιση αυτή για το μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλομΑΠ 40/1998).

Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.

Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 410/2017).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1504/2018).

Στους λόγους δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλομΣτΕ 3177/2014).

Περαιτέρω, με το ν. 4238/2014 (ΦΕΚ A' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο ΕΣΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

σε αυτό, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8 άλλαξε ο σκοπός του ΕΟΠΥΥ και από πάροχος υπηρεσιών υγείας, που ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, μετατράπηκε σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.

Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης, ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5.

ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)]. "Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε.

υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε.

υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4.

Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.

που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26. Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.

Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (ΑΠ 1464/2021).

Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ΝΔ 1204/1972 (όσο αυτό ίσχυε μέχρι την 1.6.2011, οπότε κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του 3818/2011 "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας", όπως κατωτέρω ειδικότερα θα αναφερθεί), προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Εξάλλου, ορίζονται στο άρθρο 5 του ίδιου διατάγματος, υπό τον τίτλο "Νομική Κατάστασις", ότι: "1.Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών.

Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθένειας εκ του ΙΚΑ 2. Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι.".

Επομένως, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.

Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου ΝΔ, υπό τον τίτλο "Ειδικοί συμβάσεις", ορίζεται ότι "Εφ' όσον αι τοπικοί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τίνος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.

Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών.". Περαιτέρω, το άρθρο 18 του Ν 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει:

Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους, στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ.

στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ΝΔ 1204/1972, ενώ, τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΝΔ 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ΝΔ 1204/1972.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι ιατροί που συνδέονται με το ΙΚΑ βάσει σύμβασης διεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ΝΔ, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του Ν 2150/1993 μισθολογική εξομοίωσή τους με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000), οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε αυτών του Ν2112/1920, ούτε του ΠΔ 410/1988, που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και θεμελιώνουν την υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση καταγγελίας, καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ή σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, θεμελιώνουν υπέρ του εργαζόμενου, αξίωση αποδοχών υπερημερίας.

Επομένως, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και μετά την ισχύ του Ν 2150/1993, του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Εξάλλου, μετά την προαναφερθείσα 5/2000 απόφαση του ΑΕΔ ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο Ν 3232/12.2.2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου".

Όμως, η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του.

Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του ΠΔ 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.. Με το άρθρο 55 αυτού ορίσθηκε η αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του προσωπικού που καταλαμβάνει και με το άρθρο 89 ορίζεται ότι για θέματα που δεν ρυθμίζονται από το υπόψη ΠΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Οι παρατιθέμενες, όμως, αυτές διατάξεις του ΠΔ 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς που συνδέονται με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ΝΔ 1204/1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση κατά τα προαναφερόμενα.

Συνοψίζοντας όσα προαναφέρθηκαν, για τους γιατρούς που έχουν συνάψει ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου με βάση το άρθρο 10 του ανωτέρω ΝΔ 1204/1972 εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του ίδιου ΝΔ, κατά τις οποίες οι εν λόγω συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές σχέσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προεκτεθέντα.

Οι συμβάσεις αυτές, "ειδικές" κατά τη διατύπωση του νόμου, που καταρτίζονται κατ' επίκληση του άρθρου 10 του εν λόγω ΝΔ αποτελούν συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον για τη σύναψη αυτών δεν διαγράφεται από τον νόμο ειδική διοικητική διαδικασία, ούτε προβλέπονται στον νόμο ρήτρες, οι οποίες θα εξασφάλιζαν υπέρ του ΙΚΑ υπερέχουσα θέση έναντι των αντισυμβαλλομένων ιατρών κατά την λειτουργία των εν λόγω συμβάσεων.

Εξ άλλου, η φύση της σχέσεως, που συνδέει τους ιατρούς με το ΙΚΑ με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις, ως ιδιωτικού δικαίου, δεν μεταβλήθηκε με την μισθολογική εξομοίωση ορισμένων από τους ιατρούς αυτούς (δηλαδή εκείνων που δεν εμπίπτουν στις προβλεπόμενες στην παρ. 3 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 εξαιρέσεις) με τους μόνιμους ιατρούς θεραπευτές του Ιδρύματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν 2150/1993.

Συνεπώς, οι διαφορές που αναφύονται στο πλαίσιο τέτοιου είδους ειδικών συμβάσεων αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, δεν είναι διοικητικές, αλλά ιδιωτικές διαφορές, για την επίλυση των οποίων αρμόδια είναι τα πολιτικά Δικαστήρια (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 9/2018, 21 και 22/2007, 330/2018,1042/2018, ΣΤΕ2196/2020). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).

Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών την κατά τα ανωτέρω απορριπτική της εφέσεως του εναγομένου - αναιρεσείοντος κρίση του στήριξε στα εξής: "Οι ενάγοντες είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων και οδοντίατροι, πλήρους απασχόλησης οι οποίοι από το 1993 εργάζονται στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας του ΙΚΑ συνδεόμενοι με βάση τα προαναφερθέντα με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Με βάση το Ν. 3198/ 2011 συνεστήθη ο ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Υπηρεσιών Υγείας) και μεταφέρθηκαν με τα ίδια δικαιώματα σε αυτόν έχοντες το δικαίωμα να ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, δεδομένου ότι αμείβονται ως απλοί υπάλληλοι ΠΕ και όχι όπως οι συνάδελφοι τους ιατροί του ΕΣΥ βάσει ειδικού μισθολογίου. Επιπλέον σε αντίθεση με τους ιατρούς του ΕΣΥ δεν είχαν τα ίδια κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα ούτε απασχολούντο στα απογευματινά ιατρεία του ΕΟΠΥΥ.

Για αυτόν το λόγο είχαν δικαίωμα να λειτουργούν ιδιωτικά ιατρεία, απασχολούμενοι κατά το χρόνο που επέτρεπε η εργασία τους στον ΕΟΠΥΥ και βάσει αυτών των δεδομένων είχαν διαμορφώσει την επαγγελματική, κοινωνική και προσωπική ζωή τους. Με το Ν. 4238/2014 στο πλαίσιο επιχειρούμενης μεταρρύθμισης του συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας επιχειρήθηκε η αιφνίδια αλλαγή του καθεστώτος εργασίας τους, δεδομένου ότι οι ενάγοντες τέθηκαν σε καθεστώς μηνιαίας διαθεσιμότητας και εκδόθηκαν οι σχετικές διαπιστωτικές πράξεις.

Οι ενάγοντες είχαν νόμιμο δικαίωμα εντός του πρώτου επταημέρου από την ημερομηνία που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα να υποβάλλουν αιτήσεις για ανάληψη υπηρεσίας στην οικεία ΔΥΠΕ υπό τον όρο ότι θα έπαυαν να ασκούν ελεύθερο επάγγελμα προσκομίζοντας τη σχετική βεβαίωση της οικείας ΔΟΥ περί, διακοπής του ελευθέρου επαγγέλματος (άρθρα 16 και 17 Ν.4238/2014).

Θα απασχολούντο δε στις οικείες ΔΥΠΕ κατά πλήρες ωράριο με τις ίδιες αποδοχές. Η έλλειψη κάθε μεταβατικής διάταξης για τους ενάγοντες ως προς τη θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης του ελευθέρου επαγγέλματος και της απασχόλησης στο δημόσιο σύστημα υγείας αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη αλλά και στο δικαίωμα για προστασία της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας και της προστασίας της περιουσίας καθόσον η άμεση εφαρμογή του ασυμβίβαστου προκαλεί ιδιαιτέρες δυσμενείς συνέπειες για αυτούς χωρίς να προκύπτει κάποιος υπέρτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να καθιστά απαγορευτική τη θέσπιση μεταβατικής ρύθμισης.

Οι προηγηθείσες από το έτος 2010 πρωτοφανείς δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που έπληξαν όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους και τους ενάγοντες έπρεπε να αποτελέσουν αποφασιστικό κριτήριο εκ μέρους του νομοθέτη για την εντός ευλόγου χρόνου ομαλή μετάβαση των εναγόντων στο νέο εργασιακό καθεστώς. Ασκούσαν την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα είτε με ίδιο κεφάλαιο είτε με δάνεια προκειμένου να είναι επαρκώς εξοπλισμένα τα ιατρεία και τα είχαν στελεχώσει με βοηθητικό και γραμματειακό προσωπικό.

Ευρέθησαν προ διλήμματος καθ' όσον εάν επέλεγαν την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος θα είχαν απωλέσει μία βασική πηγή εισοδήματος χωρίς να δύνανται να προσαρμοσθούν άμεσα στη νέα επαγγελματική και οικονομική πραγματικότητα. Εάν δε επέλεγαν να ενταχθούν στο δημόσιο σύστημα υγείας πέραν από την απώλεια του εισοδήματος από την πηγή αυτή, θα είχαν και πρόσθετες ανυπέρβλητες αιφνιδιαστικές δυσχέρειες από την υποχρέωση αποζημίωσης του προσωπικού των ιατρείων αχρήστευση του ιατρικού εξοπλισμού των ιατρείων, πληρωμή μισθωμάτων έως τη λήξη της συμβατικής μισθωτικής σχέσης.

Δεν είναι εμφανής κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να καθιστά απαγορευτική την πρόβλεψη μεταβατικής ρύθμισης. Δεν αιτιολογείται ούτε στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4238/2014 η άμεση έναρξη του ασυμβίβαστου των ιατρών ούτε η έλλειψη κάθε μεταβατικής ρύθμισης. Γενικά, μόνον όσον αφορά τη διαθεσιμότητα του προσωπικού του ΕΟΠΥΥ αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση: "Άρθρο 17 (άρθρο 16 στο τελικό κείμενο του Ν. 4238/2014).

Διαθεσιμότητα υπαλλήλων ΕΟΠΥΥ. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1, προκειμένου να επιτευχθεί σε σύντομο χρόνο η επιχειρούμενη μεταρρυθμιστική δράση στο χώρο της παροχής δημοσίων υπηρεσιών υγείας προβλέπεται η θέση του προσωπικού σε καθεστώς διαθεσιμότητας για το σύντομο χρονικό διάστημα του ενός μήνα".

Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο στόχος της σύντομης υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που επέρχονται με το Ν. 4238/2014 δεν εξαρτάται και δε σχετίζεται με τη δυνατότητα ή μη του ιατρικού προσωπικού του ΕΟΠΥΥ να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα πολύ περισσότερο που ο νομοθέτης θα μπορούσε να προβλέψει ότι οι ιατροί του ΕΟΠΥΥ είναι πλήρους όχι όμως ταυτόχρονα και αποκλειστικής απασχόλησης.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 18 ν. 4238/2014 σύμφωνα με την οποία "Εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης-μεταφοράς το παραπάνω προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του ΕΣΥ". Επιπλέον δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενόψει των προαναφερθέντων διατάξεων του Συντάγματος και του ΠΠΠ ΕΣΔΑ η νομοθετική επιβολή καθεστώτος αποκλειστικής απασχόλησης στους ενάγοντες.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάζεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, πολύ δε περισσότερο που οι ενάγοντες σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, πρόκειται να αξιολογηθούν για την κατάταξη τους σε θέση κλάδου ειδικευομένων ιατρών ΕΣΥ εντός οκταμήνου από την παραπάνω μετάταξη/μεταφορά τους (άρθρο πρώτο υποπαρ.

ΙΖ.1 του Ν. 4254/2014). Η ενοποίηση των δομών και του προσωπικού Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και η αποφυγή διχοτόμησης του προσωπικού (σε αυτούς που προέρχονται από το ΕΣΥ και είναι, αποκλειστικής απασχόλησης και σε εκείνους που προέρχονται από τον ΕΟΠΥΥ με δυνατότητα άσκησης ελευθέρου επαγγέλματος) δικαιολογούσε το ασυμβίβαστο μόνο μετά την κατάταξή του ιατρικού προσωπικού του ΕΟΠΥΥ σε θέσεις κλάδου ιατρών του ΕΣΥ, όχι όμως και πριν από αυτήν, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014, πολύ δε περισσότερο όταν η κατάταξή τους σε θέσεις του ΕΣΥ είναι μελλοντική και αβέβαιη, εφόσον έχει προβλεφθεί διαδικασία αξιολόγησης από την οποία θα εξαρτηθεί αν θα καταλάβουν ή όχι σχετική θέση στο ΕΣΥ, ακόμη δε και αν η αξιολόγηση είναι θετική ενδεχομένως να απαιτηθεί πολύς χρόνος προκειμένου να καταλάβουν θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων στο ΕΣΥ, εξακολουθώντας να αμείβονται ως απλοί υπάλληλοι ΠΕ.

Περαιτέρω η αιφνίδια διακοπή του ελευθέρου επαγγέλματος οδηγεί στην απώλεια της φήμης και των πελατών ασθενών τους, στοιχεία που δε θα μπορέσουν να επανακτήσουν σε περίπτωση που δεν καταλάβουν θέση, έστω και σε αβέβαιο χρονικό διάστημα στο ΕΣΥ. Λόγω, του ότι οι μονάδες υγείας έχουν ήδη ενταχθεί στις οικείες ΔΥΠΕ και ειδικότερα των εναγόντων στη β' εναγομένη 3η ΔΥΠΕ (Μακεδονίας) υφισταμένης διαδοχής εκ του νόμου (άρθρα 1 επ., 8 Ν. 4238/2014) πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη".

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972., τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 Ν.4238/2014 καθώς και τις Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Τούτο, διότι, οι διατάξεις του ν. 4238/2014 θεσπίσθηκαν προς το σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς το σκοπό αυτό.

Ο ανωτέρω σκοπός, αποβλέποντας στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιασδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.

Έτσι, για το λόγο αυτό και ενόψει ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά το ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών, είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.

Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για το σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, μετά την υποβολή αίτησης εντός της σύντομης προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού που προαναφέρθηκε και υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας.

Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ, βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση.

Κατ' ακολουθία, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υποστηρίζει ότι η απόλυση των αναιρεσιβλήτων δεν αντίκειται στις ως άνω Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, και γι' αυτό, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση του εναγομένου αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης (άρθρο 176 , 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και η από 15.4.2022 πρόσθετη παρέμβαση της προσθέτως παρεμβαίνουσας που ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υπέρ των αναιρεσιβλήτων για την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπέρ των αναιρεσιβλήτων υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 16/18.4.2022 Πρόσθετη παρέμβαση της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία " ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ,ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΥΓΕΙΑΣ" κατά της υπ' αριθμ. 6002/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6002/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1314/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων . Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος

από την Υπηρεσία η αρχαιότερη

της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ