Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding insufficient reasoning for rejecting a claim as legally unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning for rejecting the employment contract conversion claim, but the court found this argument inapplicable because the claim was already rejected as legally unfounded. Consequently, the court held that the appeal failed to meet the threshold for substantive review required by Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the lower court rejected the claim as legally unfounded without conducting a substantive inquiry.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1640 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1640/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου Β. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... Α..Ε.." (....Ε Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου λόγω απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμίας "Δ. Ε. Η. Α.Ε." και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κώστα Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 363/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2451/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Mε την από 20.7.2021 και με αριθ. κατάθ. 6336/820/30.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2451/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 74 παρ. 1 ν. 4960/2020 και 83 ν. 4790/2021, 566 παρ. 3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι : α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 127/2015).
Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 §3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 122/2016, 244/2015, 79/2013). Με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10- 7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2001,ΑΠ 1073/2014), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 18/2006,ΑΠ 1073/2014).
Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/7Ο/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18- 4-2001 (ΦΕΚ Α" 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων τον οποίο και διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.
ΑΠ 7/2011, ΑΠ 127/2015, 79/2013, 696/2013, 1073/2014). Περαιτέρω με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν έως τις 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται: 1) Να προσδιορισθούν:
α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων. 2) Να καθορισθεί, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη έως τις 10-7-2001 και σε κάθε περίπτωση έως τις 10-7-2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής (σχετ.
Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4- 2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:
Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού, με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.
γ" του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται, ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003.
Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ` αυτού, υπάγεται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, είναι και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ".... (... Α.Ε.)", η οποία από 1-1-2001 έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 2773/1999, σε συνδυασμό με το Π.Δ. 333/2000 και δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα (βλ.
και Π.Δ. 360/1991 και άρθρο 15 του Ν. 3429/2005). Β) Στο άρθρο 5 αυτού (Π.Δ. 81/2003), όπως το άρθρο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι: 1) Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως:
Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (180/2004).
Γ) Στο άρθρο 8Α (Μεταβατικές Διατάξεις) αυτού (Π.Δ. 81/2003), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. 164/2004... 3) Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών.
Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 2 του Ν. 3302/2004 ορίζεται ότι: Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004.
Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...
γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση..." (ΑΠ 1198/2017, 696/2013).
3. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Επίσης αποτελούν πράγματα και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (κύρια, επάλληλες, επικουρικές) και τα, προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους, περιστατικά (ΑΠ 1152/2017, 837/2019). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2019, 128/2008, 66/2008).
4. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή του ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολήθηκε αρχικά στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος από την 1.5.2012 τυγχάνει η αναιρεσίβλητη ως ηλεκτροτεχνίτης, καλύπτοντας με την εργασία του πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εργοδότριάς του, έτσι ώστε η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων να μη δικαιολογείται.
Ότι ειδικότερα συνήψε έντεκα (11) συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δη τις από 12.10.2000 έως 15.4.2001, από 19.7.2001 έως 18.3.2002, από 1.8.2002 έως 31.3.2003, από 1.7.2003 έως 29.2.2004, από 1.4.2004 έως 30.11.2004, από 1.6.2005 έως 31.1.2006,από 3.7.2006 έως 2.3.2007, από 4.6.2007 έως 3.2.2008, από 15.5.2008 έως 14.11.2008, από 19.1.2009 έως 18.7.2009 και από 1.7.2010 έως 28.2.2011 συμβάσεις. Ότι κατ' επίφαση οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι δεν συνδέονται με την εξυπηρέτηση κάποιας εποχικής ή έκτακτης ανάγκης της εναγόμενης, ενώ είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που μετατράπηκαν πλέον σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου πλέον χρόνου, καθόσον η κατάρτιση και η ανανέωση των συμβάσεων του ορισμένου χρόνου αντίκειται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία, και στην πραγματικότητα πρόκειται για ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι στις 28.2.2011, ημερομηνία, που έληγε η τελευταία από τις προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις, η αρχική εργοδότριά του τον απέλυσε χωρίς έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε: i) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τον εντάξει στο μόνιμο προσωπικό της, στη θέση και με την ειδικότητα, που ασκούσε και πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ii) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του, καταβάλλοντος τις νόμιμες αποδοχές της, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ύψους 150,00 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της με την απόφαση που θα εκδοθεί, ii) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 31.201 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, επικουρικά δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, ύψους 10.654 ευρώ με βάση την εργατική νομοθεσία άλλως και σε περίπτωση ακυρότητας της εργασιακής σύμβασής του με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 363/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι η σύμβαση που συνδέει τον ενάγοντα με την εναγόμενη είναι εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 28.2.2011 καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να απασχολεί τον ενάγοντα στη θέση και την ειδικότητα που είχε πριν την απόλυση, καθώς επίσης αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 17.220 ευρώ και είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 7.088 ευρώ για μισθούς υπερημερίας.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγόμενη και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, με την οποία το δικαστήριο, έκανε δεκτή την έφεση ως κατ'ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε ως μη νόμιμη. Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "....η ένδικη αγωγή ......είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τον ενάγοντα- εφεσίβλητο με την αρχική εναγόμενη είναι αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες του όντως κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αρχικής εναγόμενης, οι επίδικες συμβάσεις δεν πληρούν τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις, που απαιτούνται αθροιστικά από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1, 5 του Π.Δ. 164/2004, το οποίο έχει ανάλογη εφαρμογή, κατά το άρθρο 8Α του Π.Δ. 81/2003, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, και επί της αρχικής εναγόμενης, της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η εκκαλούσα, προκειμένου οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα- εφεσίβλητο επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, και τούτο διότι αυτές (επίδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου) δεν ήταν διαδοχικές, ......, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απείχαν μεταξύ τους κατά χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των τριών μηνών, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών και έτσι δεν μπορούσαν οι επίδικες συμβάσεις να προσλάβουν, ενιαία, κατά τον χρόνο, που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατόπιν τούτων ....., εν προκειμένω δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών ρυθμίσεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν αθροιστικά οι οριζόμενες από αυτό προϋποθέσεις για τη μετατροπή των επίδικων συμβάσεων του ενάγοντος σε ενιαία σύμβαση, όπως εκθέτει στον πρώτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίδικες συμβάσεις, πριν από την έναρξη ισχύος των προαναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων δεν είχαν προλάβει να προσλάβουν τον χαρακτήρα σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, οι επίδικες συμβάσεις του ενάγοντος- εφεσίβλητου δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε με τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, ούτε με τις διατάξεις του Π.Δ. 81/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το Π.Δ. 180/2004, σε συνδυασμό με αυτές του Π.Δ. 164/2004...".
5. Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του και με τον δεύτερο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1920, και 5 και 11 του π.δ. 160/2004 το οποίο έχει ανάλογη εφαρμογή, κατά το άρθρο 8Α του Π.Δ. 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004) και επί της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή.
Ωστόσο, η θεμελίωση της ένδικης αγωγής στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, δεν είναι νόμιμη διότι, οι επίδικες συμβάσεις, που συνήψε ο ενάγων με την αντίδικό του, ως παρατίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν ήταν διαδοχικές προ της ενάρξεως ισχύος, την 18.4.2001, των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, (καταρτίστηκε μόνο μία πριν την 17.4.2001 και είχε διάρκεια από 12.10.2000 έως 15.4.2001), ώστε να είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) να διατήρησαν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων την 18.4.2001 ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, και αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν μετά τις 18.4.2001, αφότου κατά τα προεκτεθέντα άρχισε η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και ειδικότερα των παραγράφων 7 και 8 αυτού, απαγορεύεται η, κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920, μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν καταρτισθεί με την εναγόμενη ακόμα και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Ούτε δε και με τις διατάξεις του π.δ. 81/2003 μπορεί να κριθεί ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, αφού οι καταρτισθείσες συμβάσεις του ενάγοντος μέχρι την έναρξη ισχύος την 23.08.2004 του ως άνω π.δ. απείχαν μεταξύ τους πέραν των τριών μηνών (τρεις μήνες και τρεις ημέρες η πρώτη - 12.10.2000 έως 15.4.2001- από τη δεύτερη, τέσσερις μήνες και δώδεκα ημέρες η δεύτερη- 19.7.2001 έως 18.3.2002- από την τρίτη) και συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν υφίσταται η απαιτούμενη συνοχή και ενότητα μεταξύ τους, προκειμένου να κριθεί ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, και ματαιώνεται έτσι η δυνατότητα ενός ευμενούς γι' αυτόν (αναιρεσείοντα- ενάγοντα) νομικού χαρακτηρισμού της σχέσεως εργασίας, που είχε αναπτύξει με την εργοδότριά του αναιρεσίβλητη- εναγόμενη, με συνέπεια να μην δύνανται αυτές να μετατραπούν, σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Ειδικότερα και όσον αφορά και τις συμβάσεις του ενάγοντος, που καταρτίστηκαν μετά την 23.08.2004 δεν ακολουθήθηκε η, από το άρθρο 103 παρ. 7 και 8, προβλεπόμενη διαδικασία, έστω και αν η κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου ήταν προσχηματική, οι συμβάσεις του, ακόμη και αν με την προσφορά των υπηρεσιών του ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστης διάρκειας.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού η άνω εργοδότρια, που είναι ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο (2000-2011), βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου, εφόσον θεωρείται ως προς το ζήτημα των προσλήψεων του προσωπικού της (τακτικού και εκτάκτου), ως επιχείρηση ανήκουσα στον δημόσιο τομέα (ΔΕΚΟ) και εφαρμόζεται στην περίπτωση της ο νόμος 2190/1994 και ο νόμος 3429/2005, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις πιο πάνω μείζονες σκέψεις, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και οι ως άνω λόγοι της αίτησης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 7 παρ. 2 του ΠΔ 164/2004, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου και του επικουρικού αιτήματός του για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και μη εξετάζοντας την επικουρική βάση της αγωγής του, με την οποίαν ζητούσε τη νόμιμη αποζημίωσή του με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και τούτο διότι εν προκειμένω το Εφετείο δέχτηκε ότι η εναγόμενη ... υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του πδ 81/2003 ως ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, και όχι σ' αυτό του πδ 164/2004, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το προαναφερθέν άρθρο 7 παρ. 2 του τελευταίου πδ, εφόσον δε δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις μετατροπής των επίδικων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, η εργασιακή σχέση του ενάγοντος έληξε αυτοδικαίως με την εκπνοή της τελευταίας σύμβασης στις 28.2.2011, περαιτέρω δε εφόσον το αίτημα για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ήταν μη νόμιμο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ρητά, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
6. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, 701/2011, 121/2009).
Συνεπώς, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, δεδομένου ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων υπό στοιχείο 3 παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς δεν προκύπτουν ποια πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά για να κριθεί για ποιο λόγο οι επίδικες συμβάσεις δεν είχαν ήδη προλάβει να προσλάβουν τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και δεν διατύπωσε, ως προς το ζήτημα αυτό, αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη.
Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.7.2021 και αριθ. κατάθεσης 6336/820/30.7.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της, υπ` αριθ. 2451/2019, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ