1641/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν, η 7426/1989 πράξη και οι αποφάσεις: 4730/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7859/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαϊου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 1η, 2ος και 6ος των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1641/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001).
Full text
Απόφαση 1641 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1641/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Καταφυγιώτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας μεταφορών με την επωνυμία "..........Ο.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2 , ως ομορρύθμου μέλους και διαχειριστού της ανωτέρω εταιρίας, 3) Ψ3 , 4) Ψ4 , 5) Ψ5 και 6) Ψ6 . Από αυτούς οι 1η, 2ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πατεράκη, οι 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ο 5ος παραστάθηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν, η 7426/1989 πράξη και οι αποφάσεις: 4730/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7859/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαϊου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 1η, 2ος και 6ος των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις εκθέσεις επίδοσης ........, ........ του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......και ...... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........, τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 5-5-2004 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους τρίτη (Ψ3 ), τέταρτο (Ψ4 ) και πέμπτο (Ψ5 ) από τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτούς. Όμως από τους τρεις αυτούς αναιρεσιβλήτους, οι μεν δύο πρώτοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, ο δε τρίτος εμφανίστηκε μεν, αλλά δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διότι, χωρίς να είναι δικηγόρος, παρέστη αυτοπροσώπως και χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρο 94 ΚΠολΔ). Παρά ταύτα, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ'αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001).
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται (ΑΠ 1647/2005, ΑΠ 1609/1999). Το καθιερούμενο δε πιο πάνω απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ,.
Τέλος, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διαφορές βάσει της αγωγής. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μην εξετάσει την από την αδικοπραξία βάση της ένδικης από 20-5-1988 αγωγής της, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την από 23-12-2002 έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της 4730/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί, όπως από αυτήν προκύπτει, κατ΄επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της για τις ανάγκες του παρόντος αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας είχε ως βάση τη σύμβαση της μεταφοράς, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 90, 95 και επ.
του Εμπ. Νόμου, αλλ΄ότι οι αξιώσεις της από τη σύμβαση αυτήν υπέκυψαν στην εξάμηνη παραγραφή που ορίζει το άρθρο 107 του ίδιου αυτού Νόμου, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ύστερα από απόρριψη σχετικής περί διακοπής της παραγραφής αυτής αντένστασης της αναιρεσείουσας. 'Όμως, ενόψει του ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η αναιρεσείουσα είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, αυτή δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή οι αξιώσεις της είχαν ως βάση όχι μόνο την ενδοσυμβατική (τη σύμβαση μεταφοράς) αλλά και εξωσυμβατική (αδικοπρακτική) ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, είχε προβάλει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Επομένως, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της πιο πάνω έφεσης της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης, δεν περιέχεται σ'αυτήν.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚποιΔ), η οποία μπορεί να συντελεστεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΚΠολΔ 578, Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/96).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ως βάσιμη την ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και αβάσιμη τη δική της αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής "παραβίασε, ... τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 247, 251, 255, 257, 261, 270, 297, 298, 330, 681, 690 ΑΚ σε συνδυασμό των άρθρων 173, 200, 281 ΑΚ ως και των άρθρων 97, 98, 102, 103 και 107 του Εμπ.Ν.".
Κατά το μέρος, που η αιτίαση αναφέρεται στην κρίση του Εφετείου, ότι η αξίωση από τη σύμβαση μεταφοράς υπέκυψε στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 107 του Εμπ.Ν., ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλες οι σχετικές κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του αυτή.
Κατά το μέρος δε που πλήττεται η κρίση του Εφετείου, επειδή δεν δέχτηκε, "σύμφωνα με τις βάσεις της αγωγής", πενταετή παραγραφή, ο λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχτηκε μεν την ύπαρξη στην αγωγή, αναφορικά με τους αναιρεσιβλήτους, και βάσης από αδικοπραξία, αλλ' έκρινε ότι και η από τη βάση αυτή αξίωση υπόκειται στην ίδια παραγραφή.
IV.Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2004 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ALLIANZ ΑΕΓΑ για αναίρεση, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, της 7859/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ