Legislator Case Law & Legislation
1642/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal due to insufficient reasoning on abuse of right.

Case Number 1642/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the plaintiff's claim. The lower court had rejected the claim based on the abuse of right doctrine but failed to provide sufficient reasoning regarding the specific facts and the plaintiff's knowledge of the property status. The Court found the lower court's decision legally flawed because it did not adequately explain why the plaintiff's conduct constituted an abuse of right or why the consequences were disproportionate. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Abuse of right requires clear demonstration of unjustified conduct and disproportionate consequences, and lower court decisions lacking sufficient reasoning on these elements are subject to annulment.

Keywords

AI generated
abuse of right doctrine insufficient reasoning annulment of judgment remand for retrial proportionality of consequences good faith principles Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 17/1995
Supreme Court Case 62/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1642 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1642/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Ζάντζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8914/1998 του ίδιου δικαστηρίου και 3296/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2007 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.

Οι συνέπειες που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 17/1995). Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της προβληθείσας υπ' αυτής από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "...

Με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλικής Γκίκα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τόμος ... και αριθμός ...) και κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσεως και λόγω συμβάσεως πωλήσεως, η εναγόμενη φέρεται ότι απέκτησε την κυριότητα από τον Ι1, ενός αγροτεμαχίου, μετά της εντός αυτού οικίας αποτελούμενης από δυο (2) δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, εκτάσεως 196,35 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., το οποίο εμφαίνεται στο από Μαΐου 1960 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ1 που είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Ιων. Βάμβακα, με τον αριθμό ένα (1) τούτου και αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. (Ω3) τετραγώνου του ίδιου σχεδιαγράμματος και συνορεύει περιμετρικά, κατά τον τίτλο κτήσεως του, βόρεια με ιδιωτική οδό επί της οποίας έχει πρόσωπο 16,50 μέτρων, νότια με το υπ' αριθμό (3) αγροτεμάχιο του αυτού ως άνω σχεδιαγράμματος επί πλευράς μέτρων 16,50 μέτρων, ανατολικά με το υπ 1 αριθμ.

δύο (2) αγροτεμάχιο ιδίου σχεδιαγράμματος επί πλευράς 11,90 μέτρων και δυτικά με ιδιωτική οδό πλάτους 6 μέτρων. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα στο δικαιοπάροχο της εναγόμενης λόγω πωλήσεως τούτου προς αυτόν από μέρους του Π1, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίου Ιωάννου Νταϊφώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...(τόμος ...

και αριθμός ...), το οποίο (ακίνητο) είχε προηγουμένως περιέλθει σ' αυτόν επίσης λόγω πωλήσεώς του από μέρους του Γ1, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβόλαιου του σ/φου Αθηνών Πέτρου Αναγνωστόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...(τόμος ... και αριθμό ...) και στον τελευταίο τούτον είχε περιέλθει ωσαύτως λόγω πωλήσεως από μέρους του Ν1, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Μιχαήλ Ιωάννου Βάμβακα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...(τόμος ...

και αριθμός ...). Αντίθετα το ακίνητο της ενάγουσας (αγροτεμάχιο) κατά τον τίτλο κτήσεώς της, υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του σ/φου Αθηνών Πέτρου Γεωργίου Αναγνωστοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ... και αριθμός ...), φέρεται ότι αποκτήθηκε λόγω πωλήσεώς του από τον Γ1 και σ' αυτόν (τίτλο κτήσεως) αναφέρεται ως αγροτεμάχιο εκτάσεως 196,35 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...τέως Δήμου ..., εμφαινόμενο στο από 1960 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ1 το οποίο είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Ιωάννου Βάμβακα με αριθμό δύο (2) και αποτελεί τμήμα του υπ 1 αριθμ. ωμέγα κεφαλαίο τρία (Ω3) τετραγώνου του διαγράμματος τούτου και συνορεύει κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσεως βόρεια με ιδιωτική οδό επί της οποίας έχει πρόσωπο 16,50 μέτρων νότια με το υπ' αριθμ.

τέσσερα (4) αγροτεμάχιο του ίδιου ως άνω σχεδιαγράμματος επί πλευράς 16,50 μέτρων ανατολικά με ιδιωτική οδό επί της οποίας έχει πρόσωπο 11,90 μέτρων και δυτικά με το υπ' αριθμ. (1) αγροτεμάχιο του αναφερομένου σχεδιαγράμματος. Το αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο (αγροτεμάχιο) είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχό της (Γ1) λόγω πωλήσεως σ' αυτόν από μέρους του Ν1 δυνάμει του υπ' αριθμ....

συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Μιχαήλ Ιωάννου Βάμβακα, το οποίο είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...(τόμος ...και αριθμός ...). Από τη σύγκριση των αναφερομένων δύο τίτλων κτήσεως των αγροτεμαχίων ... (από μέρους της ενάγουσας) και ... (από μέρους του απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγόμενης) προκύπτει, ότι τα δύο ακίνητα (αγροτεμάχια) που μεταβιβάσθηκαν λόγω πωλήσεως από το έτος τούτο (1973) ανήκαν κατά κυριότητα στο ίδιο πρόσωπο (Γ1).

Ακόμη, από τους ίδιους τίτλους κτήσεως (συμβόλαια πωλήσεως) τα δύο αγροτεμάχια έχουν την ίδια ακριβώς επιφάνεια "196,35 τ.μ.", βρίσκονται στην ίδια θέση "..." και ίδια κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ..., τέως Δήμου ... εμφαίνονται στο ίδιο σχεδιάγραμμα "από Μαΐου ... του μηχανικού Μ1, που είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του σ/φου Αθηνών Μιχαήλ Ιωάννου Βάμβακα" και αποτελούν τμήμα του ίδιου τετραγώνου του ανωτέρω σχεδιαγράμματος "ωμέγα κεφάλαιο τρία "Ω3". Επί πλέον και στα δύο συμβόλαιο αναφέρεται ως τίμημα αποκτήσεως της κυριότητας των, το έτος 1973, το ίδιο ακριβώς ποσό των 50.000 δραχμών για καθένα τούτων. Διαφέρουν όμως ως προς τον αριθμό του σχετικού σχεδιαγράμματος, της ενάγουσας έχει αριθμό σχεδιαγράμματος (2) ενώ το ακίνητο του απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγόμενης έχει αριθμό ένα (1).

Ακόμη αυτά διαφέρουν και ως προς τα όρια των. Όπως για καθένα τούτων προσδιορίζονται ανωτέρω στα οικεία συμβόλαια (τίτλους κτήσεως). Επί πλέον στους ανωτέρω αναφερόμενους δύο (2) τίτλους κτήσεως (... και ...), οι οποίοι καταρτίστηκαν το έτος 1973 δεν αναφέρεται κτίσμα σε κανένα από τα δύο ακίνητα (αγροτεμάχια οικόπεδα).

Ομοίως δεν αναφέρεται κτίσμα στο υπ' αριθμ. ... ανωτέρω συμβόλαιο του εκ των δικαιοπαρόχων της εναγόμενης. Στο συμβόλαιο όμως της εναγόμενης από τον άμεσο δικαιοπάροχό της (...) αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται σ' αυτή το ακίνητο (αγροτεμάχιο) με αριθμό αναφερομένου σχεδιαγράμματος ένα (1) "....μετά της εν αυτώ οικίας εκ δύο (2) δωματίων και βοηθητικών χώρων εκτάσεως...".

Το κτίσμα, όμως, αυτό υπήρχε στο με αριθμό σχεδιαγράμματος δύο (2) ακίνητο (αφορά το ακίνητο του τίτλου της ενάγουσας) και όχι στο με αριθμό ένα (1) ακίνητο (που αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως της εναγόμενης). Από την ανωτέρω αναφορά του συμβολαίου της εναγόμενης ... αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον κατά χρόνο καταρτίσεως και υπογραφής του συμβολαίου της (...) στο με αριθμό σχεδιαγράμματος δύο (2) ακίνητο υπήρχε κτίσμα (οικία), το οποίο έκτοτε παραδόθηκε από τον αναφερόμενο άμεσο δικαιοπάροχό της στην εναγόμενη στο οποίο εγκαταστάθηκε αυτή μετά της οικογένειας της, ασκώντας έκτοτε επί του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του.

Δηλαδή στον τίτλο κτήσεως της εναγόμενης περιγράφεται με βάση τον αριθμό σχεδιαγράμματος και τα αναφερόμενα όρια του το ακίνητο με αριθμό (1) ενώ παραχωρήθηκε σ' αυτή το ακίνητο με αριθμό (2) εντός του οποίου και μόνο υπήρχε το κτίσμα και το οποίο νεμόταν πριν από την εναγόμενη ο άμεσος δικαιοπάροχος της εναγόμενης, ο οποίος και είχε κατασκευάσει αυτό (κτίσμα).

Τα δύο ίσα μεταξύ των οικόπεδα, όπως ανωτέρω αναφέρεται, είχαν την ίδια ακριβώς έκταση (196,35 τ.μ.) και την ίδια αγοραστική αξία κατά το έτος 1973 και πριν την κατασκευή εντός του ενός (με αριθμό 2) κτίσματος (οικίας). Μετά, όμως, την κατασκευή του κτίσματος αυξήθηκε η αξία του έχοντος το κτίσμα (οικία) έναντι του άλλου (ακίνητο χωρίς οικία).

Το ακίνητο τούτο (οικόπεδο μετά κτίσματος) μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη, ανεξαρτήτως των αναγραφομένων στον τίτλο κτήσεως αριθμού σχεδιαγράμματος και περιγραφή ορίων και για την απόκτηση του κατέβαλε το έτος 1977 το ποσό των 520.000 δραχμών, όπως αναγράφεται στο σχετικό συμβόλαιο της, το οποίο (τίμημα) περιελάμβανε την αξία του οικοπέδου και του κτίσματος.

Η ενάγουσα από της αποκτήσεως της κυριότητας του ακινήτου της (αγροτεμαχίου) το έτος 1973, δεν προέβη σε καμία διακατοχική πράξη πλην της επισκέψεως του κατά αραιά χρονικά διαστήματα, εφόσον δεν διέμενε σε περιοχή πλησίον τούτου. Αυτή (ενάγουσα) πίστευε ότι είχε αγοράσει το συνεχόμενο του αναφερομένου στο τίτλο κτήσεως της με αριθμό ένα (1) ακίνητο και όχι το με αριθμό δύο (2) του αναφερομένου σχεδιαγράμματος.

Ενώ η εναγόμενη, ο τίτλος κτήσεως της οποίας (...) περιγράφει και ορίζει το με αριθμό σχεδιαγράμματος ένα (1) ακίνητο κατείχε και νεμόταν το με αριθμό δύο (2) εντός του οποίου υπήρχε το κτίσμα (οικία). Το έτος 1990 η περιοχή του επιδίκου ακινήτου "..." της κτηματικής περιφέρειας του ..., μπήκε στο σχέδιο πόλεως και τότε κατά τον έλεγχο των τίτλων των ακινήτων της περιοχής διαπιστώθηκε από μέρους των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώην κοινότητας ότι οι διάδικοι κατείχαν και νέμονταν η μία το ακίνητο (αγροτεμάχιο οικόπεδο) που περιλαμβανόταν και περιγραφόταν στον τίτλο της άλλης.

Με την εξής ιδιαιτερότητα, ως προς τον τίτλο κτήσεως της εναγόμενης, ότι όριζε και περιέγραφε το με αριθμό σχεδιαγράμματος ένα (1) ακίνητο, πλην όμως περιελάμβανε στην περιγραφή του και το κτίσμα (οικία) που είχε κατασκευασθεί από το δικαιοπάροχο της εναγόμενης, όχι όμως στο με αριθμό (1) ακίνητο, αλλά στο συνεχόμενο τούτου με αριθμό (2).

Η ενάγουσα από της αποκτήσεως της κυριότητας του αναφερομένου ακινήτου στον τίτλο κτήσεως της (19-12-1973) επισκεπτόταν και επέβλεπε το ακίνητο που αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως της εναγόμενης, το οποίο εσφαλμένα θεωούσε ότι περιλαμβανόταν στο τίτλο κτήσεώς της. Διαφορετικά θα είχε αντιδράσει όταν θα έβλεπε εντός του ακινήτου της να κατασκευάζεται κτίσμα (οικία) από τον ιδιοκτήτη του διπλανού όμοιου με το δικό της οικοπέδου.

Ακόμη η εναγόμενη και πριν από αυτή οι διαδοχικοί δικαιοπάροχοι της (Π1 και Ι1) και αυτή (εναγόμενη) από την 19/12/1973, 13/9/1974 και 19/7/1977 αντίστοιχα ο καθένας τούτων (εναγόμενη και δικαιοπάροχοι της αντίστοιχα) νέμονταν το επίδικο ακίνητο που αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως της ενάγουσας. Μάλιστα στο επίδικο ακίνητο ο άμεσος δικαιοπάροχος της εναγόμενης, ο οποίος εσφαλμένα πίστευε τόσον αυτός όσον και ο άμεσος δικαιοπάροχός του, ότι αυτό περιλαμβανόταν στους τίτλους κτήσεως των, κατασκεύασε αυθαίρετο κτίσμα (οικία), θεωρώντας τόσο ο ίδιος όσο και ο δικαιοπάροχός του ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα του με αριθμό σχεδιαγράμματος δύο (2) και ότι του με αριθμό ένα (1) ακινήτου (προδήλως από παραδρομή αντί της λέξης όχι αναγράφεται η λέξη ότι).

Μετά την εγκατάσταση της ενάγουσας και της οικογένειάς της στο κτίσμα (οικία) του επιδίκου ακινήτου (Ιούλιος 1977) προέβη αυτή σε ενέργειες νομιμοποιήσεώς του στο αρμόδιο τότε Γραφείο Πολεοδομίας ..., καθόσον αυτό είχε κατασκευασθεί χωρίς την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας. Μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο η εναγόμενη κατέθεσε στο Γραφείο Πολεοδομίας...

τις με ημερομηνίες ...-1977 και ...-1978 υπεύθυνες δηλώσεις στην πίσω σελίδα των οποίων έχει τεθεί δυσανάγνωστη σφραγίδα με επικεφαλίδα "ΤΙΤΛΟΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΗ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ" με την οποία βεβαιώνεται ότι αυτές (αιτήσεις) κατατέθηκαν την ...-1977 και ...-1979 αντίστοιχα και αποτελούν οριστικό τίτλο μη κατεδαφίσεως αυθαιρέτου κτίσματος επιφάνειας 78,47 τ.μ.

Ενώ στην εμπρόσθια σελίδα των ανωτέρω υπεύθυνων δηλώσεων η εναγόμενη ανέφερε ότι αυτή έχει προβεί σε κατασκευή κατοικίας από τσιμεντόλιθους, τούβλα και πλάκα από μπετόν και ως χρόνο κατασκευής του αυθαιρέτου κτίσματος (οικίας) προσδιόρισε το χρονικό διάστημα μεταξύ των 1972-1973 (βλ. τις προσκομιζόμενες σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις).

Είναι γεγονός όμως ότι το ανωτέρω αυθαίρετο κτίσμα (οικία) το οποίο κατά το χρόνο καταρτίσεως και υπογραφής του συμβολαίου της (τίτλου κτήσεως) είχε ήδη κατασκευασθεί από τον άμεσο δικαιοπάροχό της (Ι1) εφόσον τούτο (κτίσμα) περιγράφεται εντός του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ως εξής "... ο πρώτος των συμβαλλομένων Ι1, εδήλωσεν ότι έχει εις την πλήρη αυτού κυριότητα, νομήν και κατοχήν του, εν αγροτεμάχιον, μετά της εν αυτώ οικίας εκ δύο (2) δωματίων και βοηθητικών χώρων...".

Η δε δήλωση της εναγόμενης στις ανωτέρω δύο (2) υπεύθυνες δηλώσεις ότι κατασκεύασε αυτή το συγκεκριμένο κτίσμα (οικία) έγινε προφανώς για τις ανάγκες νομιμοποιήσεως του και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η εναγόμενη το κτίσμα (οικία) του επιδίκου ακινήτου από της παραδόσεως του σ' αυτή επισκεύασε, βελτίωσε, κατοίκησε αυτό μετά της οικογένειας και νομιμοποίησε εκπληρώνοντας όλες τις υποχρεώσεις της προς τρίτους και έκτοτε καταβάλλει ανελλιπώς τα έξοδα και τις δαπάνες λειτουργίας του προς τρίτους και δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς.

Κατόπιν των ανωτέρω αναφερομένων η άσκηση της αγωγής της ενάγουσας ασκείται από μέρους της καταχρηστικά και αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στη κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει από τον συνδυασμό των κατωτέρω περιστάσεων αναγομένων στη συμπεριφορά των διαδίκων της δικαιούχου όσο και της υπόχρεης, που τελούν σε αιτιώδη σχέση και δεν είναι άσχετες μεταξύ των σε σημείο που η άσκηση του δικαιώματος από μέρους της ενάγουσας να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ειδικότερα το ακίνητο που κατέχει και νέμεται η ενάγουσα από το έτος 1973 είναι το με αριθμό αναφερομένου σχεδιαγράμματος ένα (1) χωρίς κτίσμα, ενώ στο τίτλο κτήσεώς της (συμβόλαιο) αναγράφεται ότι απέκτησε αυτή την κυριότητα του με αριθμό (2). Αντίθετα, η εναγόμενη κατέχει και νέμεται από το έτος 1977 και πριν απ' αυτή οι δικαιοπάροχοι της μέχρι του κοινού δικαιοπάροχου των διαδίκων (Γ1 το έτος 1973) το με αριθμό (2) ενώ οι τίτλοι κτήσεως των αναφέρουν το με αριθμό (1).

Ακόμη το οικόπεδο με αριθμό (1) όσο και το οικόπεδο με αριθμό (2) όταν δεν υπήρχε κτίσμα σε κανένα τούτων, ήταν της αυτής αξίας (50.000 δραχμές το καθένα) κατά τους τίτλους κτήσεως των από το αυτό δικαιοπάροχο (... και ... ανωτέρω συμβολαίου. Επίσης αυτά (δύο συνεχόμενα οικόπεδα) έχουν την ίδια ακριβώς έκταση από 196,35 τ.μ.

το καθένα. Επί πλέον η εναγόμενη κατοικεί μετά της οικογένειας της εντός του κτίσματος (οικία) του επιδίκου από το έτος 1977 και εντεύθεν, το οποίο αυτή νομιμοποίησε, επισκεύασε, βελτίωσε και συντηρεί έκτοτε. Περαιτέρω το κτίσμα (οικία) στο επίδικο ακίνητο κατασκεύασε ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος της εναγόμενης, ο οποίος και μεταβίβασε αυτό στην εναγόμενη, πιστεύοντας ότι έχει κατασκευάσει τούτο στο ακίνητο που αναφερόταν στον τίτλο του.

Επί πλέον, η εναγόμενη κατά το χρόνο αποκτήσεως του ακινήτου της κατέβαλε τίμημα 520.000 δραχμών, κατά τον τίτλο κτήσεως της, υπολογίζοντας στο τίμημα τόσο την αξία του οικοπέδου όσο και την αξία του κτίσματος (οικίας). Ακόμη κάθε μία διάδικος πίστευε ότι αγόρασε διαφορετικό ακίνητο από αυτό που αναφέρεται στους τίτλους κτήσεως των, και συγκεκριμένα η ενάγουσα οικόπεδο χωρίς κτίσμα και η εναγόμενη οικόπεδο με κτίσμα και δεν θα αποκαλυπτόταν το λάθος των, αν η περιοχή των ακινήτων των, δεν έμπαινε στο σχέδιο πόλεως το έτος 1990, οπότε και διαπιστώθηκε το εσφαλμένο της νομής και κατοχής των ακινήτων των κατά τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων της περιοχής.

Τέλος, εφόσον η ενάγουσα διατηρήσει στην νομή 1 και κατοχή της το με αριθμό αναφερομένου σχεδιαγράμματος ένα (1) ακίνητο (οικόπεδο χωρίς κτίσμα) δεν θα υποστεί καμία ζημία, διότι δεν κατέβαλε κατά την απόκτηση του τίμημα και για εντός του ακινήτου κτίσμα (οικία). Αντίθετα, η εναγόμενη θα ζημιωθεί την αξία του κτίσματος (οικία) την οποία συνυπολόγισε κατά την από μέρους της απόκτησης της κυριότητας του ακινήτου της (συνολικό ποσό κατά τον τίτλο κτήσεως της 520.000 δραχμές).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του (8914/1998) έκανε δεκτή την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από μέρους της ενάγουσας ως νομικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την σωστή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει κατά παραδοχή της ενστάσεως αυτής ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμης (281 Α.Κ.) την οποία η εναγόμενη επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, να γίνει δεκτή αυτή (ένσταση) και ως ουσιαστικά βάσιμη καθώς και η έφεση της ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση (8914/1998), να εξεταστεί εκ νέου η αγωγή και να απορριφθεί αυτή (αγωγή) ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως.

Το γεγονός βέβαια αυτό δηλαδή της παραδοχής της τελευταίας αυτής ενστάσεως και της εν συνεχεία απόρριψης της δεν αναιρεί το δικαίωμα της νυν εφεσίβλητης-ενάγουσας να διεκδικήσει την κυριότητα του υπ' αριθμ. "1" αναφερομένου σχεδιαγράμματος ακινήτου (οικοπέδου) του οποίου προφανώς εκ παραδρομής στο συγκεκριμένο τίτλο κτήσεως του φέρεται να έχει δικαίωμα κυριότητας η εκκαλούσα-εναγόμενη.....".

Με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στο ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών και περιστάσεων, οι οποίες μαζί με την μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, πρέπει να συντρέχουν, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζει αν η αναιρεσείουσα - ενάγουσα γνώριζε από του έτους 1977 την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από την εναγομένη και την ανέχθηκε, αλλά αντιθέτως δέχεται ότι η ενάγουσα από της αποκτήσεως της κυριότητας του αναφερομένου ακινήτου στον τίτλο κτήσεως της (19-12-1973) επισκεπτόταν και επέβλεπε το ακίνητο που αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως της εναγόμενης, το οποίο εσφαλμένα θεωρούσε ότι περιλαμβανόταν στο τίτλο κτήσεως της, διαφορετικά, δηλαδή εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, θα είχε αντιδράσει όταν θα έβλεπε εντός του ακινήτου της να κατασκευάζεται κτίσμα (οικία) από τον ιδιοκτήτη του διπλανού όμοιου με το δικό της οικοπέδου, επί πλέον δε δέχεται ότι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα έλαβε γνώση για πρώτη φορά, του γεγονότος ότι η εναγομένη κατέχει το επίδικο, του έτος 1990, όταν τούτο διαπιστώθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της τότε κοινότητας ...., οπότε και άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

Επίσης η απόφαση θεωρεί, ότι οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας - αναιρεσείουσας είναι επαχθείς για την εναγομένη - αναιρεσίβλητη, χωρίς να εξηγεί επαρκώς, ποίες είναι οι αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν σε βάρος της δικαιούχου, περιοριζόμενη στην αναφορά της εκτιμήσεως ότι η αναιρεσείουσα, εφόσον διατηρήσει στη νομή και κατοχή της το με αριθμό 1 ακίνητο (οικόπεδο χωρίς κτίσμα ) δεν θα υποστεί καμία ζημία.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 3296/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ