Supreme Court allows appeal against appellate court decision for failure to consider crucial evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by M. P. against the Piraeus Court of Appeal's decision. The court found that the appellate court failed to explicitly consider and evaluate specific documents submitted by the appellant, which were critical to the case. Consequently, the appeal was allowed, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, and 495 of the Code of Civil Procedure; A court decision is subject to annulment if it fails to consider or evaluate crucial evidence submitted by a party, thereby violating the principle of full consideration of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1640 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1640/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2008 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2620/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 614/2017 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 9/12/2017 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 15/12/2017 αίτησή του και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 817/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την συνεκδίκαση των ανωτέρω αιτήσεων και ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσίβλητος με την από 16/9/2019 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 9/12/2017 αιτήσεως και την απόρριψη της από 15/12/2017 αιτήσεως και των από 26/12/2018 πρόσθετων λόγων αυτής, ο υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείων και υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητος την παραδοχή της από 15/12/2017 αιτήσεως και των από 26/12/2018 πρόσθετων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 9/12/2017 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση 1) η από 9-12-2017 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Κ., 2) η από 15-12-2017 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Π. και 3) οι από 26-12-2018 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του τελευταίου που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 31-12-2018, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο (4-2-2019) κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία 614/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 2620/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 10-10-2008 αγωγή του Ε. Κ. για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία.
Οι αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες φέρονται προς συζήτηση με την από 16-9-2019 κλήση, μετά την έκδοση της υπ'αριθμό 817/2019 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτηση για τον αναφερόμενο σ'αυτή λόγο, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ).
Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με τις ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτές, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, με τις αιτήσεις αναιρέσεως (ΑΠ 1078/2020, ΑΠ478/1981).
1) Επί της από 15-12-2017 αιτήσεως αναιρέσεως του Μ. Π.:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολογήσεως ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ271/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017,ΑΠ 322/2011).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου, καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από τον διάδικο (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα : α) τις αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των αναφερομένων σ'αυτές κατηγοριών και συγκεκριμένα, τις 1190/2016, 1301/2015 και 1149/2016 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, τις 42/2015, 733/2014 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, την 1908/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, την 615/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, την 684/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, την 145/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, τις 334/2013, 335/2013, 603/2014, 245/2014, 284/2017, 91/2017, 1629/2015 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, τις 145/2010, 276/2012, 735/2014, 489/2016 και 269/2011 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, β) τις 245/2015, 374/2015 και 276/2015 αθωωτικές διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και τις 33/2015 και 38/2015 αθωωτικές διατάξεις του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς και το απαλλακτικό για την πράξη της απιστίας αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς με αρ. 982/2013, γ) τα ταυτάριθμα πρακτικά των υπ'αριθ. 4876/2003 και 4370/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία εργατικών διαφορών και τακτική διαδικασία αντίστοιχα), τα ταυτάριθμα πρακτικά της υπ'αριθ. 1668/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, δ) την υπ'αριθ. 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τις υπ'αριθ. 788/2005 και 103/2008 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και τις υπ'αριθ. 880/2007 και 1484/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και ε) την από 2-6-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διεκδικεί τις δικηγορικές αμοιβές του, τις από 9-11-2008 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπου ομολογεί τον συμψηφισμό του προκαταβληθέντος ποσού των 20 εκατ.
δρχ. και την από 16-10-2000 ιδιόγραφη διαθήκη- ομολογία του αναιρεσιβλήτου για την οφειλή του για την υπόθεση <φάκελος Ελβετίας>, τα οποία (έγγραφα) ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις από 6-4-2017 έγγραφες προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: <...... Κατά το έτος 1999 ο ενάγων διόρισε τον εναγόμενο γενικό πληρεξούσιο και αντίκλητό του με συμβολαιογραφική πράξη.
Το έτος 2002, διαταράχθησαν, έντονα, οι μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου σχέσεις. Τη διατάραξη των σχέσεων τους, ο εναγόμενος την αποδίδει στις παράνομες μαγνητοφωνήσεις, που διέπραξε ο ενάγων, προκειμένου να απαλλαγεί από την καταβολή των δικηγορικών του αμοιβών, ο δε ενάγων την αποδίδει στην άρνησή του να χορηγήσει στον εναγόμενο νέο δάνειο καθώς και να παρατείνει το χρόνο απόδοσης ήδη χορηγηθέντος, του οποίου χρόνος απόδοσης ήταν το τέλος του 2002.
Στην συνέχεια, την 28η-12-2002, τρεις ημέρες πριν από το χρόνο απόδοσης του ήδη χορηγηθέντος στον εναγόμενο δανείου ποσού 20.000.000 δρχ., πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντηση των διαδίκων στο γραφείο του ενάγοντος, κατά την οποία επήλθε οριστική ρήξη των σχέσεων των διαδίκων. Στη συνέχεια την 4η-2-2003, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2335/4-2-2003 πράξης ανακλήσεως πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίνας Καζνέση, ο ενάγων ανακάλεσε την ως άνω παρασχεθείσα στον, εν λόγω, εναγόμενο πληρεξουσιότητα.
Ακολούθως, την 7η-2-2003 με την αντίστοιχη εξώδικη δήλωση ανακλήσεως πληρεξουσιότητας και πρόσκληση, ο ενάγων ανακάλεσε και την υπό κάθε μορφή και έννοια εντολή.-και πληρεξουσιότητα τυχόν θεωρούσε ο εναγόμενος ότι του είχε δώσει και κάλεσε τούτον να του παραδώσει τα δικά του έγγραφα, καθώς και την από 16-10-2000 διαθήκη του, που του είχε παραδώσει προς φύλαξη.
Ο εναγόμενος, σε απάντηση των εξωδίκων προσκλήσεων του ενάγοντος, απέστειλε το από 14-2-2003 εξώδικο έγγραφο του και μετά την εκ νέου από 5-3-2003 πρόσκληση του ενάγοντος για απόδοση των εγγράφων του και της διαθήκης του τα από 15-3-2003 και 24-3- 2003 εξώδικα έγγραφά του, των οποίων συντάκτης είναι ο εναγόμενος.
Στα εξώδικα αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: Α) στο από 14-2-2003 εξώδικο, ο εναγόμενος χαρακτηρίζει τα λόγια του ενάγοντος "μνημεία αήθους συμπεριφοράς και ψευδολογιας", ενώ για τον ίδιο αναφέρει "χωρίς αιδώ, εντελώς ξεδιάντροπα και με τον πιο επαίσχυντο τρόπο".... "..με ανέστιο μένος..", "..ψεύδους δε μεμεστωμένος..., παρακρουόμενος από υποσυνείδητα ανεξιχνίαστα πάθη και απωθημένα σκοτεινά σας βιώματα..., ...σας διακατέχει μια βυσσοδομούσα υποκρισία, διπροσωπία, ...συνήθης άνθρωπος του δόλου και της διαβολής.., ..δε σέβεστε ούτε ιερό ούτε όσιο.., ...είχατε διαρρήξει τους φοριαμούς των εταιριών..., ...ψεύδεστε ασυστόλως..., ασεβή υβριστική, προσβλητική απρεπή συμπεριφορά σας..., ...ύπουλα και άνανδρα...,υποκριτικό σας ρόλο...
Επίσης αναφέρει "...28-12-2002 ..προσήλθατε στο δικηγορικό μου γραφείο και παρά τη θέληση μου καταγράψατε κρυφά σε μαγνητόφωνο τις συνομιλίες μας και ειδικότερα τις απαντήσεις και τα λόγια μου στις στημένες ερωτήσεις σας... και βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά...." καθώς και "λεηλασία των φακέλων των δικογραφιών"...
Β) στο από 15-3-2003εξώδικοτουενάγοντος που απευθύνεται στον εναγόμενο, αναφέρονται τα εξής: "κακοπρόθετη μυθοπλασία σας, βερβορωμένη ψευδολογία, κατάπτυστη και εγκληματική συμπεριφορά" "... σας ζητώ και αναμένω να μου επιστρέψετε νόμιμα επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που αφαιρέσατε χωρίς ενημέρωση μου μέσα από τους αντίστοιχους φακέλους δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί από την αντίστοιχη ενασχόληση μου ...", ..."να καταγράφετε με μαγνητόφωνο τις συνομιλίες μας, εν αγνοία μου και χωρίς τη θέλησή μου από το μήνα Μάρτιο του 2002 έως την 28-12-2002..." και Γ) στο" από 24-3-2002 εξώδικο του αναφέρει απευθυνόμενος στον ενάγοντα: "επαίσχυντες και μικρόψυχες ψευδολογίες σας, λασπολογώντας υποστηρίζετε, δολίων και κακεντρεχών, ετσιθελικά και αυθαίρετα, προβήκατε εσκεμμένα σε ανηλεή λεηλασία των δικογραφιών που είχαν σχηματιστεί από τις ενέργειες μέσα στα πλαίσια του δολιοφυούς σχεδιασμού σας, ....αποκρύπτετε κακοβούλως...
κακόβουλη συμπεριφορά σας με την οποία επιχειρείτε την συσκότιση και τη διαστρέβλωση, "...σας ζητώ και αναμένω να μου επιστρέψετε νόμιμα, επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που αφαιρέσατε χωρίς ενημέρωσή μου μέσα από τους αντίστοιχους φακέλους δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί από την αντίστοιχη ενασχόλησή μου...",... "να καταγράφετε με μαγνητόφωνο τις συνομιλίες μας, εν αγνοία μου και χωρίς τη θέλησή μου από το μήνα Μάρτιο του 2002 έως την 28-12-2002...
και δη...". Το περιεχόμενο των εξωδίκων αυτών επικαλέστηκε ο εναγόμενος και τα προσκόμισε ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών. Συγκεκριμένα τα προσκόμισε και τα επικαλέστηκε: α) στην από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγή του, στις από 18-9-2003 προτάσεις του επί της, ως άνω, αγωγής του, στις από 2-3-2005 προτάσεις του επί ασκηθείσας εφέσεώς του, κατά της, εκδοθείσης επί της ως άνω αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, στις από 2-1-2007 προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου επί συζητηθείσας αίτησης αναίρεσης επί της υπ' αριθμ. 788/2005 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, β) στις από 10-5-2006 προτάσεις του επί της ασκηθείσας υπ' αριθμ 3723/2008 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, γ) στο από 26-6-2003 σχετικό υπόμνημάτου.
επί ασκηθείσας μήνυσης εναντίον του ενάγοντος, η οποία εκδικάσθηκε την 30-3-2005 καθώς και στην πρωτόδικη δίκη που εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2887/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και στην κατ' έφεση δίκη που εκδόθηκε η υπ' αριθμ.
103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, και τα σχετικά εξώδικα χαρακτηρίστηκαν αναγνωστέα, δ) στην από 12-10-2004 Α-04/3371 μήνυση του. ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, η οποία εκδικάσθηκε την 15-2-2006 και τα σχετικά εξώδικα χαρακτηρίστηκαν αναγνωστέα και στην πρωτόδικη δίκη που εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ε) στην από 20-12-2004 Α-02/4222μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, στ) στην από 15-2-2005 Α-05/380 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ζ) στην από 2-6-2005 Α-05/1194 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ 435/2006διάταξητουΕισαγγελέωςΠλημμελειοδικών Πειραιώς και με την υπ' αριθμ. 68/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά επί ασκηθείσας προσφυγής του, η) στο από 24-3-2004 υπόμνημά του ενώπιον του 4ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της από 1-8-2003 μήνυση του ενάγοντος Γ-03/3088 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, θ) στο από 12-1-2004 υπόμνημά του ενώπιον του 30ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της από 10-9-2003 μήνυσης του ενάγοντος Δ-03/3391 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, καθώς και στο από 15-12-2004 απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του 70υ Πταισματοδίκη Πειραιά, ι) στο από 25-5-2004 υπόμνημά του ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της από 17-10-2003 μήνυσης του ενάγοντος ΙΕ- 03/13265 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, καθώς και στο 25-10-2004 απολογητικό υπόμνημα ενώπιον της ιδίας Πταισματοδίκη.
Οι εκφράσεις που περιέχονται στα ως άνω εξώδικα, στοιχειοθετούν τις πράξεις της εξύβρισης, οι εκφράσεις δε αυτές γράφηκαν καθ' υπέρβαση του δικαιώματος υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και υπήρχε υπέρβαση της αναλογίας του σκοπού αυτού (υπεράσπισης) προς τα μέσα που χρησιμοποίησε γ' αυτόν ο εναγόμενος.
Ο εναγόμενος αναφέρθηκε στα τρία εξώδικα, με οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς στο πρόσωπο του ενάγοντα όπως: "... ύπουλη "μνημεία αήθους συμπεριφοράς και ψευδολογίας", ενώ για τον ίδιο αναφέρει "χωρίς αιδώ, εντελώς ξεδιάντροπα και με τον πιο επαίσχυντο τρόπο"..."..με ανέστιο μένος....", "....ψεύδους δε μεμεστωμένος.., ....παρακρουόμενος από υποσυνείδητα ανεξιχνίαστα πάθη και απωθημένα σκοτεινά σας βιώματα.., ...σας διακατέχει μια βυσσοδομούσα υποκρισία, διπροσωπία, συνήθης άνθρωπος του δόλου και της διαβολής.., ...δε σέβεστε ούτε ιερό ούτε όσιο.., ...είχατε διαρρήξει τους φοριαμούς των εταιριών...., ψεύδεστε ασυστόλως...
ασεβή υβριστική, προσβλητική απρεπή συμπεριφορά σας..., ...ύπουλα και άνανδρα..., ...υποκριτικό σας ρόλο.
Από τις άνω φράσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα εκ μέρους του εναγομένου, διότι η χρησιμοποίηση αυτών των εκφράσεων στοχεύει στην προσβολή τη τιμής και της υπόληψης αυτού και της εν γένει προσωπικότητάς του και θίγει αυτόν ως φορέα ηθικής και κοινωνικής αξίας εκδηλώνοντας περιφρόνηση στο πρόσωπό του, ενώ και χωρίς την χρήση αυτών ο εναγόμενος θα μπορούσε να προστατεύσει τα συμφέροντά του.
Εξάλλου, ο εναγόμενος, ο οποίος άλλωστε είναι και δικηγόρος, συντάσσοντας το περιεχόμενο των, ως άνω, εξώδικων δηλώσεων, εξέφυγε των ορίων της ευπρέπειας και υπερέβαλε το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εαυτού του. Οι ισχυρισμοί του θα μπορούσαν να αποδοθούν εναργέστατα και χωρίς την χρήση των ως άνω εκφράσεων, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες για την λυσιτελή υπεράσπισή του.
Η υπερασπιστική γραμμή και η απόδοση της αλήθειας των ισχυρισμών του θα ήταν το ίδιο αποτελεσματική και χωρίς την χρησιμοποίηση των εκφραστικών αυτών υπερβολών, οι οποίες κατέτειναν πλέον όχι στην υπεράσπιση των συμφερόντων του, αλλά στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Οι, ωςάνω, εκφράσεις δεν διατυπώθηκαν από τον εναγόμενο για την προστασία δικαιώματος και σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, διότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κρίνονται αναγκαίες και απαραίτητες για την διαφύλαξη του δικαιώματος και την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος.
Αντίθετα και χωρίς την χρήση αυτών ήταν το ίδιο αποτελεσματική η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του καθόσον δεν προσθέτουν στοιχεία στην ανεύρεση της αλήθειας ούτε στην απόδοση της πραγματικής κατάστασης, Εξάλλου, ως εκ του τρόπου αυτών και των εν γένει κρατουσών συνθηκών, της οξύτατης αντιπαράθεσης, που δεν δικαιολογείται σε ανταλλαγή εξωδίκων, οι ως άνω προσβολές, μαρτυρούν σκοπό εξύβρισης, δηλαδή σκοπό συνιστάμενο στην ενσυνείδητη υπέρβαση, εκ μέρους του εναγομένου, των ορίων του δικαιώματος, που κατατείνει ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντα.
Ως εκ τούτου και επειδή αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες εκφράσεις, που εμπεριέχονται στις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις, δε χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο στο πλαίσιο ενάσκησης νομίμου καθήκοντος, αλλά μαρτυρούν σκοπό εξύβρισης ενάγοντα, θεμελιώνεται το στοιχείο του παρανόμου, ως όρου της προσβολής της προσωπικότητας και ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, απορριπτόμενου ως κατ ουσίαν αβασίμου του, ερειδομένου επί του άρθρου 367 παρ. 1 περ.
γ' και δ' ΠΚ, αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου. Περαιτέρω όσον αφορά, τα περιστατικά που αναφέρονται. στα τρία επίδικα εξώδικα περί της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και των προφορικών ιδιωτικών συνομιλιών του ενάγοντος με τον ως άνω εναγόμενο, άνευ της συναινέσεως του τελευταίου, λεκτέα τα εξής:
Τα περιστατικά αυτά απετέλεσαν αντικείμενο και άλλης δίκης μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, καθώς ο τελευταίος, με την από 30-4-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 3723/2003 αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι ο ενάγων, για χρονικό διάστημα εννέα μηνών από το τέλος του Μαρτίου 2002, μαγνητοφωνούσε, χωρίς τη συναίνεση του, τις συνομιλίες που πραγματοποιούνταν στο δικηγορικό του γραφείο, καθώς και τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του, όπως οι σχετικές υποψίες του επιβεβαιώθηκαν, στις 28-12-2002, ζητούσε, λόγω της προσβολής της προσωπικότητας αυτού και της σε βάρος του σχετικής αδικοπραξίας, να του επιδικασθεί ποσό 200.000 ευρώ.
Επί της ως άνω αγωγής, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 5189/2007 απόφαση του αυτού δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον ενάγοντα της ένδικης αγωγής να καταβάλει στον εναγόμενο ποσό 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, ασκήθηκε έφεση, από τον εδώ ενάγοντα, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αφού δέχθηκε ότι οι, ως άνω, αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έκανε δεκτή, κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, και, κατόπιν αφού κράτησε την υπόθεση και εκδίκασε τη σχετική αγωγή, απέρριψε την τελευταία, κατ' ουσίαν.
Εν συνεχεία, o νυν εκκαλών, Μ. Π., υπέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 18-3-2009 αίτηση αναίρεσης καθώς και τους από 10-8-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, εξεδόθη δε η υπ' αριθμ. 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ.
95/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο με την με αριθμό 634/2012 απόφασή του εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 5189/2007 απόφαση και, αφού κρατήθηκε κι εκδικάσθηκε η, εν λόγω, υπόθεση, απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή. Ακολούθως, ο νυν εκκαλών Μ.
Π., υπέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 3-1-2013 αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητήθηκε την 25η-11-2013 και εξεδόθη η υπ' αριθμ. 897/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την προαναφερθείσα αίτηση και επικύρωσε την, ως άνω, υπ' αριθμ. 634/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας κρίθηκαν με δύναμη αμετάκλητου δεδικασμένου (το οποίο ζήτησε το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθμόν 855/2013 απόφαση του), τα ακόλουθα: "...Κατά το έτος 1996, ο εναγόμενος (σ.σ.
Ε. Κ.ς) ανέθεσε, αρχικώς προφορικώς, στον ενάγοντα (σ.σ. Μ. Π.), ως δικηγόρο τη διεκπεραίωση διαφόρων εκκρεμών υποθέσεων του, αναφερομένων στην επιδίωξη της ικανοποιήσεως ή της εξασφαλίσεως οικονομικών αξιώσεων του είτε με δικαστική διαδικασία, είτε με διαπραγματεύσεις προς επίτευξη συμβιβασμού. Μάλιστα, στη συνέχεια, για τη χορήγηση της ως άνω εντολής συντάχθηκε το με αριθμό 5548/22-7-1999 γενικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π.
Π.-Β.. Έτσι, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ο ενάγων διεξήγαγε τις, ως άνω, ανατεθείσες σ' αυτόν υποθέσεις του εναγομένου (υπόθεση Σπανού, Γεωργίου Κυρατσάκι κλπ). Όμως, κατά το έτος 2002, παρουσιάσθηκαν προβλήματα στις μέχρι τότε ομαλές σχέσεις των διαδίκων και ο εναγόμενος ανακάλεσε την ως άνω πληρεξουσιότητα, που είχε χορηγήσει στον ενάγοντα, με την κοινοποίηση σ' αυτόν της από 7-2-2.003 εξώδικης δηλώσεως του και της με αριθμό 2335/4-2-2003 πράξεως ανακλήσεως πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίνας Καζνέση.
Επίσης, μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκαν οικονομικές διαφορές, οι οποίες αφορούσαν αφενός τις αξιώσεις του ενάγοντος δικηγόρου για την επικαλούμενη αμοιβή του λόγω διεξαγωγής των ανατεθεισών σ' αυτόν υποθέσεων του ενάγοντος και αφετέρου την αξίωση του εναγομένου, η οποία απορρέει από την επικαλούμενη από 7-11-2000 έγγραφη σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 20.000.000 δραχμών (ή 58.694,06 ευρώ), που είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα.
Ειδικότερα, ο ενάγων για τις ως άνω αξιώσεις του άσκησε εναντίον του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τη- με αριθμό κατάθεσης 4694/2-6-2003 αγωγή του, η οποία έγινε μερικώς δεκτή και του επιδικάσθηκε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό (βλ. τις με αριθμούς 788/2005 και 103/2008 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και τη με αριθμό 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου) και ο εναγόμενος άσκησε εναντίον του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τη με αριθμό κατάθεσης 703/2007 αγωγή του, η οποία αφορά την ως άνω αξίωση του και η οποία έγινε μερικώς δεκτή επιδικάζοντας σ' αυτόν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό (βλ.
τη με αριθμό 833/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς). Ο ενάγων υποστηρίζει ότι η διατάραξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων οφείλεται στο γεγονός ότι ο εναγόμενος με διάφορες ενέργειες του επεδίωκε να αποφύγει την καταβολή της προσήκουσας δικηγορικής αμοιβής για την, ως άνω, διεξαγωγή των υποθέσεων του. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, χωρίς τη συναίνεση του και εν αγνοία του, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Μαρτίου του έτους 2002 μέχρι την 28-12-2002, κατ' επανάληψη, ο εναγόμενος ηχογραφούσε, με τη χρήση μαγνητοφώνου, το οποίο συνήθως έφερε εντός σακακιού (μπουφάν) χειμερινού, που φορούσε ακόμη και κατά τη θερινή περίοδο, τις μεταξύ τους συνομιλίες, που διενεργούντο στο δικηγορικό γραφείο του, καθώς και τηλεφωνικώς, κατά τις οποίες αυτός (εναγόμενος) εκφράζετο επιτηδευμένως, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει μελλοντικώς εναντίον του και να αποκρούσει τις απαιτήσεις του για καταβολή των αμοιβών του.
Συγκεκριμένα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, στις 28-12- 2002, που πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντηση των διαδίκων στο δικηγορικό γραφείο του, το οποίο συστεγάζεται στον ίδιο χώρο με το γραφείο της συμβολαιογράφου συζύγου του (Π. Π.), στον Πειραιά (οδός …..αρ. …2ος όροφος), επιβεβαίωσε, την ως άνω παράνομη πράξη του εναγομένου, η οποία αφορά την ηχογράφηση των συνομιλιών τους, που επαναλήφθηκε και την ίδια ημέρα, εξαιτίας δε της συμπεριφοράς του αυτής επήλθε οριστική ρήξη στις σχέσεις τους, ενώ επακολούθησε μεταξύ τους σειρά αστικών και ποινικών δικών, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Τα ειδικότερα περιστατικά σχετικώς με την ως άνω επικαλούμενη συμπεριφορά του εναγομένου περιλαμβάνονται κυρίως σε διάφορες καταθέσεις του ίδιου του ενάγοντος και της συζύγου του Π. Π., οι οποίες δόθηκαν στο πλαίσιο περισσοτέρων συναφών ποινικών και αστικών δικών, καθώς και στη με αριθμό 3506/2003 ένορκη βεβαίωση του Ν.
Σ. που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς (η οποία όμως δεν προσκομίσθηκε κατά την παρούσα δίκη). Οι προαναφερθέντες ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι, στις 28-12-2002, ο εναγόμενος προσήλθε στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος, παρέμεινε δι' ολίγον σε κάποιο χώρο αυτού πριν συναντήσει τον τελευταίο, όπου ενεργοποίησε συσκευή μαγνητοφώνου, την οποία, αφού έβγαλε από το σακάκι (μπουφάν) που έφερε, την τοποθέτησε εντός χάρτινης σακούλας την οποία κρατούσε (βλ.
ιδίως τα με αριθμό 2887/πρακτικά-απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, τα με αριθμό 103/2008 πρακτικά - απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, τις από 15-3-2003 και 13-1-2004 προανακριτικές εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα της Π. Π. ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως και τα με αριθμό 876/18-9-2003 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς).
Όμως, ο εναγόμενος, ενώ πρωτοδίκως είχε κηρυχθεί ένοχος για τη σχετική αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση (άρθρο 370Α ΕΚ), δυνάμει της με αριθμό 2887/2005 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ήδη, κηρύχθηκε αμετακλήτως αθώος της πράξεως αυτής, δυνάμει της με αριθμό 103/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Επίσης, ο ενάγων, η σύζυγος του και ο Ν. Σ. για όσα κατάτα ως άνω ανέφεραν σχετικώς με την επικαλούμενη προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου (στο πλαίσιο της συναφούς ποινικής διαδικασίας ο ενάγων και η σύζυγος του και με τη με αριθμό 3506/2003 ένορκη βεβαίωση ο Ν. Σ.) κρίθηκαν, αμετακλήτως, ένοχοι των σχετικών αξιόποινων πράξεων, δηλαδή ο ενάγων για ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και οι υπόλοιποι για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και μη (άρθρα 224 παρ. 2-1, 225 παρ. 1 εδ.
Α ΠΚ), δυνάμει της με αριθμό 549-549α-549β-549γ-579-579α/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (βλ. και τη με αριθμό 1619/2011 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του ΑΠ). Ακόμη, ο ενάγων κρίθηκε αμετακλήτως ένοχος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 363-362 ΠΚ), δυνάμει της με αριθμό 508α-513ατβ-γ-528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (βλ.
και τη με αριθμό 486/2011 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του ΑΠ), η οποία αφορά αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή για το πρόσωπο του εναγομένου σχετικώς με την ως άνω επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Επιπλέον, ο ενάγων κρίθηκε ένοχος της ίδιας ως άνω αξιόποινης πράξης (συκοφαντικής δυσφήμησης), δυνάμει της με αριθμό 397/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, για τα σχετικώς αναφερόμενα στην από 30-6-2003 αγωγή του κατά του εναγομένου, και δυνάμει της με αριθμό 703-1222/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, για αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στις από 11-12-2008 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς στη δίκη της οποίας επακολούθησε η έκδοση της ως άνω αναιρεθείσας με αριθμό 95/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού.
Σημειωτέον ότι για τη συναφή αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που επίσης είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του ενάγοντος και έπαυσε οριστικώς αυτή λόγω ανακλήσεως της εγκλήσεως και αποδοχής αυτής δυνάμει της με αριθμό 153Α-203-204-205-269/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τη σχετική διαδικασία ενώπιον του τελευταίου Δικαστηρίου ο ενάγων (κατηγορούμενος) δήλωσε: "ομολογώ αν είναι να κλείσει η υπόθεση και ζητάω συγγνώμη και παραιτούμαι από όλα." (βλ.
σελ. 37 των με τον ίδιο ως άνω αριθμό πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς). Εξάλλου, ο ενάγων με τις προτάσεις του ισχυρίζεται ότι αυτός και η σύζυγος του έχουν κριθεί αθώοι των συναφών αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα δυνάμει της με αριθμό 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της τελευταίας αποφάσεως το προαναφερθέν Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε προβεί σε ηχογράφηση με μαγνητόφωνο των συνομιλιών του με τον ενάγοντα, αλλά δέχθηκε ότι η σύζυγος του ενάγοντος (κατηγορουμένη) εξέλαβε ως μαγνητόφωνο τη συσκευή κινητού τηλεφώνου του εναγομένου και καλοπίστως θεώρησε εκ πλάνης και όχι εκ δόλου ότι ο τελευταίος μαγνητοφωνούσε τις σχετικές συνομιλίες (βλ.
σελ. 57 της με αριθμό 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ν. Σ. στην απολογία του, η οποία περιέχεται στα με αριθμό 549-549α-549β-549γ-579-57972010 πρακτικά-απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δήλωσε: "Τον είδα [τον εναγόμενο] να κρατά μία συσκευή σαν κινητό τηλέφωνο ίσως...
Μετά τα όσα μου είπαν [ο ενάγων και η σύζυγος του], υπέθεσα πως ήταν μαγνητόφωνο.", δηλαδή αυτός είχε αμφιβολίες περί της κατοχής και ενεργοποίησης από τον εναγόμενο συσκευής μαγνητοφώνου, κατά την προσέλευση του, στις 28-12-2002, στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος. Ακόμη, ο ενάγων επικαλείται ότι ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί την εν λόγω πράξη του, ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός (εναγόμενος) παρέλειψε αφενός να απαντήσει στη σχετική αναφορά για την εν λόγω παράνομη ηχογράφηση των συνομιλιών τους, η οποία περιέχεται στις από 14-2-2003 και 15-3-2003 εξώδικες δηλώσεις του και αφετέρου να αιτιολογήσει την ανάκληση απ' αυτόν της πληρεξουσιότητας που είχε χορηγήσει στον ενάγοντα.
Όμως, όπως προκύπτει από την από 5-3-2003 εξώδικη δήλωσή του εναγομένου, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 14-3-2003 (βλ. τη με αριθμό 9202/14-3-2003 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Μ. Α.), αυτός απήντησε στην ως άνω από 14-2-2003 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος και αρνήθηκε ως μη αληθή στο σύνολο τους τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν.
Όσον αφορά την ανάκληση της ως άνω πληρεξουσιότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι, ενόψει της αρχής του ελευθέρως ανακλητού της πληρεξουσιότητας (βλ. Φ. Δ. σε ΑΚ Γ.-Σ. άρθρ. 218 αρ. 1 σελ. 379), δεν είναι αναγκαία η αιτιολογία αυτής, κατά συνέπεια από την παράλειψη και μόνον παράθεσης σ' αυτήν κάποιας αιτίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε την επικαλούμενη πράξη.
Επιπλέον, ο ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται ότι ο Δ. Κ. στην κατάθεση του ως μάρτυρος, η οποία περιέχεται στα με αριθμό 4876/18-9- 2003 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επιβεβαίωσε τη διενέργεια της ως άνω επικαλούμενης παράνομης πράξης του εναγομένου, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής, ο προαναφερθείς μάρτυρας δήλωσε ότι ο ενάγων ανέφερε σ' αυτόν την εν λόγω ηχογράφηση των συνομιλιών του (βλ.
και την κατάθεση του Δ. Κ. στα με αριθμό 103/2008 πρακτικά-απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, καθώς και την από 10-3-2004 προανακριτική κατάθεσή του ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς). Εξάλλου, ο ενάγων αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του υπήρχε ιδιαίτερος θόρυβος ("βόμβος", βλ.
την χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος στα με αριθμό 2887/2005 πρακτικά-απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), όμως, από το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ηχογράφηση τους, γιατί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες παρουσιάζουν συχνά προβλήματα.
Έτσι, από τα ως άνω στοιχεία, συνάγεται ότι ο ενάγων και η σύζυγος του είχαν μεν υπόνοιες για την ηχογράφηση των συνομιλιών του με τον εναγόμενο, αλλά αυτές δεν επιβεβαιώθηκαν βάσει αδιαμφισβήτητων περιστατικών. Επίσης, η προαναφερθείσα κρίση περί της μη επιβεβαιώσεως των ως άνω υπονοιών του ενάγοντος για την εν λόγω συμπεριφορά του εναγομένου ενισχύεται από τα ακόλουθα: 1) Ο ενάγων δεν επιδίωξε με οποιοδήποτε τρόπο την παράδοση του επικαλούμενου μαγνητοφώνου και του υλικού που περιείχετο σ' αυτό (κασέτας) κατά τη συνάντηση τους στις 28-12-2002, ούτε σε κάποια άλλη περίπτωση, 2) εκτός από τη σύζυγο του ενάγοντος ουδείς άλλος έχει αναφέρει ότι παρατήρησε μετά βεβαιότητας τον εναγόμενο να φέρει συσκευή μαγνητοφώνου, αλλά μόνον πιθανολογούν ότι έφερε τέτοια, 3) η σύζυγος του ενάγοντος στην από 15-5-2003 προανακριτική κατάθεση της ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, η οποία δόθηκε στο πλαίσιο της ως άνω συναφούς με την προκείμενη υπόθεση ποινικής διαδικασίας με κατηγορούμενο τον εναγόμενο, αναφέρει ότι η συνάντηση των διαδίκων στις 28-12-2002 έγινε με πρόφαση την υπογραφή του συμφωνητικού παράτασης του χρόνου απόδοσης του προαναφερθέντος δανείου, ενώ πραγματικός σκοπός του ενάγοντος συζύγου της ήταν να βεβαιωθεί για την επικαλούμενη παράνομη χρήση μαγνητοφώνου από τον εναγόμενο, όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τότε, ήδη, είχαν δημιουργηθεί οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων σχετικώς με τις προαναφερθείσες εκατέρωθεν αξιώσεις τους και ήταν αναγκαία η συνάντηση τους για την επιδίωξη ρύθμισης αυτών, 4) ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 28-12-2002, κατά τα ως άνω, βεβαιώθηκε για την εν λόγω παράνομη πράξη του εναγομένου και έκτοτε υπήρξε οριστική ρήξη των σχέσεων τους, όμως υπέβαλε τη σχετική έγκληση κατ' αυτού στις 26-3-2003, δηλαδή μετά την παρέλευση του σημαντικού χρονικού διαστήματος των δύο (2) μηνών και είκοσι οκτώ (28) ημερών, μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, ήδη, από την 4-2-2003, ο εναγόμενος είχε ανακαλέσει την ως άνω πληρεξουσιότητα προς τον ενάγοντα δικηγόρο και ζήτησε τη συνδρομή άλλου δικηγόρου (Δ.
Κ.), γεγονότα που είχαν καταστεί γνωστά στον ενάγοντα, 5) το τυχόν όφελος που θα μπορούσε να αποκομίσει ο εναγόμενος από την επικαλούμενη ηχογράφηση των συνομιλιών του με τον ενάγοντα ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένο, γιατί αφενός για, τις ως άνω εκατέρωθεν αξιώσεις των διαδίκων υπήρχαν πολλά έγραφα, που δεν μπορούσαν ευχερώς να αναιρεθούν, από σχετικό προφορικό λόγο, και αφετέρου ο ενάγων ως έμπειρος δικηγόρος διαθέτει την ικανότητα του λόγου για να χειριστεί καταλλήλως τους διαλόγους του με τους εντολείς του, όπως ο εναγόμενος, ώστε να αποφύγει τη χρήση δυσμενών για τα συμφέροντα του εκφράσεων, αντιθέτως ο κίνδυνος που διέτρεχε ο εναγόμενος, σέ περίπτωση που διενεργούσε την εν λόγω ηχογράφηση, να υποστεί δυσμενείς έννομες συνέπειες ήταν ιδιαιτέρως μεγάλος.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από τη με αριθμό 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς αποδεικνύεται με ισχύ δεδικασμένου ότι ο εναγόμενος προέβη στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά. Ειδικότερα, επί της ως άνω με αριθμό κατάθεσης 4694/2003 αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμό 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε μερικώς δεκτή και επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 32.592,42 ευρώ ως δικηγορική αμοιβή για τη διεξαγωγή των σχετικών υποθέσεων του εναγομένου.
Οι διάδικοι αμφότεροι προσέβαλαν την απόφαση αυτή με τις από 13-4-2004 και από 12-4- 2004 εφέσεις τους (και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως του ενάγοντος) επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 788/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία οι εφέσεις (και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως) απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, αφού το δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, όσον αφορά την "Υπόθεση κληρονόμων ……" ότι "κύρια αιτία διαταράξεως των σχέσεων των διαδίκων υπήρξε η καχυποψία του εναγομένου, η οποία τον οδήγησε στη χρήση ενίοτε αθέμιτων μεθόδων στις μετά του ενάγοντος επαφές του, όπως η εν αγνοία του τελευταίου μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, για την οποία καταγγέλθηκε από τον ενάγοντα και ελέγχεται ποινικά.
Υπ' αυτά τα δεδομένα η ανάκληση της πληρεξουσιότητας, για την οποία γίνεται εδώ λόγος είναι αδικαιολόγητη και σύμφωνα με το άρθρο 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων οφείλεται για τη συγκεκριμένη υπόθεση πλήρης η συμφωνημένη αμοιβή ανεξάρτητα από τη μη τελεσίδικη περάτωσή της.". Όμως, η ως άνω με αριθμό 788/2005 απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την υπόθεση "κληρονόμων …." αναιρέθηκε δυνάμει της με αριθμό 880/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, και η υπόθεση κατά το μέρος αυτό παραπέμφθηκε εκ νέου στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο, στη συνέχεια, με τη με αριθμό 103/2008 απόφασή του απέρριψε (ως αόριστη) κατά το αντίστοιχο τμήμα την ως άνω αγωγή.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν αποδεικνύεται με ισχύ δεδικασμένου ότι ο εναγόμενος προέβη στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, γιατί αφενός η προαναφερθείσα με αριθμό 788/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έχει εξαφανιστεί κατά το μέρος της που αφορά την υπόθεση "κληρονόμων …..", στο οποίο περιλαμβάνεται η ως άνω εκτεθείσα σχετική κρίση περί του ότι ήταν αδικαιολόγητη η ανάκληση της πληρεξουσιότητας και αφετέρου το αντικείμενο της προαναφερθείσας προγενέστερης δίκης (δηλαδή της δικηγορικής αμοιβής του ενάγοντος) δεν είναι το ίδιο με το κρινόμενο στην προκείμενη υπόθεση, ούτε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στην ένδικη υπόθεση το δικαιολογημένο ή μη της γενόμενης από τον εναγόμενο ανάκλησης της πληρεξουσιότητας που είχε χορηγήσει στον ενάγοντα, δοθέντος ότι δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 324 και 331 του ΚΠολΔ, υπάρχει μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή υφίσταται ταυτότητα της διαφοράς, η οποία θεμελιώνεται στα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά, που υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου (βλ.
ΑΠ 1550/2010 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, συνακόλουθα δε ότι υπήρξε η αντίστοιχη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, δεν θεμελιώνεται η αναφερόμενη στην αγωγή αξίωση του ενάγοντος...". Βάσει των ανωτέρω παραδοχών της υπ' αριθμ. 634/2012 εφετειακής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των ισχυρισμών του εναγομένου της ένδικης αγωγής, αναφορικά με την παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών και τηλεφωνικών του διαλέξεων, εκ μέρους του ενάγοντος, η οποία παράγει αμετάκλητο δεδικασμένο, δεσμεύουσα το παρόν Δικαστήριο, οι σχετικοί, εμπεριεχόμενοι στα ως άνω από 14-2-2003, 15-3-2002 και 24-3-2003 εξώδικα του, ως άνω, εναγομένους ισχυρισμοί κρίνονται ως αναληθείς, για τους οποίους και υποβλήθηκε σε βάρος του εναγομένου για τους ως άνω ισχυρισμούς αυτού, σωρεία μηνύσεων, και δη της από 1-8-2003 (Α.Β.Μ.
Εισαγγελίας Αθηνών: Γ-03/3088 και Α.Β.Μ. Εισαγγελίας Πειραιώς: Β-03/7624 και Ε,Γ.:22- 03/437) μηνύσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, της από 10-9-2003 (Α.Β.Μ. Εισαγγελίας Αθηνών: Δ-03/3391 και Α.Β.Μ. Εισαγγελίας Πειραιώς: Β-04/9044 και Ε.Γ.: 16-05/69) μηνύσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και της από 17-10-2003 (Α.Β.Μ.
Εισαγγελίας Πειραιώς: Γ-04/3017 και Ε.Γ.:16-04/253) μηνύσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Δεδομένου δε ότι- ο εναγόμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των, ως άνω, περιστατικών, τα οποία δύναντο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και ήθελε τη διάδοση τους, η ως άνω συμπεριφορά του στοιχειοθετεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως.
Ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αλήθεια των ως άνω, από αυτόν επικαλούμενων, πραγματικών περιστατικών έχει κριθεί, με ισχύ δεδικασμένου, δυνάμει των υπ' αριθμ. 788/2005 και 103/2008 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς τυγχάνει απορριπτέος, ως νομικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, -πλέον του ότι, η ανωτέρω υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου έχει εξαφανισθεί, καθ' ο μέρος αφορούσε στην υπόθεση κληρονόμων ……., στην οποία είχε κριθεί ότι ήταν αδικαιολόγητη η ανάκληση της πληρεξουσιότητας, λόγω της παράνομης μαγνητοφώνησης εκ μέρους του ενάγοντος, το δικαίωμα που κρίθηκε στην ανωτέρω, σχετική δίκη, καθώς αφορά δικηγορικές αμοιβές του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος, δεν ταυτίζεται με το, κρινόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, δικαίωμα του ενάγοντος, που απορρέει από την προσβολή της προσωπικότητας του ούτε δε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του δικαιώματος αυτού το δικαιολογημένο ή μη της γενομένης από τον ενάγοντα ανακλήσεως της χορηγηθείσης πληρεξουσιότητας τούτου προς τον ως άνω εναγόμενο.
Σημειωτέον δε ότι, για δε την ανωτέρω, επικαλούμενη εκ μέρους του εναγομένου, ως τελεσθείσα σε βάρος του, πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως αυτού, ποινική δίωξη, σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος παραπεμφθείς στο Τριμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, για την εκδίκαση της, κρίθηκε, δια της υπ' αριθμ. 2887/30-5-2005 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου, ένοχος της τελέσεως αυτής, πλην όμως, μετά από άσκηση εφέσεως κατά της, εν λόγω, αποφάσεως, εκ μέρους του τελευταίου, αυτός κρίθηκε αθώος, δια της υπ' αριθμ. 103/21-1-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 20/3-6-2008 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς και το από 18-6-2008, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2597 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, ο εναγόμενος, μετά από σχετική έγκληση του ενάγοντος, παραπέμφθηκε και δικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για τις αποδιδόμενες στον ενάγοντα παράνομες μαγνητοφωνήσεις, για τα οποία, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1142/30-6- 2008 αποφάσεως του, ως άνω, Δικαστηρίου, κηρύχθηκε ένοχος, σε πρώτο βαθμό, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως έντεκα μηνών.
Περαιτέρω, για τους ισχυρισμούς που περιέχονται στα άνω εξώδικα ότι ο ενάγων υπεξήγαγε έγγραφα που αφορούσαν υποθέσεις του από το γραφείο καθώς και την ιδιόγραφη διαθήκη του, με σκοπό να μην καταβάλλει στον τελευταίο την αμοιβή του ρητέα τα εξής: Επί των ανωτέρω ισχυρισμών του εναγομένου περί παρανόμου αφαιρέσεως εγγράφων από φακέλους δικογραφιών, που ευρίσκοντο στο γραφείο αυτού, εκ μέρους του ενάγοντος, αποδείχθηκε, σύμφωνα και με όσα σχετικά εδέχθη η υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στο οποίο παραπέμφθηκε και δικάσθηκε ο ενάγων, με την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφων, ότι ο τελευταίος, πράγματι, παρέλαβε από το γραφείο του ως άνω εναγομένου, στις 27-3-2002 και εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Απριλίου 2002, από φακέλους που τηρούσε τούτος, στο γραφείο του, τα κάτωθι έγγραφα:
Α) αντίγραφα συμβολαιογραφικών πράξεων που ελήφθησαν από το Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου και δη: 1) από τη μερίδα του Γ. Κ. τα με αριθμούς ... και ... συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Καραντώνη, τα οποία αφορούν στην αγορά του 1/2 εξ αδιαιρέτου ακινήτου που ευρίσκεται στο Ν. Αργολίδας, τα με αριθμούς ...
και ... συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ρουσσάκη, εκ των οποίων, με το πρώτο συνεστήθη η εταιρεία με την επωνυμία ….ΑΕ, στην οποία μετείχαν ο πατέρας και θείοι του ενάγοντος, και το οποίο αφορά σε δωρεά ακινήτου του Γ. Κ. 2) Από τη μερίδα της Α. Κ. το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ.
Δημητρέλου, που αφορά στην αγορά τριών αγροτεμαχίων στο Πόρτο Χέλι και το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Αντ. Θεοδώρου, το οποίο αφορά αγορά οικοπέδου που κείται στην ίδια θέση, 3) Από τη μερίδα της Κ. Κ.: το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθαν. Παπαστεργίου, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Δημητρέλου που αφορά σε αγορά οικοπέδου, 4) Από τη μερίδα της Ο. Κ.: το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Καραλή το με αρ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά Αθ. Παπαστεργίου, τη με αριθμό ... πράξη εξόφλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδ. Καραλή, τα με αριθμό ..., ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών, Θεοδ.
Καραλή, που αφορούν σε αγορές αγροτεμαχίων και εξόφληση αυτών, 5) Από τη μερίδα του Θ. Κ.: τα με αριθμό ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ερμιόνης, Δημ. Βόντα, τη με αριθμό ... πράξη σύστασης δουλείας του συμβολαιογράφου Πειραιά, Αθανασίου Παπαστεργίου, 6) Από τη μερίδα του Κ. Κ.: τα με αριθμό ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ειρήνης Ρουσσάκη και επιπλέον το με αριθμό ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ιωάννη Αναγνωστίδη, τα με αριθμούς ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κρανιδίου, Δημ. Βόντα. Τα, εν λόγω, αντίγραφα συμβολαίων ο εναγόμενος είχε λάβει στα πλαίσια της εντολής που είχε λάβει από τον ενάγοντα, πελάτη του, από το Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου (Μάσσητος), με έξοδα του τελευταίου.
Β) Αντίγραφο του με αριθμό ... συμβολαίου σύστασης ΕΠΕ με την επωνυμία …….ΕΠΕ, αντίγραφο του υπ' αριθμ. 2/25- 2-1979 πρακτικού της ΓΣ των εταίρων της ίδιας εταιρείας με την επωνυμία …….ΕΠΕ, αντίγραφο της με αριθμό ... συμβολαιογραφικής πράξης παράτασης της ως άνω εταιρείας, αντίγραφο της με αριθμό ... πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βουδούρη, με την οποία δηλώθηκε η νόμιμη υπεισέλευση στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου της ανωτέρω εταιρείας, Ν.
Σ., των νομίμων κληρονόμων του, ήτοι της συζύγου του, χήρας Ι. Σ., και των θυγατέρων του, Α. και Π., αντίγραφο της από 18-9-1995 ανακοίνωσης της εταιρείας …..ΕΠΕ, αντίγραφο της με αριθμό ... πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ειρήνης Ρουσσάκη-Κατριβάνου, με την οποία τροποποιήθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας, κατόπιν εισόδου σε αυτήν του ενάγοντος, ως εταίρου και αντίγραφο της με αριθμό ...
πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών, Διονυσίας Παππά-Κοσμοπούλου, με την οποία, αφενός μεν, αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας ….ΕΠΕ, αφετέρου δε μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία, έγγραφα, άπαντα τα οποία ελήφθησαν από τον πρώτο εναγόμενο, στα πλαίσια της εντολής από τον πελάτη του-ενάγοντα, από το φάκελο της ανωτέρω εταιρείας, που τηρείται στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου, με έξοδα τούτου.
Γ) Αντίγραφο της από 10-6-1994 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος κατά των Ν. Μ., Κ. Κ., Κ. Κ., Α. Κ. και Πελαγίας χήρας Δ. Δ., αντίγραφο του από 4-7-1994 σημειώματος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατετέθη, κατά τη συζήτηση της προαναφερομένης αιτήσεως, αντίγραφο της από 9-6-1994 αγωγής του Γ.
Κ. κατά των Ν. Μ., Κ. Κ., Κ. Κ., Α. Κ. και Πελαγίας χήρας Δ. Δ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίγραφο της με αριθμό 2981/1995 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και αντίγραφα των με αριθμό 15928, 15929, 15930, 15931/6-10-1994, 15937, 15938, 15939/10-10-1994 και 15851/13-9-1994 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι.
Κ., τα οποία κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος ο πρώτος εναγόμενος, δικηγόρος του, είχε λάβει από το Αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ) Επίσημο αντίγραφο της με αριθμό 1974/450/17-7-2004 αποφάσεως του 19ου Πρωτοδικείου Μουλγκά Κωνσταντινουπόλεως, με την επίσημη μετάφραση στην ελληνική από το Υπουργείο Εξωτερικών και Ε) Φωτοαντίγραφο επιστολής, με αποδέκτη τον ενάγοντα που εστάλη από τον Γάλλο πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο στο γραφείο του ως άνω εναγομένου, απορριπτόμενου, ως ουσία αβασίμου, του εμπεριεχομένου στα ως άνω δικόγραφα, ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου περί παραλαβής, εκ μέρους του ενάγοντος, της διαθήκης του, εγγράφων, αφορώντων σε υπόθεση που οι διάδικοι αποκαλούσαν φάκελο Ελβετίας, στην οποία εμπλεκόταν η αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία A.X.
καθώς και προσωπικών σημειώσεων του πρώτου των εναγομένων, ενόψει και του μη επακριβούς προσδιορισμού απάντων των τελευταίων εγγράφων. Πλην όμως, η ανάληψη των προαναφερθέντων εγγράφων, - τα οποία ανήκαν στην κυριότητα του ενάγοντος, δεδομένου ότι τα υπό στοιχεία Α, Β και Γ έγγραφα, ελήφθησαν, ως προελέχθη, ως αντίγραφα, κατ' εντολή, για λογαριασμό και με έξοδα του ενάγοντος;
από τον εναγόμενο-δικηγόρο του και υπήρχαν στο φάκελο των δικογραφιών του ως άνω πελάτη του τελευταίου, ως στοιχεία της δικογραφίας, το υπό στοιχεία Δ φωτοαντίγραφο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου Μουλγκά της Κωνσταντινούπολης και η σχετική μετάφραση στην ελληνική είχαν παραδοθεί από τον ενάγοντα στον, ως άνω, εναγόμενο, η δε υπό στοιχείο Ε επιστολή ήτο επιστολή που είχε σταλεί στον ενάγοντα, προσωπικά-, δεν συνιστά παράνομη πράξη, δεδομένου ότι έλαβε χώρα, με τη συναίνεση του εναγομένου καθώς οι φάκελοι που έφεραν τα, ως άνω, έγγραφα αφορούσαν, όπως προεκτέθηκε, σε διάφορες υποθέσεις του ενάγοντος και, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι δυνατόν να εισήλθε ο ενάγων και να αφαίρεσε όλα τα ανωτέρω έγγραφα, παρουσία της συζύγου του ενάγοντος, χωρίς κάποιος να του υποδείξει και να του παραδώσει τους φακέλους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την από 15-2-2006 ένορκη κατάθεσή της, ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την ως άνω εκδίκαση της, σε βάρος του ενάγοντος, κατηγορίας της υπεξαγωγής εγγράφων, αφού σε σχετική αποστροφή της, αναφέρεται ότι, τη δεύτερη φορά που προσήλθε ο ενάγων στο γραφείο του εναγομένου για να παραλάβει έγγραφα, απόντος του εναγομένου, εκείνη ρώτησε αυτόν σχετικά, ο οποίος και της απάντησε "δώστου".
Ο ισχυρισμός της μάρτυρα ότι τα, ως άνω, έγγραφα παραδόθηκαν στον ενάγοντα, θεωρώντας ότι σκοπός αυτού ήταν να τα φωτοτυπήσει και, ακολούθως, να τα επιστρέψει, δεν κρίνεται πειστικός, κρίση που επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι η σχετική μήνυση κατά του ενάγοντος για την εκ μέρους του διάπραξη της αξιοποίνου πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων υπεβλήθη σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της επικαλούμενης τελέσεως της, ήτοι στις 12-10-2004 (βλ.
το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα αντίγραφο της εν λόγω μηνύσεως, με την, παραπόδας της, έκθεση εγχειρίσεως της 12ης-10-2004). Ούτε, άλλωστε, απεδείχθη ότι η ανάληψη των ως άνω εγγράφων από τον ενάγοντα έγινε με πρόθεση αποφυγής καταβολής, εκ μέρους του, τυχόν οφειλόμενων στον πρώτο εναγόμενο δικηγορικών αμοιβών, λόγω της, εκ της ελλείψεως των ως άνω εγγράφων από τους σχετικούς φακέλους, αδυναμίας του τελευταίου προς απόδειξη των αντιστοίχων παρασχεθεισών νομικών υπηρεσιών του, καθώς τα ανωτέρω έγγραφα, ως αφορώντα σε πράξεις και δίκες, στις οποίες δεν συμμετείχε ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου του ενάγοντος, δεν θα ήταν, από μόνα τους, ικανά να αποδείξουν τη βασιμότητα αξιώσεως του τελευταίου προς καταβολή δικηγορικής αμοιβής του, πλέον του ότι σχεδόν άπαντα τα έγγραφα αυτά είναι κατατεθειμένα σε δημόσιες υπηρεσίες, τα περισσότερα εκ των οποίων, σε δικαστήρια και, ως εκ τούτου, ηδύνατο ο εναγόμενος να λάβει, ευχερώς, αντίγραφα τους.
Περαιτέρω, η ανωτέρω πράξη του ενάγοντος δεν δύναται να στοιχειοθετήσει ούτε το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων, για το λόγο ότι τα ως άνω παραληφθέντα έγγραφα ήταν του ενάγοντος και ο εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα κυριότητας ή επιδείξεως τους, κρίση, στην οποία ήχθη και η, καταστάσα ήδη αμετάκλητη (βλ.
την από 9-2-2007 βεβαίωση της Γραμματείας Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων και το υπ' αριθμ. πρωτ. 4415/6-11-2008 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγοι) περί μη ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως), υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος της αξιοποίνου πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων.
Επιπλέον δε, ο εναγόμενος, με το υπ' αριθμ. 204/17-3-2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, προκειμένου, κατόπιν ποινικής σε βάρος του διώξεως, μετά από σχετική έγκληση του ενάγοντος, να δικασθεί για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του τελευταίου, τελεσθείσας, δια των ως άνω, περί παρανόμων μαγνητοφωνήσεων των ιδιωτικών και τηλεφωνικών συνομιλιών και υπεξαγωγής εγγράφων, ισχυρισμών του, που εμπεριέχονται στην ανωτέρω από 2-6-2003 και με αριθμ.
εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγή του, ενώ, με το υπ' αριθμ. 227/31-7-2009, ήδη αμετάκλητο (βλ. την από 1-10-2009 βεβαίωση της Γραμματείας του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς και το υπ' αριθμ. 4448/1-10-2009 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου), βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, -με το οποίο έγινε δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση του κ.
Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς κατά του υπ' αριθμ. 442/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ως προς τις απαλλακτικές του διατάξεις-,ο εναγόμενος παραπέμφθηκε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, να δικασθεί, ως υπαίτιος τέλεσης, σε βάρος του ενάγοντος, των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδούς ανωμοτί καταθέσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ψευδορκίας, αναφορικά με τα, εκ μέρους τους, επικαλούμενα ως άνω περιστατικά της, υπό του ενάγοντος, υπεξαγωγής εγγράφων.
Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί της παρανόμου αφαιρέσεως των αναφερομένων στα ανωτέρω δικόγραφα αυτού εγγράφων, με σκοπό τη ματαίωση της εισπράξεως από τον τελευταίο οφειλόμενων αμοιβών, εκ μέρους του ενάγοντος, είναι ψευδής, πρόσφορος να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ο δε εναγόμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους και, παρά ταύτα, προέβη στην επίκληση του, με σκοπό να προκαλέσει στον ενάγοντα την ανωτέρω βλάβη, με αποτέλεσμα η σχετική συμπεριφορά του, όπως και η ανωτέρω, ως προελέχθη, αντίστοιχη των ισχυρισμών του εναγομένου του ισχυρισμού του τελευταίου περί ομολογήσεως της ως άνω συμπεριφοράς του ενάγοντος από τον ίδιο, να στοιχειοθετεί, σε βάρος του ενάγοντος, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Η δε ένσταση του εναγομένου περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της ως άνω πράξης του, για το λόγο ότι προέβη σε αυτή, με σκοπό τη διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος του, τυγχάνει απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι η επικαλούμενη από τούτον σχετική διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ ΠΚ, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί κρίσεων ή εκδηλώσεων που περιέχουν τα συστατικά της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως, ως κρίθηκε, εν προκειμένω (άρθρο 367 παρ. 2 περ.
α ΠΚ). Τα αυτά δε, θα ίσχυαν, ακόμα και κατά την περίπτωση που τα ως άνω αγωγικά πραγματικά περιστατικά περί της παρανόμου εκ του ενάγοντος αφαιρέσεως εγγράφων εκρίνοντο, από το Δικαστήριο, ως αληθή, διότι, ενόψει της προσφορότητας των τελευταίων να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, της οποίας προσφορότητας τελούσε εν γνώσει ο ως άνω εναγόμενος, ενώ, περαιτέρω, συνέτρεχε και η βούληση του τελευταίου·για την επίκληση τους, θα τελείτο σε βάρος του τελευταίου το αδίκημα της απλής δυσφημίσεως, προς απόκρουση του οποίου, επίσης, δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 367, δεδομένου ότι από τον τρόπο που αυτά διατυπώθηκαν, στα ανωτέρω εξώδικα ήτοι, με την επιπρόσθετη χρήση ονειδιστικών για τον ενάγοντα φράσεων, όπως ήδη αναφέρθηκαν προκύπτει, εκ μέρους του ως άνω εναγομένου, λόγω της περί παρανόμου μαγνητοφωνήσεως των συνομιλιών του, καθώς και μη αναγκαιότητας των φράσεων αυτών, προς υποστήριξη των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών του, σκοπός εξυβρίσεως του αντιδίκου του (άρθρο 367 παρ. 2 περ.
β ΠΚ). Όλοι δε οι ανωτέρω χαρακτηρισμοί, καθώς και τα ως άνω επικαλούμενα, από τον εναγόμενο, πραγματικά περιστατικά της, εκ μέρους του ενάγοντος, παρανόμου, τόσο μαγνητοφωνήσεως, όσο και αφαιρέσεως εγγράφων, με σκοπό την αποφυγή καταβολής οφειλόμενων στον πρώτο εναγόμενο δικηγορικών αμοιβών του, οι οποίοι περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, όπως, μεταξύ άλλων, των αρμοδίων δικαστικών υπαλλήλων, των συγκροτούντων τα δικαστήρια, ενώπιον των οποίων οι ως άνω διαφορές εκδικάσθηκαν, δικαστικών οργάνων, του ακροατηρίου των άνω αναφερομένων Δικαστηρίων, στα οποίο εκδικάσθηκαν οι αγωγές, του δικαστικού επιμελητή που επέδωσε στον ενάγοντα, τα εξώδικα καθώς και τις αγωγές που αναφέρονται στο περιεχόμενο τους, πλήττοντας την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, προσέβαλλαν την προσωπικότητα του τελευταίου, καθώς, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία στον ενάγοντα, παρουσιάζοντας τον ως ένα πρόσωπο ανέντιμο, ανυπόληπτο, άηθες, υποκριτικό, που μετέρχεται παράνομες μεθόδους, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του.
Ως εκ τούτου, ο ενάγων υπέστη, εκ της ως άνω, υπαίτιας και παράνομης, συμπεριφοράς του αντιδίκου του, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε παραδώσει την από 16-10-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του στον εναγόμενο για να τη φυλάει, ο οποίος πλέον αρνείται να την αποδώσει.
Ο ενάγων, κατά την τελευταία συνάντηση που είχε με τον εναγόμενο στο γραφείο του τελευταίου, την 28-12-2002, ζήτησε την απόδοση της ιδιόγραφης διαθήκης του, αλλά αυτός αρνήθηκε. Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλλε μήνυση για υπεξαγωγή της ιδιόγραφης διαθήκης του. Με την υπ' αριθμ. 568/2009 απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης της πράξης της υπεξαγωγής της διαθήκης, την 28-12-2002 και έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της πράξης αυτής.
Ο ενάγων ζητεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία. επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητας του από την παράνομη πράξη της υπεξαγωγής της διαθήκης, αξίωση όμως που, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, στην οποία και υπέπεσε, δεκτής καθισταμένης της σχετικής ένστασης του εναγομένου καθώς από την 28η-12-2002 ότε επήλθε γνώση της επέλευσης της εξ αυτής ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου, μέχρι την άσκηση της αγωγής από την "οποία παραιτήθηκε ο ενάγων, καθώς λειτουργεί ως όχληση για την αξίωση της ηθικής βλάβης, ήτοι την 19η-2-2008 (βλ.
την υπ' αριθμ. 2909/19-2-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Αφροδίτης Αναγνωστοπούλου), είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας και έτσι η σχετική αξίωση του ενάγοντος για ηθική βλάβη από την παράνομη πράξη της υπεξαγωγής της διαθήκης του, η οποία συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού και στην επιστροφή της ιδιόγραφης διαθήκης του, έχει παραγραφεί.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δημοσιοποίησε το περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης του ενάγοντος, που του εμπιστεύθηκε προς φύλαξη, την οποία επικαλέσθηκε στις μεταξύ τους αντιδικίες. Για την πράξη της δημοσιοποίησης της ιδιόγραφης διαθήκης του ενάγοντος, ο εναγόμενος κρίθηκε ένοχος της πράξης της παραβίασης επαγγελματικής εχεμύθειας από το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 964/2010 απόφασή του.
Συγκεκριμένα ο εναγόμενος, χρησιμοποίησε και επικαλέστηκε την ιδιόγραφη διαθήκη του ενάγοντος: α) στις από 2-3-2005 προτάσεις του, που υπέβαλλε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς κατά την εκδίκαση της εφέσεως επί της υπ' αριθμ. 4876/203 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς καθώς και στις από 2-1-2007 προτάσεις του που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε επί της ως άνω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, β) στις από 10-5-2006 προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς για τη συζήτηση της υπ' αριθμ 3723/2003 αγωγής του, γ) στο από 26-6-2003 σχετικό υπόμνημα του επί ασκηθείσας μήνυσης εναντίον του ενάγοντος, η οποία εκδικάσθηκε την 30-3-2005 και η σχετική διαθήκη χαρακτηρίστηκε αναγνωστέα και στην πρωτόδικη δίκη που εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2887/2005 απόφαση και στην κατ' έφεση δίκη που εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, δ) στην από 12-10- 2004 Α-04/3371 μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, η οποία εκδικάσθηκε την 15-2-2006 και η σχετική διαθήκη χαρακτηρίστηκε αναγνωστέα και στην πρωτόδικη δίκη που εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ε) στην από 20-12-2004 Α-02/4222 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, στ) στην από 15-2-2005 Α-05/380 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ζ) στην από 2-6-2005 Α-05/1194 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 435/2006 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς και με την υπ' αριθμ. 68/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά επί ασκηθείσας προσφυγής του, η) στο από 14-12-2004 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του 7ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της ασκηθείσας με ΑΒΜ Β-04/9044/ΕΓ16-05/69 Εισαγγελίας Πειραιώς, μήνυσης του ενάγοντος, θ) στο από 25-10-2004 απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί ασκηθείσας μήνυσης του ενάγοντος με ΑΒΜ Εισαγγελίας Αθηνών 03/13265, ι) στο από 12-06-2007 απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του 7ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί ασκηθείσας μήνυσης του ενάγοντος με ΑΒΜ Εισαγγελίας Πειραιώς Α-06/1106/ΕΓ19-06/500, ια) στις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπ' αριθμ. 703/2007 καταθέσεως αγωγής του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με τον τρόπο όμως αυτό προσέβαλλε την προσωπικότητα του εναγομένου καθώς δημοσιοποίησε προσωπικό του έγγραφο που του είχε εμπιστευθεί και για το λόγο αυτό υπέστη ηθική βλάβη και η σχετική αξίωσή του για αποκατάσταση της πρέπει να γίνει δεκτή. Επομένως για τις, ως άνω, παράνομες και υπαίτιες πράξεις του εναγομένου, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Επειδή όμως αυτές (οι παράνομες πράξεις) εμφανίζουν ενότητα και δεν απέχουν χρονικά σημαντικά, έχουν κατά τα ουσιώδη περιστατικά το ίδιο περιεχόμενο και αφορούν την ίδια συμπεριφορά του εναγομένου και επομένως η εξ αυτών προκύπτουσα βλάβη της προσωπικότητας του ενάγοντος είναι ενιαία, οφείλεται για αυτές ενιαία παροχή αποζημίωσης, ενόψει της ταυτότητας του σκοπού που
επιδιώκεται με αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας θα ληφθεί υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής κατά τρόπο που η χρηματική ικανοποίηση που θα επιδικασθεί να ανταποκρίνεται και στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (βλ. ΑΠ 1095/09, 518/08, ΤΝΠ Νόμος), απορριπτόμενων των αντιθέτων περί τούτου ισχυρισμών του ενάγοντος-εκκαλούντος στον σχετικό (σελ. 9 της έφεσης) λόγου εφέσεως, ως αβασίμου.
Τούτων δοθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του είδους της προσβολής, της εκτάσεως της βλάβης, των ιδιαιτέρων προσωπικών και οικονομικών συνθηκών των διάδικων μερών, έκρινε τα ίδια και ακολούθως επιδίκασε στον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο τα ίδια ποσά, ουδόλως έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση του ενώπιον του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος-εκκαλών>.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου, καθώς και τα επικαλούμενα απ'αυτόν πραγματικά περιστατικά της εκ μέρους του ενάγοντος παρανόμου μαγνητοφωνήσεως των συνομιλιών τους και της αφαιρέσεως από τον ενάγοντα διαφόρων εγγράφων από το γραφείο του εναγομένου, με σκοπό την αποφυγή καταβολής των οφειλομένων στον τελευταίο δικηγορικών αμοιβών του, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, πλήττοντας την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, προσέβαλαν την προσωπικότητα αυτού, καθώς αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν σ'αυτόν κοινωνική απαξία, παρουσιάζοντάς τον ως ένα πρόσωπο ανέντιμο, ανυπόληπτο, άηθες, υποκριτικό που μετέρχεται παράνομες μεθόδους, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του και ως εκ τούτου ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, βεβαιώνει στην αρχή της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Όμως, παρά τη γενική αυτή βεβαίωση, ενόψει του ότι τα ως άνω κρίσιμα, στην προκειμένη περίπτωση έγγραφα, δεν μνημονεύονται, ειδικά, στην απόφαση ούτε και αντικρούονται, ούτε γίνεται άλλη άμεση ή έμμεση αναφορά στο περιεχόμενό τους (εκτός από την αναφορά στις υπ'αριθμ. 788/2005 και 103/2008 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς), δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω κρίσιμα έγγραφα.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Μ. Π., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ), ενώ, συνακόλουθα, παρέλκει η έρευνα της αντίθετης από 9-12-2017 αιτήσεως αναιρέσεως του Ε.
Κ. κατά της, αυτής, αποφάσεως, αφού οι προβαλλόμενοι με αυτήν αναιρετικοί λόγοι διαλαμβάνουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του, που κατά τον αναιρεσείοντα, θα έπρεπε να γίνει καθολοκληρίαν δεκτή.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως των κατατεθέντων απ'αυτούς παραβόλων (άρθρο 495 αρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Ε. Κ.ς, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Μ. Π., που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,189αρ.1,191αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 9-12-2017 αίτηση αναιρέσεως, την από 15-12-2017 αντίθετη αίτηση αναιρέσεως και τους από 26-12-2018 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της, αυτής, υπ'αριθμό 614/2017 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Δέχεται την από 15-12-2017 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Π..
Αναιρεί την υπ'αριθμό 614/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως των κατατεθέντων απ'αυτούς παραβόλων.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Ε. Κ. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Μ. Π., τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ