Legislator Case Law & Legislation
1641/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding late procedural objections and insufficient factual basis.

Case Number 1641/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to reject a specific defense and ignored numerous documents proving the defendant's claim. The court ruled that the appeal was inadmissible because the defense was raised too late and the appeal lacked sufficient factual detail to identify the alleged legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 269(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly state the legal error and the facts supporting it, while procedural objections raised after the first hearing are inadmissible unless they constitute a denial of the basis of the suit.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural objection factual basis requirement denial of suit basis Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 269(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 988/1977

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1641 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1641/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάντεση-Θανασούλα. Ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι παραιτείται από τον 4ο και 6ο λόγους της από 21-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Φωτεινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-1998 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2001 μη οριστική, 183/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4795/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 23-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.

Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται αντίστοιχα στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. με το να απορρίψει την αντίστοιχη ένσταση της αναιρεσείουσας, την οποία προέβαλε αμυνόμενη κατά της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτικές αναφορές τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί μη συνδρομής των όρων της πιο πάνω διάταξης, δεν εξειδικεύεται επαρκώς το σφάλμα του Εφετείου, αλλά ούτε και αναφέρονται οι αντιφατικές αιτιολογίες ή τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται για να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες της αποφάσεως.

Κατά τα λοιπά με τον ίδιο λόγο πλήττεται και η ουσιαστική κρίση του Εφετείου η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

ΙΙ). Aπό τα άρθρα 321, 322, 324, 331, 522 και 534 του ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα.

Για τα όρια δε του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν ρητώς ή σιωπηρώς από το ανώτερο δικαστήριο, όχι δε και οι αιτιολογίες της πρωτοδίκου αποφάσεως, αφού μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της από το Εφετείο, οι αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης έπαυσαν να ισχύουν.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο, που προέκυπτε από τις μη εκκληθείσες εκ μέρους των διαδίκων αιτιολογίες της 183/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα καταχρηστική άσκηση του αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι απορρίφθηκε επίσης η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, αφού μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της από την απόφαση του Εφετείου, οι αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως έπαυσαν, κατά τα προεκτεθέντα, να ισχύουν.

ΙΙΙ). H κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη σιωπηρής ομολογίας, που συνάγεται κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ. από τη μη αμφισβήτηση κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, αφορά αποκλειστικά σε πράγματα και γι' αυτό είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη επικληθείσα από την αναιρεσείουσα σιωπηρή ομολογία του αναιρεσίβλητου που συνάγεται από την παράλειψή του να αμφισβητήσει τα θεμελιούντα την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, γιατί με την 4848/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τάχθηκε εις βάρος της αναιρεσείουσας το οικείο θέμα αποδείξεως, ως προς τα θεμελιούντα την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ενώ σχετικά με αυτά υφίστατο η ως άνω σιωπηρή ομολογία του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη σιωπηρής ομολογίας και επομένως καλώς έταξε θέμα αποδείξεως σχετικά με τα περιστατικά αυτά.

IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως διατείνεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον "συνιστώντα τον αποφατικόν ισχυρισμόν ότι ο ενάγων πίστευσε ότι η ηλικίας τότε 78 ετών μητέρα του, η οποία από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 διέμενε στην οικία της εναγομένης, βρισκόταν υπό την απόλυτη δικαιοδοσία της τελευταίας ...

και τον αδίκησε ...", ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε υποβληθεί πρωτοδίκως και έτσι υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά άρνηση του αναιρεσιβλήτου της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα κατ' αυτού πιο πάνω ένστασης από το άρθρο 281 Α.Κ.

V). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις δαπάνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.

γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αντιδίκου του, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα , τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: "α) Τας υπ' αριθμούς ...

και ... αποδείξεις λιανικής πωλήσεως της "Αφοί ... ΟΕ", δια των οποίων ηγόρασα αντί ποσού 1.200.000 δραχμών τας εντοιχισθείσας εις την επίδικον μαιζονέτταν δύο βιτρίνας και εν ερμάριον, β) το υπ' αριθμόν ... τιμολόγιον της "Αφοί ... ΟΕ" δι' αγοράν 7 φύλλων φελιζόλ μονώσεως τοίχων εξ οπτοπλίνθων αντί ποσού 11.800 δραχμών, γ) το υπ' αριθμόν ...

τιμολόγιον της "... και Σία ΟΕ" δι' αγοράν 30 παλεττών οπτοπλίνθων δια την κατασκευήν των εσωτερικών τοίχων αντί ποσού 475.000 δραχμών, δ) την υπ' αριθμόν ... απόδειξιν λιανικής πωλήσεως της ιδίας ως άνω επιχειρήσεως υλικών οικοδομών, τουτέστιν της "... και Σία ΟΕ", δι' αγοράν 10 σάκκων τσιμέντου αντί ποσού 9.750 δραχμών, ε) την υπ' αριθμόν ...

απόδειξιν λιανικής πωλήσεως της επιχειρήσεως υλικών οικοδομών ... δι' αγοράν 3 κυβ. άμμου, 1 κυβ. γαρμπιλίου και 6 σάκκους μαύρου τσιμέντου ποσού 16.000 δραχμών, στ) την υπ' αριθμόν ... απόδειξιν λιανικής πωλήσεως της "ΒΙΑΡ Α.Ε." δι' αγοράν στοιχείων της εσωτερικής υδραυλικής εγκαταστάσεως της επιδίκου μαιζονέττας, ήτοι στρόμπια Φ3-Φ8, σταλάκτην και σωλήνα μεταφοράς θερμού ύδατος αντί ποσού 4.370 δραχμών, ζ) την υπ' αριθμόν ...

απόδειξιν λιανικής πωλήσεως της "Αφοί Σιμάτου Α.Ε.Β.Ε." δι' αγοράν στοιχείων της εσωτερικής ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως της επιδίκου μαιζονέττας αντί ποσού 13.950 δραχμών, η) τας υπ' αριθμούς ..., ... και ... αποδείξεις-δελτία αποστολής της "ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΒΕΕΕΕΦ" δι' αγοράν στοιχείων της εσωτερικής ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως ωσαύτως της επιδίκου μαιζονέττας αντί συνολικού ποσού 118.000 (4.500+79.500+34.000) δραχμών, θ) το υπ' αριθμόν ...

τιμολόγιον της επιχειρήσεως ... δι' αγοράν των αναγκαίων δια τα εκ μαρμάρου διάπεδα της επιδίκου μαιζονέττας πλακών μαρμάρου επιφανείας 227 τετρ. μέτρων και λωρίδων (σοβατουπιών) μαρμάρου 200 mm., τα οποία παρήγγελον δια του συζύγου μου ..., αντί ποσού 437.190 δραχμών και ι) το υπ' αριθμόν ... γραμμάτιον εισπράξεως της ΔΕΗ, δια του οποίου κατέβαλον εις αυτήν, ως προκαταβολήν, ποσόν 30.338 δραχμών δια την ρευματοδότησιν της επιδίκου υπό στοιχεία Μ-5 μαιζονέττας επ' ονόματι μου (δια την έγκρισιν της οποίας, ρευματοδοτήσεως, υπέβαλον εις την αρμοδίαν ΔΟΥ τα αφορώντα την κατασκευήν της επιδίκου μαιζονέτας παραστατικά ...".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

VI). Η διάταξη του άρθρου 269 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την πρώτη συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα, δεν έχει εφαρμογή επί αρνήσεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή ενστάσεως, αφού η άρνηση αυτή δεν αποτελεί μέσο αμύνης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ( Α.Π., 988/1977). Κατά συνέπεια ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον υποβληθέντα το πρώτον ενώπιον αυτού ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο αυτός αμφισβήτησε την αλήθεια του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που στήριζε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή ότι ο αναιρεσίβλητος είχε δηλώσει προς την τελευταία ότι θα σεβαστεί τη διαθήκη της μητέρας των διαδίκων και δεν θα διεκδικήσει την κυριότητα της επιδίκου οικίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.9.2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4795/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ