Legislator Case Law & Legislation
1641/2010 AI generated

1641/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1641/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α) από 8 Ιουλίου 1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και β) από 9 Ιουλίου 1998 και 10 Ιουλίου 1998 ομοίες της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4840/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3955/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 9 Απριλίου 2006 αίτησή της, ως και τους 18 Ιανουαρίου 2008 προσθέτους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1641/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1641 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1641/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας χρηματοδοτικής μισθώσεως που, φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ", έχει έδρα το Δήμο Αθηναίων, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κυριλλόπουλο και Θεοφάνη Σαξώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δρακάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α) από 8 Ιουλίου 1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και β) από 9 Ιουλίου 1998 και 10 Ιουλίου 1998 ομοίες της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4840/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3955/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 9 Απριλίου 2006 αίτησή της, ως και τους 18 Ιανουαρίου 2008 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από τις 4-4-1995, μετά την τροποποίησή του με τον Ν.2298/1995, η ανακοπή του αναγγελθέντος δανειστή κατά του πίνακα κατατάξεως ασκείται εντός προθεσμίας δώδεκα εργάσιμων ημερών αφότου επιδοθεί σε αυτόν η γενόμενη από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφη πρόσκλησή του για να λάβει γνώση του σχετικού πίνακα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 10, 11 και 12 της - κυρωθείσας με τον Ν.1157/1981 - από 29-12-1980 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου συνάγεται ότι το Σάββατο δεν είναι "εργάσιμη ημέρα" κατά την έννοια του άρθρου 97 παρ. 2 ΚΠολΔ και, άρα, δεν συνυπολογίζεται στην άνω δωδεκαήμερη προθεσμία, όταν εμφιλοχωρεί σε αυτή (ΑΠ 17060/2006, 1634/2002).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δεχθέν ότι η ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του επιδοθέντος σε αυτή την 22-6-1998 πίνακα κατατάξεως ασκήθηκε την 8-7-1997, έκρινε αυτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, ήτοι εντός της οριζομένης ως άνω προθεσμίας των δώδεκα ημερών, αφού τα υπάρχοντα στο χρονικό αυτό διάστημα δύο Σάββατα και δύο Κυριακές (27-6-95, 4-7-98, 28-6-98 και 5-7-98) δεν συνυπολογίζονται. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1277, 1323 περ. β' ΑΚ, 724 παρ. 1 ΚΠολΔ και 29 Εισ ΝΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης βάσει διαταγής πληρωμής, απόσβεση της προσημειώσεως επέρχεται και αν αυτή δεν τραπεί σε υποθήκη εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής ή από την παρέλευση άπρακτης όχι μόνο της οριζόμενης στο άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας, με την παρέλευση της τελευταίας προθεσμίας η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου, δηλαδή ισχύ τελεσίδικης αποφάσεως (Ολ ΑΠ 6/1996, ΑΠ 1580/2005, 1494/2003).

Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε ότι η επί του μετέπειτα πλειστηριασθέντος ακινήτου της οφειλέτιδας αμφοτέρων των διαδίκων εγγραφείσα από την αναιρεσείουσα στις 9-8-1995, με βάση διαταγή πληρωμής, προσημείωση υποθήκης έχει αποσβεσθεί, διότι η διαταγή πληρωμής επεδόθη στην οφειλέτιδα αρχικώς στις 8-9-1995 και ακολούθως στις 18-10-1996, χωρίς η τελευταία να ασκήσει ανακοπή εντός δέκα πέντε και δέκα ημερών από την κάθε επίδοση αντιστοίχως και χωρίς η αναιρεσείουσα να προβεί στην τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη εντός ενενήντα ημερών από την παρέλευση άπρακτης της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από την επισκόπηση των κατατεθεισών στον πρώτο βαθμό εγγράφων προτάσεων και του εφετηρίου της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της πρωτοδίκως προβληθείσης και με λόγο εφέσεως επαναφερθείσης ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως της κρίσιμης ανακοπής, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, σε σχέση με το λόγο ανακοπής περί αποσβέσεως της άνω προσημειώσεως, ότι η αναιρεσίβλητη προέβαλε τον λόγο αυτόν ευκαιριακώς λόγω μεταστροφής της νομολογίας και χωρίς να έχει έννομο συμφέρον, ότι η τελευταία γνώριζε την ασφάλιση της απαιτήσεως εκείνης (αναιρεσείουσας) με μόνη την προσημείωση, σε περίπτωση αποσβέσεως της οποίας η εν λόγω απαίτηση θα παραμείνει ολοσχερώς ανεξόφλητη, καθώς και ότι η ίδια (αναιρεσίβλητη), προσπαθώντας να επωφεληθεί από τη μεταστροφή της νομολογίας του Αρείου Πάγου, δείχνει ήκιστα δικονομική συμπεριφορά.

Τα περιστατικά όμως αυτά (με το εφετήριο προστίθενται απαραδέκτως άλλα δύο περιστατικά) δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, δεν ενέχουν δηλαδή προφανή υπέρβαση των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή αξιολογικών ορίων, αναφορικώς με τον περί αποσβέσεως της προσημειώσεως λόγο της ειρημένης ανακοπής.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την άνω ένσταση ως νόμω αβάσιμη, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος του προσθέτου αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-4-2006 αίτηση και το από 18-1-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3955/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ