Supreme Court dismisses appeal for vague legal arguments regarding employment contract classification under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding the classification of an employment contract. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to recognize an indefinite-term employment relationship, citing specific facts about student enrollment cycles. The court rejected these claims as inadmissible because they lacked the required specificity to identify the exact legal provision violated or the precise error in legal reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Appeals must specify the exact legal provision violated and the specific error in reasoning, otherwise they are inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1641 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1641/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Φ. Π. Α. Δ. Κ. Ε. Π. Α. Τ.-Η..Γ. Ο..Ε.." και το δ.τ. "Μ. Π.", που εδρεύει στον Ά.Α., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την νόμιμη εκπρόσωπο-διαχειρίστρια Ηλέκτρα Γουζίου, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πάρρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Κ. του Π., κατοίκου Η. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 811/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4847/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 1.4.2022 και αριθ. κατάθ. 2673/253/1.4.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 4847/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν απορρίφθηκαν οι από 15.10.2010 και με αριθ. κατάθ. 85118/6875/2020 και από 15.12.2020 και αριθ.
κατάθ. 91275/7309/2020 αντίθετες εφέσεις κατά της υπ' αριθ. 811/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Με την εν λόγω απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 19.7.2018 και αριθ. κατάθ. 74099/2115/2018 αγωγή, με την οποίαν ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), επικαλουμένος ότι συνδέεται με την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1η Σεπτεμβρίου του έτους 2009, αφού οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων παρείχε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, υπέκρυπταν σχέση εξηρτημένης εργασίας, και ότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε άκυρα, για τους αναφερόμενους σ' αυτή (αγωγή) λόγους, ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την εναγόμενη ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί ότι η από 30.4.2018 καταγγελία αυτής ήταν άκυρη και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, 1054/2010, 1014/2010). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους του λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 756/1996).
Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 495 παρ. 1, 562 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998). Η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, χωρίς να ενδιαφέρει, σε ποιο επίπεδο εντάσσονται οι κανόνες από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 1741/2012).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όσον αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1741/2012). Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (β) ΚΠολΔ. Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση. Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, μόνο, αν τα διδάγματα κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων ενώ, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, 8/2005, ΑΠ 58/2014).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών γεγονότων, επίσης, να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να γίνει ή να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ή η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 11/2017, AΠ 305/2020,109/2020).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997).
Έτσι, αποτελούν "πράγματα" και οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελεί η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής. Πάντως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1703/2008).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα : Α) με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ειδικότερα ότι "εσφαλμένως και παρά τον νόμο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο εάν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, κατά παράβαση του άρθρου 559 περ. 1 ΚΠολΔ" και περαιτέρω ότι στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο δύο (2) παραδοχές της το Εφετείο "εσφαλμένα, παραβιάζει τον ανωτέρω κανόνα".
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι κρίνονται προεχόντως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Και τούτο διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή αυτής, όπως επίσης δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών γεγονότων σε σχέση με τον χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
Οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου ως άνω λόγου και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος το γεγονός ότι τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια υπάγονται στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων στις οποίες είναι απολύτως έγκυρη η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου καθότι ο αριθμός των μαθητών κατ' έτος δεν είναι ορισμένος τον μήνα Ιούλιο αλλά καθίσταται ορισμένος τον Σεπτέμβριο κάθε έτους με την έναρξη και τη ροή των εγγραφών είναι απαράδεκτες καθότι υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών.
Και Β) με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της, ο οποίος αποδεικνυόταν από τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες-έγγραφα), ότι κάθε έτος ο αριθμός των παιδιών που προσέρχονταν στον παιδικό σταθμό της ήταν διαφορετικός και ως εκ τούτου και οι ανάγκες της, με βάση τις οποίες καθοριζόταν και η απόφασή της να προβεί στην ανανέωση ή μη των συμβάσεων εργασίας που είχε συνάψει την προηγούμενη σχολική χρονιά, ήταν διαφορετικές.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί καθότι δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια, που προεκτέθηκε, ο ως άνω αρνητικός της ένδικης αγωγής ισχυρισμός. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.4.2022 και αριθ. κατάθεσης 2673/253/1.4.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4847/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ