1642/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1642/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ "Όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1642 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1642/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς (ΝΠΔΔ), νομίμως εκπροσωπουμένης, εδρεύουσας στον Πειραιά, 2. Σ…... κκ Σ... (κατά κόσμον Χ. Μ.), 3.Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "..." νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στον Πειραιά, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2τουΚ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2903/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 232/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, ήταν δυνατή η απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τούτου (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 1328/2015), ενώ μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ο απαιτούμενος για έκτακτη χρησικτησία χρόνος περιορίζεται σε είκοσι χρόνια, χωρίς να απαιτείται καλή πίστη, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23-2-1946 και μετά (1045 ΑΚ), ενώ αν πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του βρδ, τότε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου, που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των 30 ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των 20 ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η 30ετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των 20 ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου (23-2-1946).
Η επίκληση όμως του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή απαιτείται η νομή να ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (ΑΠ 1401/2015). Σε περίπτωση δε αναγνωριστικής κυριότητας ή διεκδικητικής αγωγής που αφορά ακίνητο με βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να είναι ορισμένο το δικόγραφό της, δεν αρκεί η αναφορά του ενάγοντος ότι νέμεται το πράγμα, αλλά και συγκεκριμένη παράθεση διακατοχικών εκ μέρους του πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, όπως η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη, η καλλιέργεια, η συλλογή καρπών και η μίσθωση (ΑΠ 642/2016, ΑΠ 360/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ "Όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".
Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος της που ανάγει την εκβιαζόμενη δήλωση βούλησης σε περιεχόμενο παροχής (ΑΠ 945/2017, ΑΠ 33/2009), θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει τον οφειλέτη σ' αυτήν (δήλωση βούλησης).
Προϋπόθεση είναι αφ` ενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντα ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφ' ετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα και η οποία, επί ακινήτου, πρέπει να προκύπτει από σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο (προσύμφωνο), είτε απ' ευθείας από το νόμο.
Στην τελευταία κατηγορία υπάγονται και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, δηλαδή εκείνες, με τις οποίες δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις υπέρ και σε βάρος αορίστου αριθμού προσώπων, όχι όμως και οι ατομικές διοικητικές πράξεις (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 582/1995). Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 335/2016).
Επιπλέον, η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και ερευνάται, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, αν δε το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή της παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις αυτές, τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της (ΑΠ 82/2016, 872/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 , επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα : " Οι ενάγοντες, αφού εξέθεταν στο δικόγραφο της αγωγής τους ότι ο αποκτήσας δυνάμει του υπ' αριθ. 38970/1936 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ.
Π., ... υπήκοος, Β. Κ., το ειδικότερα περιγραφόμενο ακίνητο, εμβαδού 4.227 τμ, στην περιοχή ..., ανέλαβε την υποχρέωση, δια του από 17-10-1936 ιδιωτικού συμφωνητικού, να δωρήσει στην (τότε) Πειραϊκή Εκκλησία τμήμα του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 1.560 τμ, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής εντός αυτού, με δικές του δαπάνες, ιερού ναού, που θα έφερε το όνομα της ..., στη μνήμη της συζύγου του, ότι δεν καταρτίστηκε το συμβόλαιο δωρεάς, αφού άρχισε εν τω μεταξύ ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, ότι με το από 19-8-1940 βασιλικό διάταγμα, που επικύρωσε τη συμφωνία περί δωρεάς, ο ήδη ανεγερθείς ιερός ναός ανακηρύχθηκε σε ... (τρίτο των εναγόντων), ότι στη συνέχεια το συγκεκριμένο τμήμα, ως εχθρική περιουσία, περιήλθε δια νόμου [άρθρο 1 παρ. 1α ν.δ. 1138/1949, άρθρο 1 ν. 1530/1950, άρθρο 3 παρ. 1α ν. 1539/1950 και άρθρο 2 παρ. 1 του από 4-5-1955 β.δ.) στο ελληνικό δημόσιο, ενώ το έτος 1953 η Μικτή Ελληνοϊταλική Επιτροπή με το υπ' αριθ. 913/30-9-2013 πρακτικό της αποφάσισε, πλην άλλων, το συγκεκριμένο αυτό τμήμα του ακινήτου του δωρητή να αποδοθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως το ελληνικό κράτος δεν έχει μέχρι σήμερα εκπληρώσει την ανειλημμένη υποχρέωσή του για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης της παρακείμενης του ναού και του προαυλίου του επιμέρους έκτασης των 741,97 τμ, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται, αντικειμενικής ήδη αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 300.000 ευρώ, επί της οποίας, όπως και στο μείζον τμήμα των 1.560 τμ, το τρίτο των εναγόντων από της ιδρύσεώς του ασκούσε πράξεις νομής, διανοία κυρίου, αποστέλλοντας κατ' επανάληψη επιστολές προς το Υπουργείο Οικονομικών, από το έτος 1968, με αίτημα να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση, ενώ εκδόθηκε και η υπ' αριθ. 21539/1969 απόφαση του (τότε) Υπουργού Συντονισμού, με την οποία παραχωρείτο το οικόπεδο στο ίδιο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αξιοποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου, προς εξυπηρέτηση των πνευματικών και υλικών αναγκών του, ζητούσαν, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της : 1/ Να αναγνωριστεί ότι το τρίτο των εναγόντων νέμεται διανοία κυρίου το συγκεκριμένο τμήμα των 741,97 τμ και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να το αποδώσει στους ενάγοντες, 2/ Να καταδικαστεί το εναγόμενο σε δήλωση βουλήσεως περί της μεταβιβάσεώς του, και να προβεί και σε κάθε απαραίτητη σχετική ενέργεια, άλλως, σε περίπτωση άρνησής του, να επιτραπεί στους ίδιους να το πράξουν με δαπάνες του και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά τους έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύθηκαν επιτρεπτώς δύο αιτήσεις (άρθρο 218 § 1 του ΚΠολΔ), μία διεκδικητική ακινήτου και μία περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως....., τυγχάνει σύμφωνα με τις σχετικές σκέψεις και διατάξεις που προηγήθηκαν : Α] καθό μέρος ασκείται από το πρώτο [ΝΠΔΔ Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς] και τον δεύτερο [...] των εναγόντων, απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, τόσο ως προς την απόδοση του επιδίκου (διεκδικητική), όσο και την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, εφόσον, δεν αποτελούν υποκείμενα των επίδικων έννομων σχέσεων.
Β] κατά τα λοιπά, ως προς το τρίτο των εναγόντων [...] : 1/ η μεν σωρευθείσα διεκδικητική αγωγή τυγχάνει αόριστη, καθόσον ουδόλως εκτίθενται, για την πληρότητά της, εμφανείς υλικές πράξεις νομής ούτε του ιδίου αλλά ούτε και των δικαιοπαρόχων του, άμεσου και απώτατων, ώστε αφενός να καταστεί δυνατός ο συνυπολογισμός τους, αφετέρου δε να δύναται να ελεγχθεί υπό ποίο νομικό καθεστώς θα ηδύνατο να συμπληρωθεί ο αληθώς υποτιθέμενος χρόνος χρησικτησίας, αλλά ούτε και η καλή πίστη τους, για το χρόνο που διανύθηκε προ της εισαγωγής του αστικού κώδικα, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος της δικής του νομής, αρξάμενος κατά τα εκτιθέμενα στις 17-10-1936, καταλύθηκε στις 4-5-1955, που το επίδικο, ως εχθρική περιουσία, περιήλθε στο Δημόσιο, αποκλειόμενης έκτοτε της νομής οποιουδήποτε τρίτου, ενώ δεν υπήρξε παραδεκτή συμπλήρωση με τις προτάσεις των ειδικότερων αυτών πράξεων δηλωτικών της βούλησής του να εξουσιάζει το επίδικο, που λόγω της χρονικής τους διάρκειας δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως, χωρίς δηλαδή προσμέτρηση, να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητας εκ μέρους του με έκτακτη χρησικτησία 2/ η αγωγή (αίτηση) περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, είναι μη νόμιμη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα δεν υπήρξε διάταξη νόμου ή έγκυρο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, στα οποία να θεμελιώνεται η σχετική υποχρέωση του ελληνικού δημοσίου".
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, κρίνοντας το Εφετείο την αγωγή των αναιρεσειόντων ως απορριπτέα α) κατά το μέρος που αφορά το αίτημα περί καταδίκης σε δήλωση βούλησης, δεν παραβίασε (κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου δικογράφου) τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, διότι η φερόμενη υποχρέωση του αναιρεσίβλητου δεν απορρέει ούτε από νομοτύπως καταρτισθείσα δικαιοπραξία, ούτε απευθείας από το νόμο, στον οποίο δεν εντάσσονται το από 19-8-1940 β.δ., με το οποίο εγκρίθηκε η σύσταση του τρίτου αναιρεσείοντος ιδρύματος, το υπ' αριθ. 913/30-9-1953 πρακτικό της μικτής Ελληνοϊταλικής Επιτροπής και η υπ' αριθ. 21539/2-5-1969 απόφαση του Υπουργού Συντονισμού, που δεν έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, β) ορθώς αποφάνθηκε τόσο κατά το μέρος που αφορά την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο της πρώτης και του δεύτερου των αναιρεσειόντων-εναγόντων, εφόσον προς άσκηση της σχετικής αγωγής άμεσο έννομο συμφέρον έχει μόνο το τρίτο αναιρεσείον-ενάγον ίδρυμα και όχι εκείνοι, δηλαδή η πρώτη (Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς), ως ασκούσα δια του δευτέρου (...) την εποπτεία και τον έλεγχο επί του τρίτου, όσο και κατά το μέρος που αφορά το τελευταίο (ίδρυμα) ως προς το σκέλος της διεκδικητικής αγωγής.
Ως εκ τούτου αμφότεροι οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθμούς 1 και 14 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2017 αίτηση των α) ..., β) ... και γ) Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 232/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ