Legislator Case Law & Legislation
1642/2012 AI generated

1642/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1642/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1642/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται, ούτως ώστε προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του και ειδικότερα ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που όφειλε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ. 2 ΑΚ.

Keywords

AI generated
programme agreement distance education agreement non-implementation of the offending agreements service maintenance contract information technology contract unpaid licensing royalties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1642 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1642/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 227/2008 πράξη Προέδρου του Αρείου Πάγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30969/ 2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1910/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 2-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από την προσκομιζόμενη 7892/16-7-2012 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρ. 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος εκπληρώνει πλημμελώς από δόλο ή αμέλεια τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την σύμβαση εργασίας, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εργοδότη για τη ζημιά που του προξένησε. Ο εργοδότης που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας οφείλει να επικαλεστεί την παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας.

Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται, ούτως ώστε προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του και ειδικότερα ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που όφειλε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ. 2 ΑΚ.

Επομένως αν δεν προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός του εργαζομένου περί ελλείψεως πταίσματός του, το δικαστήριο δεν οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογίες που να θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εργαζομένου προσδιορίζοντας και το βαθμό του πταίσματος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εφόσον είχαν προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ή συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεις και δη αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του ίδιου κώδικα. Με βάση τα παραπάνω δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διατηρεί από ετών στη Θεσσαλονίκη ατομική εργοληπτική επιχείρηση με αντικείμενο την εκτέλεση δημόσιων τεχνικών έργων για τη βελτιστοποίηση και αυτοματοποίηση εγκαταστάσεων ύδρευσης πόλεων.

Το έτος 1999, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, όντας τότε απόφοιτος του Τμήματος Τεχνολόγων Αυτοματισμού των Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης, πραγματοποίησε στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος την απαιτούμενη για το πτυχίο του πρακτική άσκηση η οποία διήρκησε από 1-4 έως 30-9-1999. Μετά την ολοκλήρωση της πρακτικής άσκησής του, ο αναιρεσείων τον προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας (ορισμένης) από 1-10-1999 έως 31-3-2000, η οποία, με τη λήξη της, ανανεώθηκε εγγράφως για άλλους οκτώ μήνες (μέχρι 30-11-2000).

Κατά τις συμβάσεις αντικείμενο των εργασιών του ήταν ο χειρισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, η δημιουργία βάσεων δεδομένων, η ανάπτυξη λογισμικού για τον τηλεέλεγχο και τηλεχειρισμό αντλιοστασίων κ.λπ. Οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που οι διάδικοι προσέδωσαν, ήταν εξαρτημένης εργασίας, όπως δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 1876/2001 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή των αποδοχών του μηνός Νοεμβρίου 2000 και των δώρων Χριστουγέννων 1999, 2000 αποδοχών και επιδόματος αδείας 2000, καθόσον ο αναιρεσίβλητος κατά την παροχή της εργασίας του, τελούσε σε νομική εξάρτηση από τον αναιρεσείοντα εργοδότη, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία του και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της εργασίας.

Το έτος 1999, ο αναιρεσείων με την από 20-7-1999 σύμβαση, ανέλαβε από τη Δ.Ε.Υ.Α. Κιλκίς την εκτέλεση του έργου "Έλεγχος ενεργειακής κατανάλωσης συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής νερού στο Δήμο Κιλκίς". Στα πλαίσια αυτού του έργου, ο αναιρεσείων ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο να καταρτίσει και να του παραδώσει μέχρι τις 30-11-2000 το λογισμικό για τον τηλεέλεγχο και τον τηλεχειρισμό δικτύου ύδρευσης, δηλαδή του ανέθεσε να καταρτίσει το πρόγραμμα που γράφεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και εκτελείται εξ ολοκλήρου από τον υπολογιστή με στόχο τον τηλεέλεγχο και τηλεχειρισμό του ως άνω δικτύου ύδρευσης.

Η έγκαιρη και άρτια αποπεράτωση του έργου αυτού ήταν απαραίτητη για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος έναντι της Δ.Ε.Υ.Α. Κιλκίς (εργοδότριας του έργου του Δήμου Κιλκίς). Ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του έως τη λήξη της σύμβασης απασχολούμενος με την ανάπτυξη του παραπάνω πρoγράμματoς, το οποίο και ολοκλήρωσε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα.

Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του στο ως άνω πρόγραμμα, ο αναιρεσείων ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία. Ο έλεγχος δεν ήταν τυπικός, αλλά ουσιαστικός γιατί και ο ίδιος είχε εμπειρία από την ανάπτυξη τέτοιων προγραμμάτων, αλλά κυρίως γιατί γνώριζε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε μεν γνώσεις τέτoιων προγραμμάτων, χωρίς όμως προηγούμενη εμπειρία, καθόσον μέχρι τον Οκτώβριο 2000 ήταν φοιτητής των Τ.Ε.Ι.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων επιδείκνυε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πορεία και το επιτυχές αποτέλεσμα της εργασίας του, παρακολουθούσε τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσίβλητος και συχνά έλεγχε και ο ίδιος το ως άνω πρόγραμμα, προκειμένου να διαπιστώσει ότι όλες οι εργασίες του είναι σωστές και σύμφωνες κατά με διδάγματα επιστήμης.

Κατά τη δημιουργία αυτού του προγράμματος ο αναιρεσίων δεν διαπίστωσε κάποιο λάθος ή ατέλεια. Αλλά και καμία διαμαρτυρία δεν υπήρξε εκ μέρους του για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ή για ενασχόλησή του και με άλλες δικές του δραστηριότητες. Όπως επίσης και με την παράδοση του έργου του λογισμικού δεν διατυπώθηκε καμία επιφύλαξη ή διαμαρτυρία του αναιρεσείοντος ως προς την πληρότητα αυτού, ούτε αποδείχθηκε ότι το έργο αυτό είχε ελαττώματα που αναιρούσαν τη χρήση του και δεν λειτουργούσε, εν μέρει ή συνολικά, σωστά.

Επί μακρόν δεν υπήρξε τέτοια διαμαρτυρία εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αν και ο αναιρεσίβλητος λίγες ημέρες μετά τη λήξη της σύμβασης, διεκδίκησε δικαστικά τις αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου 2000 και τα δώρα Χριστουγέννων 1999, 2000 κ.λπ. Πολύ αργότερα, το έτος 2003, ισχυρίστηκε, με αγωγή ότι το πρόγραμμα είχε αρκετά λάθη, τα οποία διόρθωσε ο ίδιος απασχολούμενος επί 4 μήνες, δημιουργώντας ουσιαστικά νέο λογισμικό.

Έτσι, ο προβαλλόμενος όψιμα ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εκτέλεσε με επιμέλεια την εργασία του και, ότι εξ αυτού του λόγου, το πρόγραμμα λογισμικού που ανέπτυξε δεν λειτουργούσε, αναγκαζόμενος να αναθέσει την εκτέλεση αυτού σε τρίτο (τον Α. Λ.), στον οποίο και κατέβαλε το ποσό των 8.830,52 ευρώ, δεν αποδείχτηκε.

Επομένως, κατά τον ουσιαστικά βάσιμο ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσιβλήτου, ότι δεν βαρύνει πταίσμα αυτόν και αμελή εκτέλεση της εργασίας του που παραδεκτά προτείνει προς απόκρουση της εφέσεως (άρθρ. 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) δεν θεμελιώνεται υποχρέωση του εναγομένου για αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 652, 288 του Α.Κ., ή και 914 του Α.Κ.

και τα σχετικά αιτήματα της αγωγής (για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης και αφορούσαν τα πιο πάνω κεφάλαια της αγωγής, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφανθεί ομοίως, ως ουσιαστικά αβάσιμους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά το μέρος που δέχτηκε ότι η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ελλείψεως πταίσματος αυτού παραδεκτά προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του, προς απόκρουση των λόγων της εφέσεως, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά, ούτε παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα λόγω αοριστίας της ένστασης αυτής, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, αυτός, προς απόκρουση των λόγων της έφεσης του αναιρεσείοντος, παραδεκτά κατ' άρθρο 527 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

ισχυρίστηκε ότι για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρει (οι οποίοι στοιχειοθετούν αρκούντως την έλλειψη πταίσματος αυτού) ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η εργασία που του ανέθεσε ο αναιρεσείων είχε ελαττώματα, ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του αληθώς από τον αριθμό 14 και όχι και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, σύμφωνα με τα παραπάνω που δέχτηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του σχετικά με την έλλειψη πταίσματος του αναιρεσιβλήτου και κατά συνέπεια την μη υποχρέωση του για καταβολή αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 652, 288 ΑΚ, ορθώς ερμήνευσε τις εν λόγω διατάξεις, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή τους, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 689 και 690 ΑΚ, οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση.

Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη:

α) τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το ελάττωμα του επίδικου λογισμικού που είχε αναθέσει στον αναιρεσίβλητο διαπιστώθηκε από αυτόν μετά την παράδοση του και β) τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του από 1-4-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ο αναιρεσίβλητος θα του όφειλε το ποσό του 1000.000 δρχ.

ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση που θα διέκοπτε πρόωρα τη συνεργασία τους, καθώς η αποχώρηση του θα είχε άμεσες οικονομικές επιπτώσεις στην επιχείρηση του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν έγγραφα που η αναιρεσείουσα νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον αυτού και συγκεκριμένα:

α) το από 18-12-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντα και της "Σκυροδέμα Χαλκιδικής ΑΕ" και β) πέντε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 8830,52 ευρώ που εξέδωσε ο Α. Λ. για το έργο που έκανε. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος στο οποίο κατέληξε έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα μεταξύ των συμπεριλαμβάνονται και τα παραπάνω, αφού δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν αυτά υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α.

και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λπ.. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους.

Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης.

Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως.

Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων - ενάγων ισχυρίζεται ότι εις βάρος του έχει εκδοθεί η αναφερόμενη πράξη επιβολής Εισφορών που εκδόθηκε από το ΙΚΑ ποσού 5.903,83 ευρώ το οποίο οφείλει να καταβάλει στο ΙΚΑ, μετά από καταγγελία του αναιρεσιβλήτου η οποία αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές για την απασχόληση αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1999 έως και τον Νοέμβριο του 2000, από το συνολικό δε αυτό ποσό 3.935,89 ευρώ βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο και αφορούν τις ασφαλιστικές εισφορές του που δεν είχαν παρακρατηθεί από το μισθό του.

Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το εν λόγω ποσό, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν είναι νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο αναιρεσείων κλήθηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό των εισφορών δεν αναφέρει όμως ότι κατέβαλε ως όφειλε ολόκληρο το ποσό συμπεριλαμβανομένου και του αιτούμενου ποσού που αφορά τον αναιρεσίβλητο απαραίτητη προϋπόθεση για να αξιώσει την καταβολή τους από τον αναιρεσείοντα.

Επομένως το Εφετείο το οποίο απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι εφόσον παρήλθε χρονικό διάστημα δύο μηνών από την καταβολή του μισθού βαρύνεται αποκλειστικά ο αναιρεσείων έναντι του ΙΚΑ για την πληρωμή των εισφορών που αναλογούν στον εργαζόμενο χωρίς να μπορεί να αξιώσει από τον αναιρεσίβλητο το ποσό που αντιστοιχεί στη συμμετοχή του ίδιου κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε ορθό τελικά αποτέλεσμα κατέληξε και οι, έβδομος και ένατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, ο όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών από την καταβολή και ως εκ τούτου ο ίδιος είναι υπόχρεος να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές χωρίς να μπορεί να τις αξιώσει από τον εργαζόμενο, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού κατά τα προεκτεθέντα η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν είναι νόμιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση του Π. Τ. για αναίρεση της 1910/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ