Supreme Court allows appeal against final compensation determination due to statute of limitations error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final court decision regarding mandatory expropriation compensation. The lower court incorrectly applied the five-year limitation period, failing to account for the date the expropriation was legally completed. Consequently, the Court found the appeal admissible and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. 1, Art. 9 para. 4, Art. 29 para. 3 of Law 2882/2001; The five-year limitation period for claiming final compensation begins upon the completion of expropriation, not the filing of the claim, and failure to observe this period renders the request inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1642 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1642/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Δονάτου-Τσάτσα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 8604/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Ιανουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ. α' του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώ-σεων), η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971, ή αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδαφ. β΄ του ίδιου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Τέλος κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει απ' αυτήν. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από το βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001, ενόψει του ότι από τον προϊσχύσαντα Ν. 797/1971 δεν προβλεπόταν προθεσμία άσκησης της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1.2.1971 και εφεξής, ο δε χρόνος έναρξης είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκείμενη περίπτωση που δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7.5.2001.
Σύμφωνα με αυτά, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1.2.1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης εκείνου που δεν έλαβε μέρος ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι πενταετής και αρχίζει από 7.5.2001 (Ολ.
ΑΠ 17/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι αιτούντες με την από 5.3.2004 αίτησή τους ζητούν απ' ευθείας από το δικαστήριο αυτό τον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης του ακινήτου τους το οποίο με λεπτομέρεια περιγράφεται στο δικόγραφο της αίτησης και το οποίο απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας.
Ζητούν επίσης να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου τους, ότι δεν ωφελούνται ως παρόδιοι από την απαλλοτρίωση, ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα του ακινήτου τους.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1908/1995 και 10391/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αυτού του δικαστηρίου αντίστοιχα ήδη έχει γίνει τόσο ο προσωρινός όσο και ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης για το ίδιο ως άνω ακίνητο των αιτούντων ενώ από το ΦΕΚ 199 Δ/17.3.1997 και την με αριθμ.
πρ. Δ 12/0/3148/ 4.3.1997 ειδοποίηση της Δ/νσης Απαλλοτριώσεων που προσκομίζει και επικαλείται το καθ' ου προκύπτει, ότι μέχρι την 17-3-1997 είχε γίνει από τον καθ' ου η παρακατάθεση της αποζημίωσης του εν λόγω απαλλοτριωθέντος ακινήτου και η δημοσίευση της ειδοποίησης για την παρακατάθεση της αποζημίωσης με αποτέλεσμα από την ανωτέρω δημοσίευση να έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση του ακινήτου των αιτούντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 Ν. 2882/2001.
Εκτοτε μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (μετά την 5.3.2004), πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της ως άνω προθεσμίας των πέντε ετών για την άσκησή της και επομένως αυτή είναι εκπρόθεσμη τόσο ως προς το αίτημά της για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης όσο και ως προς τα υπόλοιπα τα οποία είναι παρεπόμενα του πρώτου με συνέπεια να ισχύει και γι' αυτά η ίδια προθεσμία και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και δεν έλαβε δηλαδή υπόψη ως ημερομηνία έναρξης της πενταετούς προθεσμίας την 7.5.2001, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 2882/2001 και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 8604/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ