Legislator Case Law & Legislation
1642/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal on public order invalidity of labor contract due to missing health certificate.

Case Number 1642/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for back pay. The plaintiff argued that the labor contract was void due to the employer's failure to obtain a mandatory health certificate, a defect affecting public order. The Court held that this specific invalidity can be raised for the first time on appeal because it concerns public order and is subject to ex officio examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 174, 180 of the Civil Code; Article 269(1) of the Code of Civil Procedure: Where a labor contract is void due to lack of a mandatory health certificate affecting public order, this defect may be raised for the first time on appeal as it concerns public order and is subject to ex officio examination.

Keywords

AI generated
labor contract invalidity health certificate requirement public order defense first time appeal ex officio examination back pay claim public health safety

Cited Legislation

AI generated
Articles 380, 656 and 657 of the Civil Code
Article 14 of the Ministerial Decision 8577/1983
Articles 3, 174 and 180 of the Civil Code
Article 269(1) of the Code of Civil Procedure
Article 520 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1642 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1642/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγήτη, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Νικολούλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Χατζή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1100/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/6/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 380, 656 και 657 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι, αν, ενώ διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη, γίνει αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εργαζομένου, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση του να καταβάλει μισθό υπερημερίας. Εξάλλου, από το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/Αυγ. 1983/8.9.83 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/40, ως ισχύει μετά την αντικατάσταση του αρχικά από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β711-11-92), και στη συνέχεια με την ΥΑ Υ1γ//2012 (ΥΑ ΥΙγ/Γ.Π/οικ 35797 ΦΕΚ Β 1199 2012, που ορίζει ότι "Όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας......

σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι όπου απαιτείται κατά την κατάρτιση συμβάσεως εργασίας ο εφοδιασμός από τον εργαζόμενο με βιβλιάριο υγείας, όπως συμβαίνει στις εργασίες εστιατορίων και λοιπών επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος η έλλειψη του βιβλιαρίου η παράλειψη θεώρησης του δημιουργεί ακυρότητα της συμβάσεως, ακυρότητα που αφορά τη δημοσία τάξη, αφού αποβλέπει στη δημοσία υγεία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο με συνέπεια ο εργαζόμενος να διατελεί σε απλή σχέση εργασίας προς τον εργοδότη (Α.Π.904/2004 ).

Γι' αυτό και σύμφωνα με τα άρθρα 269 παραγρ. 1 και 527 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο εφετείο και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό έγινε υπό την προγενέστερη ισχύ τους δεδομένου ότι καταργήθηκε το πρώτο και αντικαταστάθηκε το δεύτερο από τα άρθρα δεύτερο και τρίτο αντίστοιχα άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται από 1-1-2016 για τα κατατιθέμενα ένδικα μέσα, η ακυρότητα αυτή μπορεί να προταθεί και στο Εφετείο για πρώτη φορά. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, μετά τη συμπλήρωση έτους, παραλείψει να θεωρήσει το βιβλιάριο του, οπότε το επιγενόμενο αυτό περιστατικό δημιουργεί ακυρότητα για το μέλλον της αρχικά έγκυρης συμβάσεως εργασίας (Α.Π 569 1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.ΑΠ 12/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, που δίκασε την από 3-2-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν 165/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί την από 7-12-2012 αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η ενάγουσα προσελήφθη στις 26-1-1994 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τον Π.

Β. για να εργασθεί στον οίκο ευγηρίας, που αυτός διατηρούσε ως ατομική επιχείρηση στην Αθήνα, με την ειδικότητα της θεραπαινίδας. Ότι μετά από διετία περίπου που η τελευταία απέκτησε πτυχίο του ιδιωτικού ΤΕΛ "ΑΚΜΗ" άλλαξε ειδικότητα και εργαζόταν πλέον ως φυσικοθεραπεύτρια και έτσι δηλωνόταν από την επιχείρηση.

Ότι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 ο Π.Β. μεταβίβασε την ως άνω επιχείρηση του στην πρώτη εναγομένη ετερρόρυθμη εταιρεία, διαχειριστής και ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος. Ότι πρώτη εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 27-7-2012 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της με προειδοποίηση πέντε μηνών.

Ότι την 28-9-2012 η πρώτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου εναγομένου υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας μήνυση για απάτη σε βάρος της σχετικά με την ιδιότητα αυτής της φυσιοθεραπεύτριας και στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη επικαλούμενη τη μήνυση κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας τη 1-10-2012 χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν σκόπιμα τη μήνυση σε βάρος της ενάγουσας προκειμένου να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας της χωρίς την καταβολή αποζημίωσης και ως εκ τούτου η από 1-10-2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική αλλά και επειδή δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Περαιτέρω, δέχθηκε το εφετείο ότι, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, η ένδικη σύμβαση είναι ενεργή και η πρώτη εναγομένη κατέστη υπερήμερη και αρνούμενη έκτοτε τις υπηρεσίες της ενάγουσας οφείλει σε αυτήν τους μισθούς υπερημερίας από 1-10-2012 έως τη συζήτηση της αγωγής 18-11-2013 σύμφωνα με το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, όπως αυτό περιορίστηκε με τις προτάσεις.

Ακολούθως έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την έφεση που με τους λόγους της υποστηρίζονταν τα αντίθετα, απορρίπτοντας ταυτόχρονα και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, τους οποίους είχε δεχθεί ότι ασκήθηκαν παραδεκτά σύμφωνα με το άρθρο 520 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο ισχυρισμός (ένσταση) ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη επειδή αυτή δεν είχε θεωρήσει το βιβλιάριο υγείας από 5-7-2006 που έληξε η ισχύς του, κρίνοντας ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά ο ως άνω ισχυρισμός (ένσταση) καθόσον δεν προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό και επειδή δεν γίνεται επίκληση των λόγων βραδείας προβολής του στο Εφετείο, για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής.

Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη ως προς την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού (ένστασης) των εναγομένων λόγω απαραδέκτου της προβολής του, καθόσον η έλλειψη του βιβλιαρίου υγείας εργαζόμενου σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, όπως η πρώτη εναγομένη, ή η μη θεώρηση του, δημιουργεί ακυρότητα της συμβάσεως, ακυρότητα που αφορά τη δημοσία τάξη, αφού αποβλέπει στη δημοσία υγεία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση που παρατίθεται στην αρχή της παρούσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 269 του Κ.ΠολΔ, ως ίσχυε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο εφετείο, και μπορεί να προταθεί παραδεκτά στο εφετείο για πρώτη φορά, όπως στην κρινόμενη υπόθεση προτάθηκε.

Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης από το αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη για την ως άνω απόρριψη της ένστασης της που προβλήθηκε το πρώτον στο εφετείο με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης.

Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττημένου αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 1100/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ