Supreme Court allows appeal against labor dispute mediation, ordering public health regions to pay workers' claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by two public health regions against a labor dispute mediation ruling. The lower courts had rejected the workers' claims, but the Supreme Court found the mediation procedurally flawed and substantively incorrect regarding the calculation of debts. Consequently, the Court ordered the health regions to pay specific monetary amounts to the individual workers and to fully offset the legal costs between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a mediation ruling in labor disputes if the lower court failed to apply mandatory statutory provisions regarding the calculation of debts and the allocation of legal costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1641 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1641/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διοικητή του, και 2. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας και Θράκης" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάρκου Παπαζήση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. Σ. του Κ., …, 42.Γ. Μ. του Δ., απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 276/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 68/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 21-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1419/124/2021 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ΝΠΔΔ με την επωνυμία 1) " 3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας" και "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 68/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι με αριθμ.
κατάθεσης 6251/696/1.4.2019 και 6456/713/3.4.2019 εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
To Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 5 ορίζει ότι: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους" στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...].
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας [...]. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης" στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια συνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος [...]" και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας [...]".
Από το συνδυασμό των συνταγματικών αυτών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προωθήσεως διαρθρωτικών μέτρων και της εισπράξεως των φορολογικών εσόδων, από την μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών, από την ασυνέπεια των οποίων, κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων προκαλείται σε μεγάλο βαθμό η δυσμενής οικονομική συγκυρία (βλ.
ΣτΕ Ολομ. 431/2018, 3372-3373/2015, 2193/2014, 668/2012, Ε.Σ.Ολομ. 7412/2015, 4327/2014).
To Σύνταγμα στο άρθρο 5 παράγρ. 5, η οποία προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 με το Ψήφισμα της 06.04.2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α' 84), ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας [...]" στο άρθρο 21 παράγρ. 3 ότι "Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών [...]" και στο άρθρο 22 παράγρ. 5, όπως η παράγρ.
αυτή αναριθμήθηκε με την αναθεώρηση του 2001 ότι "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως για την προστασία της υγείας των πολιτών, εργαζομένων και συνταξιούχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΣΕ 3802/2014 Ολομ.
σκ. 15, 9/2016 7μ. σκ. 4, 2381/2016 σκ. 7), οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφ' όσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των πολιτών. Η υποχρέωση αυτή υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας (βλ.
ΣΕ 3962/2014 Ολομ., 1812/2013). Εν όψει των ανωτέρω επιταγών του Συντάγματος, η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών σχετικών με την υγεία, επιτρέπεται μόνον σε εκείνα τα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα, τα οποία ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου.
Προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας, εκδόθηκε ο ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Α' 143), με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής καταστάσεως και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 1397/1983 και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003 (Α', 297), ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των γιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο, με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων.
Κατά την εισηγητική έκθεση (σελ. 29) η θέσπιση ειδικού μισθολογίου και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους από το νομοθέτη υπαγορεύθηκε, από την ανάγκη να εξασφαλιστεί στο γιατρό του Ε.Σ.Υ. ένα εισόδημα που να τον απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνεται απερίσπαστος στην επιτέλεση του έργου του, ως κριτήρια δε για τη διαμόρφωση των συνολικών αποδοχών των ιατρών ελήφθησαν υπόψη, (α) οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, (β) οι ιδιαίτερες ευθύνες που δημιουργεί στο γιατρό η άσκηση του λειτουργήματός του και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία του, την ίδια του τη ζωή, (γ) η ανάγκη και η υποχρέωση του γιατρού για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη του, (δ) η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση των γνώσεων του γιατρού πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ιατρικής τεχνολογίας και η ευθύνη του για την αξιοποίηση των επιτευγμάτων των εξελίξεων αυτών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, (ε) τα περισσότερα χρόνια σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες επιστήμες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, (στ) η πολύχρονη πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση για ειδίκευση και λήψη τίτλου ειδικότητας, (ζ) ο περισσότερος συγκριτικά με άλλους κλάδους δημόσιας διοίκησης, χρόνος εργασίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του Νόμου, αλλά κύρια, η υποχρέωση του γιατρού να εργάζεται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας του και η υποχρεωτική εφημερία ετοιμότητας που αποτελεί ισχυρή δέσμευση της ιδιωτικής ζωής του γιατρού, (η) οι πάγιες ανάγκες του γιατρού για την απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και περιοδικών που είναι απαραίτητα για την ενημέρωσή του πάνω στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία που αφορά σε ιατρικά θέματα, (θ) η δεοντολογική υποχρέωση του γιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη του και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, (ι) η απαγόρευση του γιατρού ν' ασκεί οποιοδήποτε ιδιωτικό έργο και η αποκλειστική του απασχόληση στο εθνικό σύστημα, περιορισμός που δεν ισχύει για κανένα κλάδο.
Το ειδικό αυτό μισθολόγιο αποτελείται από το βασικό μισθό, κλιμακούμενο ανάλογα με το βαθμό και τα χρόνια υπηρεσίας, και από διάφορες αποζημιώσεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Ειδικότερα, ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των γιατρών Ε.Σ.Υ. καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Επιμελητή Β', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 3205/2003 συντελεστές, για Διευθυντή, Επιμελητή Α' 1,20, Επιμελητή Β' και Επιμελητή Γ' και ειδικευόμενο 0,70.
Ο βασικός μισθός του Επιμελητή Β' ορίστηκε αρχικά σε 1.042 ευρώ, σε 1.080 ευρώ από 01.01.2005 με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (Α', 96), σε 1.112 ευρώ από 01.01.2006 με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (Α', 74) και σε 1.151 ευρώ από 01.01.2007 με το άρθρο 1 περ. ιδ του ν. 3554/2007 (Α', 80). Ακολούθως, από 01.01.2009 με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (Α', 43) ορίστηκαν οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου γιατρών του Ε.Σ.Υ.
ως ακολούθως: του Διευθυντή σε 2.054 ευρώ, του Επιμελητή Α', σε 1.759 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.468 ευρώ και του ειδικευόμενου σε 1.027 ευρώ. Οι εν λόγω βασικοί μηνιαίοι μισθοί διατηρήθηκαν ίδιοι και με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν. 3918/2011 (Α', 31), με την οποία προστέθηκε και ο βασικός μηνιαίος μισθός του Συντονιστή Διευθυντή, ο οποίος ορίστηκε σε 2.055 ευρώ.
Εξάλλου, πέραν του βασικού μισθού καταβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν.3205/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009: (α) επίδομα χρόνου υπηρεσίας, (β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, (γ) επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης του ιατρικού έργου, το οποίο οριζόταν για το Διευθυντή σε 450 ευρώ, τον Επιμελητή Α' σε 389 ευρώ, τον Επιμελητή Β' σε 327 ευρώ και τον ειδικευόμενο σε 355 ευρώ, (δ) πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, η οποία οριζόταν για το Διευθυντή σε 339 ευρώ, τον Επιμελητή Α' σε 293 ευρώ, τον Επιμελητή Β' σε 247 ευρώ και τον ειδικευόμενο σε 185 ευρώ, (στ) οικογενειακή παροχή, (ζ) επίδομα θέσεως ευθύνης για τους Διευθυντές 235 ευρώ και τους Επιμελητές Α', εφόσον τους απονέμεται ο τίτλος του Αναπληρωτή Διευθυντή (40% ευρώ).
Ακολούθως, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ, υπέστησαν διαδοχικώς τις παρακάτω μειώσεις στις αποδοχές τους: Ι. Με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Κεφαλαίου Α' με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και εισοδηματική πολιτική έτους 2010" του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α', 40/15.3.2010) ορίστηκε ότι: "2.
Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). [...] και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. [...] 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/10, Α', 58).
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: (α) οικογενειακής παροχής (άρθρο 44 παρ. Α5), (β) χρόνου υπηρεσίας (άρθρο 44 παρ. Α1), (γ) ..., (ι) μεταπτυχιακών σπουδών (άρθρο 44 παρ. 2), (ια) ...". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 άρχισαν να ισχύουν από 01.01.2010, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, ενόψει δε τούτου ορίστηκε με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου 1 ότι "Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 01.01.2010 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού παρακρατούνται από τη μισθοδοσία των επόμενων της ψήφισης του νόμου αυτού μηνών ως εξής: [...]".
Με το άρθρο τρίτο, με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημόσιων δαπανών" του ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη -μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α', 65/6.5.2010) ορίστηκε ότι: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2.
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3. ... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπάλληλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 ...
καθορίζονται ως εξής: (α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. (β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. (γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000 ευρώ), με ανάλογη μείωσή τους. 7. ... 8. ... 9. ...".
Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (Α', 152/1.7.2011) ορίστηκε ότι: "Αναστέλλονται από 01.07.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου: α) Οι διατάξεις ... της παραγράφου Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 (που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ.) ...
β) ...", οι διατάξεις δε του ανωτέρω άρθρου διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (Α', 226), στην οποία, με το εδάφιο β' της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, προστέθηκαν οι λέξεις "και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β' Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια".
Με το άρθρο 55 παρ. 23 ε' του ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - κ.λπ." (Α', 180/22.8.2011) μειώθηκε από 01.07.2011 περαιτέρω κατά ποσοστό 20% το προβλεπόμενο από την παρ. Α.3 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, όπως είχε διαμορφωθεί.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας "κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών".
Εξ άλλου, με το άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012 μειώθηκε, από 01.01.2012, ο συντελεστής βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού, ενώ με την ίδια διάταξη μειώθηκε, από 01.01.2012, και το μηνιαίο ποσό που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
Ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. (με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ") της παραγράφου Γ (με τίτλο "ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ") του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α'/12.11.2012) επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων.
Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ1) ορίστηκε ότι "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη για λειτουργούς καταργούνται από 01.02.2013", ενώ με την περίπτωση 27 της ως άνω υποπαραγράφου αντικαταστάθηκαν από 01.08.2012 οι διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των γιατρών του Ε.Σ.Υ., με τη μείωση του βασικού μισθού όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου γ (περ. 27α), τη μείωση των προβλεπομένων στις παραγράφους 3, 4, και 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επιδομάτων και αποζημιώσεων (επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης και επίδομα θέσεως ευθύνης, αντίστοιχα) (περίπτ. 27β και 27γ), τη μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών, τη μείωση της προσαύξησης ενεργού εφημερίας που καταβάλλεται στους Διευθυντές του Ε.Σ.Υ.
και τον καθορισμό προσαύξησης ενεργού εφημερίας 30 ευρώ αδιακρίτως για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας (περίπτ. 27δ), τη μείωση της αποζημίωσης εφημεριών που καταβάλλεται στους Συντονιστές Διευθυντές των Νοσοκομείων της Α' Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων (περίπτ. 27ε) και, τέλος, την, συνεπεία των ανωτέρω ρυθμίσεων, μείωση της αμοιβής της μικτής εφημερίας (περ. 27στ).
Ειδικότερα, στην εν λόγω περίπτωση 27 ορίζονται τα εξής: "α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 01.08.2012 ως εξής: 1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται στα παρακάτω ποσά: (α) Συντονιστής Διευθυντής 1.665 € (β) Διευθυντής 1.580 € (γ) Επιμελητής Α' 1.513 € (δ) Επιμελητής Β' 1.321 € (ε) Ειδικευόμενος 1.007 €.
β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 01.08.2012 ως εξής: "3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό, ως εξής: (α) Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 € (β) Επιμελητής Α' 205 € (γ) Επιμελητής Β' 174 € (δ) Ειδικευόμενος 190 €. 4.
Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής: (α) Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 € (β) Επιμελητής Α' 195 € (γ) Επιμελητής Β' 164 € (δ) Ειδικευόμενος 123 €". γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 01.08.2012, ως εξής: "6. θέσης - Ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ ...".
Με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι5 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκε ότι, εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/ μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει [....]".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί/ οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Ν. 4238/2014.
Επίσης με το άρθρο 18 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Ένταξη και κατάταξη ιατρικού/οδοντιατρικού προσωπικού στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.)", ορίστηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/ μεταφοράς, το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου (Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας), ορίσθηκε ότι το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.), σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε.
του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α' 57) και του π.δ. 412/1998 (Α' 288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε..
Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4071/2012 (Α' 85). Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους, Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία ( Ολ.
ΑΠ 4/2022). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι με την με αριθμό εκθ. καταθ. 3117/2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενοι ότι εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ και τέλος στην 1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσείουσα "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας" οι υπό στοιχεία 1 έως και 39 πλην του 9ου και 16ου των εναγόντων, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, και οι υπόλοιποι στη 2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσείουσα "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας", μετά τη μετάταξη / μεταφορά τους σε αυτές και την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ, ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3205/2003 από την ημέρα που έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί η ένταξή τους στις ΔΥΠΕ και όχι από την καθυστερημένη πραγματική ένταξη, και β) την επιδίκαση στους υπό στοιχεία 1 έως και 17 αναιρεσιβλήτους για τη χρονική περίοδο από 01.01.2015 έως 20.07.2017 των διαφορών μεταξύ των λαμβανομένων αποδοχών τους πριν τις περικοπές που επιβλήθηκαν με την ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.
α, β και γ του Ν. 4093/2012 και των καταβαλλομένων σε αυτούς από την 1η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσείουσα "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας" αποδοχών μετά τις πιο πάνω περικοπές, οι οποίες (περικοπές) είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 68/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η ένδικη αγωγή ως προς τους 9ο και 16ο των εναγόντων, αναγνωρίσθηκε ότι ως προς όλους τους λοιπούς ενάγοντες έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3205/2003 από την ημέρα που έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί η ένταξή τους στις ΔΥΠΕ και όχι από την καθυστερημένη πραγματική ένταξη, χωρίς όμως τις αντισυνταγματικές τροποποιήσεις και μειώσεις του ν. 4093/2012 και ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη και αναγνώρισε την υποχρέωση του 1ου εναγομένου ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο των 1-17 εναγόντων τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά.
Μετά από άσκηση εφέσεων εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ΝΠΔΔ εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι τυγχάνουν ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, που εργάζονταν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ και πιο πριν στο Ι.Κ.Α, με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 10 Ν.Δ. 1204/1972, μετά τη δημοσίευση του ν. 4238/2014, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 16 του παραπάνω νόμου, στις 17.02.2014 τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για ένα μήνα, ενώ μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας (18.03.2014) μεταφέρθηκαν με βάση τις αναφερόμενες ως άνω διατάξεις του Ν. 4238/2014 σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συστάθηκαν στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.) της Χώρας και συγκεκριμένα στο 2ο εναγόμενο - 2ο εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "3η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας" και ήδη 1ο αναιρεσείον ΝΠΔΔ οι υπό στοιχεία 40ος, 41ος, 42η, 43ος και 44ος ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη 1ος, 2ος, 3η, 4ος και 5ος των αναιρεσιβλήτων, και οι υπόλοιποι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι στο 1ο εναγόμενο - 1ο εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία " 4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας" και ήδη 2ο αναιρεσείον με την ίδια εργασιακή σχέση.
Μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 4238/2014 οκταμήνου από την μετάταξη / μεταφορά τους στις ως άνω ΔΥΠε (19.11.2014) και την ολοκλήρωση της αξιολόγησής τους, κατατάχθηκαν α) με την υπ' αριθμ. 12208/15.5.2015 διαπιστωτική πράξη του Διοικητή της "3ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας" που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ700Γ/20.7.2015, την 20.7.2015, οι 1ος, 2ος, 3η; 4ος και 5ος των αναιρεσιβλήτων και β) με την υπ' αριθμ. 31952/9.12.2014 διαπιστωτική πράξη του Διοικητή της "4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας" που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ458Β/26.3.2015, την 26.3.2015, οι υπόλοιποι των αναιρεσιβλήτων, σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 4238/2014, έπρεπε να λαμβάνουν από τη λήξη του οκταμήνου τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ., οι οποίες θα εφαρμοστούν από 1.1.2015 έως και 20.7.2017, βάσει του αιτήματος των 1-17 εναγόντων πλην των 9ου και 16ου, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε κατ' ουσία, χωρίς τις αντισυνταγματικές περικοπές που επιβλήθηκαν με το ν. 4093/2012".
Περαιτέρω δέχθηκε τα χρηματικά ποσά τα οποία επιδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 20.7.2017, για τον υπολογισμό των οποίων λαμβάνονται υπ' όψη: 1) ο βαθμός, από τον οποίο προκύπτει ο βασικός μισθός , 2) ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας, 3) ο αριθμός ανηλίκων τέκνων, 4) η οικογενειακή κατάσταση και 5) ο μεταπτυχιακός ή διδακτορικός τίτλος, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την 1η εναγομένη παρά μόνο το χρονικό διάστημα ήτοι ότι θα πρέπει να καταβληθούν από 21.7.2015 έως 20.7 .2017".
Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού επικαλέστηκε τις ως άνω αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση διατάξεις, δέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ιατρών του ΕΣΥ, που επιβλήθηκαν από 01.08.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδαφ.
α', β' και γ' του Ν. 4093/2012, αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Ακολούθως, αφού προσδιόρισε τις μικτές αποδοχές των εναγόντων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τα παραπάνω πριν από την εφαρμογή του Ν. 4093/2012, και όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τις περικοπές του Ν. 4093/2012 και εξήγαγε την προκύπτουσα υπερβάλλουσα διαφορά, έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη δέκα επτά (17) πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δικαιούνται μηνιαίως για το ένδικο χρονικό διάστημα, από 01.01.2015 έως 20.07.2017, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά".
Μετά ταύτα το Εφετείο, απέρριψε το συναφή λόγο των προρρηθεισών εφέσεων των αναιρεσειόντων ΝΠΔΔ, με τον οποίο προσαπτόταν στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, "με το να δεχθεί ότι οι επιβληθείσες από 01.08.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 μειώσεις αποδοχών των αναιρεσιβλήτων ιατρών αντιβαίνουν στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ.4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων", καθώς και τις εφέσεις στο σύνολό τους, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε επιδικάσει στους ανωτέρω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι πιο πάνω διαφορές αποδοχών λόγω των προαναφερόμενων περικοπών) σε βάρος του 2ου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας" και είχε αναγνωρίσει ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3205/2003 από την ημέρα που έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί η ένταξή τους στις ΔΥΠΕ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγρ. Γ υποπαρ. Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, και εν προκειμένω των σαράντα δύο (42) αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους (ν. 3833/2010 μείωση κατά 12% και ν. 3845/2010 μείωση κατά 8% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, της πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και του επιδόματος θέσεως ευθύνης, ν. 4002/2011 μείωση κατά 20% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, ν. 4052/2012 μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού και μείωση του μηνιαίου ποσού που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ.), καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των ιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσεως (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ.
α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (βλ.
Σ.Τ.Ε 431/2018 Ολομ., Ελ. Συν. 7412/2015 Ολομ.). Οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του Ν. 4093/2012, οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.
Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2012 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών.
Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών.
Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.
Περαιτέρω, η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 13.03.2012, με την οποία προβλέφθηκε "μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο", δεν έχει πάντως την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπληρώσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (Ολ.
ΑΠ 3 και 4/2022). Κατά συνέπεια, ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν.4238/2014, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 21 παρ. 2 του ίδιου νόμου, με το να δεχθεί, με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αναδρομικές αποδοχές από την ημερομηνία που έπρεπε να ολοκληρωθεί η διαδικασία της ένταξής τους ήτοι εντός του οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς του ιατρικού /οδοντιατρικού προσωπικού στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), και δη από 1.1.2015 και όχι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους, Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, ήτοι από 20.7.2015, ημερομηνία ολοκλήρωσης της διαδικασίας ένταξης των υπό στοιχεία 1ου, 2ου, 3η, 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων στο 1ο αναιρεσείον ΝΠΔΔ και από 26.3.2015, ημερομηνία ολοκλήρωσης της διαδικασίας ένταξης των λοιπών αναιρεσιβλήτων στο 2ο ΝΠΔΔ, οπότε οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη σχετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με το να αναγνωρίσει ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τις διαφορές αποδοχών από τη λήξη του οκταμήνου ήτοι από 1.1.2015 και όχι από 20.7.2015, όσον αφορά το 1ο αναιρεσείον και από 26.3.2015, όσον αφορά το 2ο αναιρεσείον, ημερομηνίες δημοσίευσης στο ΦΕΚ των σχετικών διαπιστωτικών πράξεων του Διοικητή εκάστου αναιρεσείοντος, και να επιδικάσει τις διαφορές αποδοχών για τους ως άνω αναιρεσιβλήτους από τη λήξη του οκταμήνου και όχι από 20.7.2015 και 26.3.2015, αντίστοιχα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς την επιδίκαση διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 20.7.2017 και όχι για το χρονικό διάστημα από 21.7.2015 έως 20.7.2017, ως και ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναιρέσεως ο οποίος ευδοκίμησε, ήτοι να γίνει δεκτή εν μέρει η έφεση των εναγομένων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 68/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ενόψει του ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών των εναγόντων έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3205/2003 από την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης ήτοι από 20.7.2015 για το 1ο αναιρεσείον ΝΠΔΔ και από 26.3.2015 για το 2ο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, να αναγνωρισθεί ότι το 1ο εναγόμενο ΝΠΔΔ - 2ο αναιρεσείον οφείλει στην 6η αναιρεσίβλητη το ποσόν των 7.519,68 ευρώ, στην 7η αναιρεσίβλητη το ποσόν των 7.759,68 ευρώ, στον 8ο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 17404,8 ευρώ, στην 9η αναιρεσίβλητη το ποσόν των 16888,32 ευρώ, στη 10η αναιρεσίβλητη το ποσό 21135,36 ευρώ, στην 11η αναιρεσίβλητη το ποσό των 17519,04 ευρώ, στο 12ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 17404,8 ευρώ, στον 13ο το ποσό των 21472,32 ευρώ, στη 14η αναιρεσίβλητη το ποσό των 23067,84 ευρώ, στον 15ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 22147,2 ευρώ, στον 16ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 19876,8 ευρώ, στον 17ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 22147,2 ευρώ, στον 18ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 22536 ευρώ, στον 19ο αναιρεσίβλητο το ποσό 22147,2 ευρώ και στην 20η αναιρεσίβλητη το ποσό των 22536 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής με τόκο υπερημερίας με ποσοστό 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και 3% από 1ης Μαΐου 2019 μέχρις εξοφλήσεως (άρθρο 45 παρ.1 του ν. 4607/2019 (Α'65/24.4.2019) και να συμψηφισθούν καθ' ολοκληρία τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 68/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί και εκδικάζει την υπόθεση. Δέχεται τις υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 6251/696/1.4.2019 και 6456/713/3.4.2019 εφέσεις των εναγομένων ΝΠΔΔ. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 276/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Αναγνωρίζει ότι το 1ο εναγόμενο ΝΠΔΔ - 2ο αναιρεσείον οφείλει στην 6η αναιρεσίβλητη το ποσόν των 7.519,68 ευρώ, στην 7η αναιρεσίβλητη το ποσόν των 7.759,68 ευρώ, στον 8ο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 17404,8 ευρώ, στην 9η αναιρεσίβλητη το ποσόν των 16888,32 ευρώ, στη 10η αναιρεσίβλητη το ποσό 21135,36 ευρώ, στην 11η αναιρεσίβλητη το ποσό των 17519,04 ευρώ, στον 12ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 17404,8 ευρώ, στον 13ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 21472,32 ευρώ, στη 14η αναιρεσίβλητη το ποσό των 23067,84 ευρώ, στον 15ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 22147,2 ευρώ, στον 16ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 19876,8 ευρώ, στον 17ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 22147,2 ευρώ, στον 18ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 22536 ευρώ, στον 19ο αναιρεσίβλητο το ποσό 22147,2 ευρώ και στην 20η αναιρεσίβλητη το ποσό των 22536 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής με τόκο υπερημερίας με ποσοστό 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της 30ής Απριλίου 2019 και 3% από 1ης Μαΐου 2019 μέχρις εξοφλήσεως.
Και Συμψηφίζει καθ' ολοκληρία τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ